Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Μεταφορά των Μαλτέζικων Ιερών Λειψάνων στη Ρωσία
Στις παγωμένες πεδιάδες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας του δέκατου ογδόου αιώνα, έφθασε από τη μακρινή Μάλτα ένας ανυπολόγιστος ιερός θησαυρός που σημάδεψε για πάντα την πνευματική ιστορία του ορθοδόξου ρωσικού λαού. Στις δωδέκατη Οκτωβρίου η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά κάθε χρόνο τη θαυματουργό μεταφορά τριών μεγάλων ιερών κειμηλίων στην πόλη της Γκάτσινας. Πρόκειται για ιερά λείψανα και αγίες εικόνες, που ταξίδεψαν αμέτρητα μίλια μέχρι την παγωμένη ρωσική αυτοκρατορική γη.
Το πρώτο κειμήλιο είναι ένα πολύτιμο τεμάχιο από το ξύλο του Ζωοποιού Σταυρού του Σωτήρα Χριστού. Το δεύτερο είναι η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Φιλέρμου, που κατά την παράδοση φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Το τρίτο είναι η σεβάσμια δεξιά παλάμη του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου ημών Ιωάννου του Βαπτιστού. Η ιστορία αυτών των τριών ιερών συνδέεται στενά με την περιπέτεια του φημισμένου Τάγματος των Ιωαννιτών της Μάλτας. Το έτος τριακόσια είκοσι έξι έγινε η θαυμαστή εύρεση του Σταυρού στον Γολγοθά από την αγία Ελένη.
Αμέσως μετά, με ειδικό αυτοκρατορικό διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, θεμελιώθηκε εκεί ο νέος ναός της Αγίας Αναστάσεως. Ο ναός αυτός κατέστη επί πολλούς αιώνες ο μέγας φύλακας της σημαντικότατης ιεράς αυτής σταυρικής κειμηλίας. Πολλά τεμάχια του Τιμίου Σταυρού αποσπάστηκαν αργότερα από αυτόν και διασκορπίστηκαν σε όλον τον χριστιανικό κόσμο. Η αγία Ορθόδοξη Ρωσία στα χίλια χρόνια της χριστιανικής ζωής της έλαβε αρκετές φορές τεμάχια του Ζωοποιού Σταυρού από την Ανατολή.
Αυτά διαφυλάσσονται μέχρι σήμερα με μεγάλη ευλάβεια σε μητροπολιτικούς ναούς, αρχαία μοναστήρια, ενοριακούς ναούς, παλάτια και ταπεινά σπίτια. Ένα από αυτά τα τεμάχια όμως η Ρωσία το έλαβε εξαιρετικά από τη Δύση, από τους ιππότες του φημισμένου Μαλτέζικου Τάγματος. Οι περιπέτειες του Τάγματος αυτού ήταν πάντοτε στενά συνδεδεμένες με τις δραματικές περιπέτειες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ήταν επίσης συνδεδεμένες με τις περιπέτειες εκείνου του Τιμίου Ξύλου, που ήταν αδιαμφισβήτητο όπλο τους ενάντια στους μουσουλμάνους.
Ένα από τα αρχαιότερα τέτοια τάγματα ήταν αυτό των Ιωαννιτών, που πήρε το όνομά του από τον Πρόδρομο Ιωάννη. Η εκκλησία του νοσοκομείου του τάγματος ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, γι' αυτό οι αδελφοί ονομάστηκαν έτσι. Αρχικά το τάγμα ασκούσε μόνο φιλανθρωπικό έργο, αργότερα όμως υπό τον Γάλλο Ραϋμόνδο ντε Πουΐ άλλαξε σκοπό. Έγινε στρατιωτικό τάγμα, που είχε ως κύρια αποστολή την ένοπλη προστασία των πιστών προσκυνητών στους Αγίους Τόπους.
