Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Αβραάμ και Λωτ, οι δίκαιοι προπάτορες της πίστεως
Ο Αβραάμ υπήρξε ο πρώτος μεγάλος πατριάρχης και ιδρυτής του εβραϊκού έθνους που πίστεψε στον αληθινό Θεό. Το αρχικό του όνομα ήταν Άβραμ και σήμαινε υψηλός πατέρας, μα ο Κύριος τον μετονόμασε σε Αβραάμ, πατέρα πλήθους εθνών. Καταγόταν από τη φυλή του Σημ και κατοικούσε στην Ουρ των Χαλδαίων, ανάμεσα σε ειδωλολατρικές οικογένειες. Σύζυγός του ήταν η Σάρρα, στείρα ως τα γηρατειά της, μα ο Κύριος επιφύλασσε για κείνους θαυμαστή ευλογία. Μαζί τους ζούσε και ο ορφανός ανιψιός τους Λωτ, γιος του αδελφού του Αβραάμ Αρράν, που τον είχαν αναθρέψει με μεγάλη στοργή.
Μια ημέρα ο Κύριος μίλησε στον Αβραάμ και του είπε φύγε από τη χώρα σου και πήγαινε στη γη που εγώ θα σου δείξω. Του υποσχέθηκε ότι θα τον έκανε μεγάλο έθνος και ότι μέσα από κείνον θα ευλογούνταν όλα τα έθνη της γης. Ο πατριάρχης πίστεψε αδίστακτα και ξεκίνησε σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, παίρνοντας τη Σάρρα, τον Λωτ και τα υπάρχοντά τους. Έφτασε στη γη Χαναάν, διέσχισε την περιοχή της Συχέμ και έχτισε εκεί θυσιαστήριο, αφού του φανερώθηκε ξανά ο Κύριος.
Τότε δέχτηκε τη μεγάλη υπόσχεση ότι σ' αυτή τη γη θα κατοικούσαν οι αναρίθμητοι μελλοντικοί απόγονοί του. Όταν Αβραάμ και Λωτ απέκτησαν πολλά κοπάδια, η γη δεν επαρκούσε πια για να ζουν μαζί χωρίς διαμάχες μεταξύ τους. Ο μεγαλόψυχος θείος άφησε τον ανιψιό του να διαλέξει πρώτος και ο Λωτ προτίμησε την εύφορη πεδιάδα του Ιορδάνη ποταμού. Η επιλογή τον έφερε δυστυχώς κοντά στα Σόδομα και στα Γόμορρα, πόλεις βυθισμένες σε φοβερή ασέβεια και σαρκικές αμαρτίες.
Ο Αβραάμ έμεινε στη Χαναάν και εγκαταστάθηκε στη Δρυ Μαμβρή κοντά στη Χεβρών, όπου έχτισε νέο θυσιαστήριο. Όταν τέσσερις βασιλιάδες της ανατολής νίκησαν τους πέντε των Σοδόμων και πήραν τον Λωτ αιχμάλωτο, ο Αβραάμ έσπευσε να τον σώσει. Εξόπλισε τους τριακόσιους δεκαοκτώ υπηρέτες του, τους χώρισε σε ομάδες τη νύχτα και κατατρόπωσε ξαφνικά τους ισχυρούς εχθρούς. Ελευθέρωσε τον ανιψιό του με την οικογένειά του, ανέκτησε όλα τα λάφυρα και τα παρέδωσε πίσω χωρίς να κρατήσει τίποτε για τον εαυτό του.
Στον γυρισμό συνάντησε τον Μελχισεδέκ, ιερέα του Υψίστου και βασιλιά του Σαλήμ, που τον ευλόγησε και του πρόσφερε άρτο και οίνο. Ο Αβραάμ του παρέδωσε με ευγνωμοσύνη το ένα δέκατο όλων των λαφύρων, αναγνωρίζοντας έτσι το ιερατικό αξίωμα του δικαίου βασιλιά. Ο Κύριος τότε του ξαναμίλησε σε όραμα και του υποσχέθηκε αναρίθμητους απογόνους σαν τα αστέρια του ουρανού. Όταν ο Αβραάμ έγινε ενενήντα εννέα ετών, του φανερώθηκε ξανά ο Παντοκράτωρ και συνήψε μαζί του αιώνια διαθήκη της περιτομής.
