Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Αγία Πελαγία η Παρθενομάρτυς της Ταρσού
Στην Ταρσό της Κιλικίας, μέσα στα σκληρά χρόνια του διωγμού του Διοκλητιανού, μια νέα κόρη ονειρευόταν τον αληθινό Νυμφίο του ουρανού. Τη λέγανε Πελαγία, καταγόταν από επιφανές ειδωλολατρικό σπίτι και η ψυχή της δεν χωρούσε στα λαμπρά παλάτια των γονιών της. Όταν άκουσε από φίλες της χριστιανές για τον Ιησού, πίστεψε με όλη της την καρδιά και έταξε στον Κύριο την ολόκληρη παρθενία της. Ο διάδοχος του αυτοκράτορα, ένας νεαρός που είχε υιοθετήσει ο Διοκλητιανός, είδε κάποτε την παρθένο και θαμπώθηκε από την ασύγκριτη ομορφιά της.
Θέλησε αμέσως να την κάνει γυναίκα του και έστειλε γρήγορα μήνυμα στους γονείς της να ζητήσει το χέρι της. Η αγία απάντησε στον νεαρό ότι ήταν ήδη μνηστευμένη με τον Χριστό, τον αθάνατο και αληθινό Νυμφίο. Δεν έδινε καμία σημασία στις πρόσκαιρες και ψεύτικες δόξες της γης και αρνήθηκε ολότελα τον προτεινόμενο επίγειο γάμο του διαδόχου. Ο νεαρός ταράχτηκε από την απόκριση, όμως αποφάσισε να την αφήσει για λίγο ήσυχη, ελπίζοντας πως θα άλλαζε γνώμη.
Στο μεταξύ η Πελαγία ζήτησε από τη μητέρα της να επισκεφθεί την τροφό που την είχε αναθρέψει από βρέφος. Είχε όμως κρυφό σκοπό, να βρει τον επίσκοπο της Ταρσού Λίνο, που είχε καταφύγει σε ψηλό βουνό για να γλιτώσει από τους διώκτες των χριστιανών. Τον είχε ήδη δει σε όνειρο και της είχε υποσχεθεί την πολυπόθητη χάρη του αγίου Βαπτίσματος. Η αγία ξεκίνησε για το ταξίδι μέσα σε λαμπρή άμαξα, ντυμένη με τα πιο ακριβά της ρούχα και συνοδευόμενη από πλήθος υπηρετών.
Καθώς ο δρόμος της προχωρούσε ανάμεσα σε δάση και λόφους, με τη χάρη του Θεού συνάντησε τον επίσκοπο Λίνο πάνω στο μονοπάτι. Τον γνώρισε αμέσως από το όνειρο, έπεσε στα πόδια του και του ζήτησε με δάκρυα στα μάτια να την βαπτίσει χωρίς αναβολή. Στην προσευχή του αγίου ιεράρχη ανέβλυσε ξαφνικά από τη στεγνή γη μια πηγή κρυστάλλινου ζωντανού νερού. Ο επίσκοπος σχημάτισε τον τύπο του τιμίου Σταυρού πάνω της και την κατέβασε ταπεινά στην αυτοσχέδια κολυμβήθρα.
Την ίδια ώρα του ιερού μυστηρίου εμφανίστηκαν ολόλαμπροι άγγελοι από τον ουρανό και την σκέπασαν με φωτεινό ολόλευκο μανδύα. Έπειτα την κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων του Χριστού και πρόσφερε μαζί της ευχαριστήριο δέηση στον Κύριο. Η Πελαγία πέταξε αμέσως τα πολυτελή ενδύματά της και ντύθηκε με ένα απλό και ταπεινό λευκό χιτώνα. Όλο της το πλούσιο βιος το μοίρασε χωρίς δισταγμό στους φτωχούς και τους χρειαζόμενους της περιοχής. Όταν επέστρεψε στους υπηρέτες της, άρχισε να τους μιλάει για τον Χριστό με ζωντανή θέρμη και πειστικά λόγια.