Επί επτακόσια ολόκληρα χρόνια οι Ιωαννίτες πολέμησαν με ηρωισμό τους απίστους, υπερασπίζοντας την υψηλή χριστιανική πίστη με αυτοθυσία. Έλαβαν τιμητικά ένα τεμάχιο του Ζωοποιού Ξύλου ως ανταμοιβή για τις θυσίες τους, και το μετέφεραν σε Κύπρο, Ρόδο και Μάλτα. Μαζί με το τεμάχιο του Ζωοποιού Σταυρού, οι Ιωαννίτες μετέφεραν από τη Μάλτα στη Ρωσία και την ιερή εικόνα της Παναγίας της Φιλέρμου. Η αρχαία παράδοση της Εκκλησίας αναφέρει ότι την εικόνα αυτή τη φιλοτέχνησε ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Δέχθηκε την ευλογία της Παναγίας, η οποία είχε τη συνήθεια να ευλογεί τα έργα του ευαγγελιστή ζωγράφου. Κατά το έτος σαράντα έξι μεταφέρθηκε στην πατρίδα του Λουκά, στην Αντιόχεια της Συρίας, όπου διαφυλάχθηκε επί πολλά χρόνια. Επί της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου μεταφέρθηκε στην ανακαινισμένη Ιερουσαλήμ, μαζί με άλλα ιστορικά κειμήλια της επιγείου ζωής του Χριστού. Γύρω στο έτος τετρακόσια ογδόντα η ευλαβής αυτοκράτειρα Ευδοκία την έστειλε στη βασίλισσα Πουλχερία, στην Κωνσταντινούπολη της Ανατολής.
Η αγία Πουλχερία έκτισε εκεί τον περίφημο ναό των Βλαχερνών, και τοποθέτησε σε αυτόν την ιερή εικόνα της Παναγίας. Η εικόνα της Φιλέρμου έγινε για πολλούς αιώνες η ακαταμάχητη προστάτιδα και βεβαία υπερασπίστρια της Βασιλεύουσας. Από την εποχή της Πουλχερίας ορίστηκε να γίνεται μπροστά της κάθε Τρίτη πανηγυρική παράκληση προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Από το έτος εξακόσια είκοσι έξι, μετά τη θαυμαστή σωτηρία της πόλεως, προστέθηκε και η ανάγνωση του Ακαθίστου Ύμνου.
Όταν όμως οι κάτοικοι έχασαν τη βαθιά ορθόδοξη πίστη τους, έχασαν δυστυχώς και την ίδια τη μεγάλη μητρική προστασία. Κατά την Τέταρτη Σταυροφορία, η ιερή εικόνα της Οδηγήτριας αρπάχθηκε από τους Φράγκους σταυροφόρους και μεταφέρθηκε στη μακρινή Δύση. Από τη Δύση επέστρεψε ξανά στην Παλαιστίνη, όπου τελικά περιήλθε στην πολύτιμη κυριότητα των Ιωαννιτών ιπποτών. Μετά τη λήξη των Σταυροφοριών οι Ιωαννίτες αναγκάστηκαν να αφήσουν την πόλη της Πτολεμαΐδος και να εγκατασταθούν στη Ρόδο.
Μετέφεραν μαζί τους και την ιερή εικόνα, η οποία τους ακολούθησε με ευλάβεια σε όλες τις επόμενες μεταναστεύσεις τους. Παρέμεινε στην ιδιοκτησία τους έως ότου την πρόσφεραν τελικά ως πολύτιμο δώρο στον αυτοκράτορα Παύλο της Ρωσίας. Η δεξιά χείρα του Τιμίου Προδρόμου είναι η τρίτη μεγάλη ιερά κειμηλία, που τιμάται την ίδια ημέρα στη Ρωσία. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος εξιστορεί ότι οι μαθητές του Προδρόμου παρέλαβαν το τίμιο σώμα, εκτός από την αγία κεφαλή.
Έθαψαν το λείψανο στη Σαμαρειτική πόλη της Σεβάστειας, όπου τον τρίτο αιώνα κτίστηκε εκκλησία στο όνομά του. Η τιμή προς το ιερό λείψανο του Προδρόμου ξεκίνησε από τους αποστολικούς ακόμη χρόνους της πρώτης Εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ευαγγελιστής Λουκάς κήρυττε τον Χριστό στη Σεβάστεια και προσκύνησε ευλαβικά τα ιερά λείψανα. Ζήτησε από τους κατοίκους να τα μεταφέρει στην Αντιόχεια, εκείνοι όμως τού επέτρεψαν να πάρει μόνο τη δεξιά χείρα.