Λίγο αργότερα τον επισκέφθηκαν τρεις άνδρες κοντά στη Δρυ Μαμβρή και ο πατριάρχης τους φιλοξένησε με υποδειγματική ευλάβεια. Ο Κύριος τότε ανήγγειλε ότι η γερασμένη Σάρρα θα γεννούσε γιο μέσα στον επόμενο ολόκληρο χρόνο. Όταν αποφάσισε να καταστρέψει τα Σόδομα και τα Γόμορρα για τις βαρύτατες αμαρτίες τους, ο Αβραάμ ικέτευσε με τόλμη για τους δικαίους. Δεν βρέθηκαν όμως ούτε δέκα δίκαιοι στις πόλεις και έτσι αποφασίστηκε η ολοκληρωτική καταστροφή τους με φωτιά.
Δύο άγγελοι έφτασαν στα Σόδομα το βράδυ και ο Λωτ τους φιλοξένησε σπίτι του με ζεστή προθυμία. Οι ασεβείς κάτοικοι της πόλης περικύκλωσαν την οικία και ζητούσαν να κακοποιήσουν τους ξένους με ανήκουστη αναίδεια. Οι άγγελοι τύφλωσαν τους επιτιθέμενους, άρπαξαν τον Λωτ με την οικογένειά του και τους έβγαλαν με τη βία έξω από την πόλη. Του παρήγγειλαν να φύγει στα βουνά και να μην κοιτάξει πίσω, ωσότου σωθεί από την επερχόμενη μεγάλη συμφορά. Καθώς έφτασε στη Σηγώρ, ο Κύριος έβρεξε από τον ουρανό θειάφι και φωτιά πάνω στις άνομες πόλεις.
Η γυναίκα του Λωτ παρέβη την προειδοποίηση, κοίταξε πίσω για να δει την καταστροφή και έγινε αμέσως στήλη άλατος. Ο Κύριος όντως φρόντισε για τη Σάρρα όπως είχε υποσχεθεί και της χάρισε στα βαθιά γηρατειά της τον αγαπημένο Ισαάκ. Ο Αβραάμ ήταν εκατό ετών όταν γεννήθηκε ο μονογενής γιος της επαγγελίας και ονομάστηκε Ισαάκ, που σημαίνει γέλιο. Έπειτα από λίγα χρόνια ο Θεός θέλησε να δοκιμάσει την πίστη του πατριάρχη και του ζήτησε να θυσιάσει τον μονογενή του.
Ο Αβραάμ υπάκουσε χωρίς δισταγμό, ξεκίνησε για τη γη Μοριά και ανέβηκε στο όρος της θυσίας με τον αγαπημένο του γιο. Ετοίμασε το θυσιαστήριο, έδεσε τον Ισαάκ και ύψωσε το μαχαίρι, μα φωνή αγγέλου τον σταμάτησε την τελευταία στιγμή. Είδε τότε ένα κριάρι πιασμένο από τα κέρατά του σε θάμνο και το πρόσφερε ως ολοκαύτωμα αντί για τον γιο του. Ο Κύριος τον επευλόγησε και του υποσχέθηκε ξανά αναρίθμητους απογόνους και ευλογία όλων των εθνών μέσα από τον σπόρο του.
Η Σάρρα κοιμήθηκε σε ηλικία εκατόν είκοσι επτά ετών και ο Αβραάμ την έθαψε στο σπήλαιο Μαχπελά κοντά στη Χεβρών. Έζησε εκατόν εβδομήντα πέντε χρόνια και παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο, αξιωμένος ν' αποκληθεί φίλος του Θεού. Ο δίκαιος Λωτ θεωρείται γενάρχης των Μωαβιτών και των Αμμωνιτών, και η Εκκλησία τιμά μαζί με τον Αβραάμ τη μνήμη του στις εννέα Οκτωβρίου. Ταις πρεσβείαις των δικαίων Αβραάμ και Λωτ, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.