Πολλοί από αυτούς πίστεψαν αμέσως εκείνη την ευλογημένη ημέρα και έλαβαν λίγο αργότερα οι ίδιοι το άγιο Βάπτισμα. Δοκίμασε ύστερα να φέρει στην πίστη και τη μητέρα της, μα η σκληρόκαρδη γυναίκα δεν θέλησε καθόλου να ακούσει τα λόγια της κόρης. Έστειλε μάλιστα μήνυμα στον νεαρό διάδοχο πως η Πελαγία είχε γίνει χριστιανή και αρνιόταν τελείως τον γάμο μαζί του. Ο νέος κατάλαβε ότι την έχασε για πάντα και απελπισμένος έπεσε αυτόχειρας πάνω στο ίδιο του το σπαθί.
Η μητέρα φοβήθηκε τότε την οργή του αυτοκράτορα και έδεσε με τα ίδια της τα χέρια την κόρη της. Τη μετέφερε δεμένη στην αυλή του Διοκλητιανού ως χριστιανή και ως υπαίτια για τον θάνατο του διαδόχου του θρόνου. Ο αυτοκράτορας θαμπώθηκε κι αυτός από τη σπάνια ομορφιά της παρθένου και προσπάθησε να την αποσπάσει από τον Χριστό. Της υποσχέθηκε κάθε επίγειο αγαθό και βασιλικό αξίωμα, αν αρνιόταν την πίστη της και γινόταν σύζυγός του. Η αγία τον αντίκρισε με βαθιά περιφρόνηση και του απάντησε με θαρραλέα και αταλάντευτη φωνή ενώπιον όλης της αυλής.
Του είπε πως είναι παράφρων, αφού της προτείνει ξεθωριασμένα στεφάνια της γης αντί των αιωνίων του Χριστού. Ο αληθινός Βασιλιάς των ουρανών της είχε ετοιμάσει στη βασιλεία του τρία άφθαρτα και ασύγκριτα στεφάνια. Το πρώτο ήταν της πίστεως, γιατί είχε πιστέψει στον αληθινό Θεό με όλη τη δύναμη της καρδιάς της. Το δεύτερο ήταν της παρθενίας, αφού αφιέρωσε στον Νυμφίο της την αγνότητα και την ολόκληρη ζωή της. Το τρίτο ήταν του μαρτυρίου, γιατί ποθούσε να προσφέρει την ίδια την ψυχή της θυσία για την αγάπη του Χριστού.
Ο εξοργισμένος αυτοκράτορας έδωσε αμέσως διαταγή να καεί η αγία μέσα σε χάλκινο πυρακτωμένο ταύρο στη μέση της πόλης. Η μάρτυς δεν άφησε τους δημίους να αγγίξουν με τα μιαρά τους χέρια το παρθενικό της σώμα. Σφράγισε μόνη της τον εαυτό της με τον τύπο του τιμίου Σταυρού και μπήκε με τα πόδια της στο φλεγόμενο θηρίο. Η σάρκα της έλιωσε εκεί μέσα σαν εκλεκτή ευωδιαστή μύρρα και γέμισε ολόκληρη την πόλη με ουράνιο άρωμα. Τα τίμια οστά της όμως έμειναν ολότελα άθικτα από τη μανιασμένη φλόγα και αναπαύονταν φωτεινά μέσα στις στάχτες.
Οι ειδωλολάτρες τα έβγαλαν από τον ταύρο και τα έριξαν περιφρονητικά έξω από τα τείχη της Ταρσού. Τότε από τη γύρω έρημο βγήκαν τέσσερα μεγάλα λιοντάρια και κάθισαν γύρω από τα λείψανα με βαθιά ευλάβεια. Φύλαξαν τα ιερά οστά από κάθε όρνεο και από κάθε άγριο θηρίο, χωρίς να αφήσουν κανέναν να τα πλησιάσει. Αυτά τα μεγαλόπρεπα ζώα τα προστάτεψαν πιστά μέχρι να φτάσει εκεί ο επίσκοπος Λίνος για να τα παραλάβει. Εκείνος μάζεψε ένα προς ένα τα τίμια οστά της παρθενομάρτυρος με βαθιά συγκίνηση και ολόκαρδη πνευματική ευλάβεια.
Τα ενταφίασε με την πρέπουσα τιμή και αργότερα χτίστηκε πάνω στον τάφο της λαμπρός χριστιανικός ναός. Ταις πρεσβείαις της αγίας παρθενομάρτυρος Πελαγίας της εκ Ταρσού, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.