Έτσι η αγία δεξιά μεταφέρθηκε με ευλάβεια στην Αντιόχεια, όπου διέπραξε αργότερα ένα συγκλονιστικό θαύμα κατά τέρατος. Στην περιοχή της Αντιόχειας υπήρχε ένα τρομερό τέρας, στο οποίο οι ειδωλολάτρες προσέφεραν κάθε χρόνο μια νεαρή κοπέλα ως θυσία. Κάποτε ο μοιραίος κλήρος έπεσε στη νεαρή θυγατέρα ενός χριστιανού πατρός, ο οποίος καταβλήθηκε από τεράστια απελπισία και βαθύ πόνο. Κατέφυγε στον ναό όπου φυλάσσονταν τα ιερά λείψανα του Προδρόμου, και αποσπάσε με τα δόντια του ένα μικρό κομμάτι.
Όταν ήρθε η φοβερή ώρα της θυσίας και πλησίαζε το θηρίο, ο πατέρας έριξε τη μικρή σχίζα στο ανοιχτό στόμα. Το τρομακτικό τέρας έπεσε αμέσως νεκρό μπροστά στα έκπληκτα μάτια του πλήθους, και πολλοί ειδωλολάτρες προσχώρησαν στον Χριστό. Στη θέση της παλιάς ειδωλολατρικής τους θυσίας έκτισαν περικαλλή ναό στο όνομα του Τιμίου Προδρόμου της Εκκλησίας. Όταν αργότερα μπήκαν στην Αντιόχεια οι Άραβες κατακτητές, η ιερή χείρα έπεσε στα χέρια των μουσουλμάνων.
Το έτος εννιακόσια πενήντα εννέα ο διάκονος Ιώβ της Αντιόχειας κατάφερε να την κλέψει με θαυμαστό τρόπο. Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο αυτοκράτορας και ολόκληρος ο λαός υποδέχθηκαν με ανείπωτη χαρά την πολυπόθητη ιερή κειμηλία. Όταν η Πόλη έπεσε υπό τον Σουλτάνο Μωάμεθ τον Δεύτερο, η ιερή χείρα κατάληξε στο σουλτανικό θησαυροφυλάκιο. Ο Σουλτάνος Βαγιαζίτ ο Δεύτερος την παρέδωσε αργότερα δωρεάν στους Ιωαννίτες της Ρόδου, για να εξασφαλίσει την εύνοιά τους.
Έτσι και η αγία δεξιά συμπορεύτηκε με τους ιππότες της Ρόδου και κατόπιν της Μάλτας, μέχρι την οριστική μεταφορά της. Όταν η Μάλτα καταλήφθηκε αιφνιδιαστικά από τις δυνάμεις του Ναπολέοντος, οι ευγνώμονες Ιωαννίτες ιππότες αποφάσισαν να παραδώσουν τις τρεις ιερές κειμηλίες στον Ρώσο Τσάρο. Ο αυτοκράτορας Παύλος Πέτροβιτς δέχθηκε με τιμή τη μεγαλειώδη προσφορά, ο οποίος είχε ήδη από παιδί ενδιαφερθεί έντονα για τους Μαλτέζους ιππότες. Η δεξιά παλάμη του Προδρόμου μεταφέρθηκε πρώτη και τοποθετήθηκε προσωρινά στο παρεκκλήσι του τάγματος, στην ίδια την Πετρούπολη.
Το επόμενο έτος, στις δωδεκάτη Οκτωβρίου, μεταφέρθηκαν στην Γκάτσινα και οι άλλες δύο ιερές κειμηλίες μαζί. Μεγαλόπρεπη και πάνδημη ήταν η υποδοχή των ιερών κειμηλίων από την αυτοκρατορική Αυλή και τον λαό της πόλεως. Στις δέκα το πρωί ξεκίνησε από το παλάτι ολόκληρη πομπή με τον αυτοκράτορα, την οικογένειά του και την ακολουθία του. Η συνάντηση έγινε στις λεγόμενες Πύλες του Σωτήρος, από όπου ξεκίνησε η θριαμβευτική πομπή προς το ανάκτορο. Επικεφαλής βάδιζε ο ιερός κλήρος της Εκκλησίας, και ακολουθούσε χρυσή άμαξα με τη δεξιά χείρα του Προδρόμου.
Με τον ίδιο τρόπο μεταφέρθηκαν ξεχωριστά και η ιερή εικόνα της Παναγίας και το τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Παύλος ντυμένος με τη στολή του μεγάλου μαγίστρου του τάγματος ακολουθούσε με ευλάβεια την πρώτη άμαξα. Όταν η πομπή έφθασε μπροστά στο ανάκτορο, ο αυτοκράτορας πήρε στα χέρια του την αγία δεξιά. Με την ψαλμωδία του τροπαρίου του Προδρόμου την εισήγαγε στην ανακαινισμένη ανακτορική εκκλησία και την τοποθέτησε με δέος.
Η αγία Σύνοδος καταχώρησε επίσημα την ημέρα της δωδέκατης Οκτωβρίου στις μεγάλες εορτές του ρωσικού μηνολογίου. Δυστυχώς η Γκάτσινα δεν παρέμεινε για πολύ καιρό η μόνιμη έδρα φύλαξης των πολύτιμων Μαλτέζικων ιερών αυτών κειμηλίων. Η βασιλική οικογένεια όταν αναχωρούσε για την Πετρούπολη το φθινόπωρο, παρέλαβε μαζί της και τις τρεις ιερές κειμηλίες. Έτσι το επόμενο έτος η εορτή της μεταφοράς τους τελέστηκε ήδη στη χειμωνιάτικη ανακτορική εκκλησία της Πετρουπόλεως.
Για περισσότερα από πενήντα χρόνια η εορτή τελούνταν εκεί την έβδομη Ιανουαρίου, όχι την δωδεκάτη Οκτωβρίου. Ο αυτοκράτορας Νικόλαος Πάβλοβιτς θυμήθηκε ξανά την εγκαταλειμμένη Γκάτσινα και έκτισε εκεί τον περικαλλή καθεδρικό ναό του Αποστόλου Παύλου. Για τα εγκαίνια του νέου αυτού περικαλλούς ναού, οι Μαλτέζικες ιερές κειμηλίες ξαναμεταφέρθηκαν στην πόλη της Γκάτσινας. Όταν ο τσάρος επισκέφθηκε αργότερα την πόλη, οι κάτοικοι παρακάλεσαν να γίνει αυτή μόνιμη έδρα φύλαξης.
Ο Νικόλαος όμως απάντησε ότι δεν μπορεί να παραδώσει ιδιοκτησία του Αυτοκρατορικού Οίκου σε ιδιωτική εκκλησία. Συμφώνησε όμως πρόθυμα στην ετήσια μεταφορά τους από την Πετρούπολη στην Γκάτσινα για την μεγάλη εορτή. Έτσι αναβιώθηκε η μεγάλη πανήγυρη της δωδεκάτης Οκτωβρίου, που τελείται μέχρι σήμερα στην ανακτορική εκκλησία της Πετρουπόλεως. Η μεγάλη αυτή ημέρα της δωδέκατης Οκτωβρίου είναι κορυφαία εορτή για ολόκληρη τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Πλήθος προσκυνητές συρρέουν από τα χωριά και τις πόλεις, ακόμα και από απομακρυσμένες περιοχές της Ρωσίας. Όλη η ορθόδοξη Ρωσία δοξάζει τον αληθινό Θεό, που τη λάμπρυνε με τις ιερές Μαλτέζικες κειμηλίες. Σωτήρα Χριστέ, Παναγία Φιλέρμου και Άγιε Πρόδρομε, που ευλογήσατε τη Ρωσική Εκκλησία, πρεσβεύσατε υπέρ ημών, αμήν.