Η Φοβερή Οπτασία του Οσίου Κοσμά του Μοναχού

Εικόνα: Η Φοβερή Οπτασία του Οσίου Κοσμά του Μοναχού

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Η Φοβερή Οπτασία του Οσίου Κοσμά του Μοναχού

Στην Κωνσταντινούπολη της αυτοκρατορίας έζησε ένας άνθρωπος που υπηρετούσε πιστά στον βασιλικό κοιτώνα του Αλεξάνδρου, υιού του Βασιλείου του Μακεδόνος και αδελφού του σοφού Λέοντος. Ο άνθρωπος αυτός άφησε τη χλιδή των ανακτόρων, αρνήθηκε τις τιμές του παλατιού και αγάπησε με όλη του την ψυχή τη μοναχική πολιτεία της σιωπής και της προσευχής. Πήρε το αγγελικό σχήμα και μετονομάστηκε Κοσμάς, αφιερώνοντας την υπόλοιπη ζωή του στη σιωπή, στη νηστεία και στην αδιάλειπτη προσευχή.

Μετά από χρόνια ασκητικής εργασίας, οι Πατέρες τον κατέστησαν ηγούμενο στο σεβάσμιο μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Σαγγάριο της Βιθυνίας. Στο μοναστήρι αυτό ο Όσιος Κοσμάς οδήγησε την αδελφότητα με σύνεση, με αγάπη και με ζωντανό παράδειγμα ταπεινώσεως και υπακοής. Δεκατρία χρόνια μετά την άνοδο του Ρωμανού Λεκαπηνού στον αυτοκρατορικό θρόνο, τον βρήκε μια βαρύτατη και πολύ επικίνδυνη ασθένεια. Η αρρώστια διήρκεσε για πέντε ολόκληρους μήνες, αδυνατίζοντας το σώμα του και δοκιμάζοντας με τρόπο σκληρό την υπομονή και την πίστη του.

Στο τέλος εκείνων των ημερών ο Όσιος ανέλαβε λίγο τις δυνάμεις του και ζήτησε να καθίσει για λίγο στην κλίνη του. Δύο αδελφοί τον στήριζαν από τις δύο πλευρές, ενώ εκείνος προσηλωμένος έβλεπε προς τη στέγη του ταπεινού του κελλιού. Ξαφνικά βρέθηκε σε βαθιά έκσταση, με τα μάτια ορθάνοιχτα, να ψιθυρίζει με τα χείλη ακατάληπτα λόγια από την τρίτη ώρα ως την ενάτη. Όταν συνήλθε λίγο, ζήτησε από τους αδελφούς να του δώσουν τα δύο κομμάτια του ψωμιού που είχε δεχτεί από έναν τίμιο γέροντα στο όραμα.

Έψαξε με τα ταλαιπωρημένα χέρια του στον κόλπο του, αναζητώντας με πάθος κάτι ορατό μόνο σε εκείνον και αόρατο στους άλλους. Οι μοναχοί κατάλαβαν αμέσως ότι ο Πατέρας τους είχε δει θεία οπτασία, και τον παρακάλεσαν θερμά να μιλήσει και να τους διηγηθεί τα μυστήρια. Ο Όσιος όμως τους ζήτησε να σιωπήσουν και να περιμένουν, ώσπου ο Κύριος να του χαρίσει πάλι τις σωματικές και πνευματικές του αισθήσεις. Το πρωί συγκεντρώθηκε όλη η αδελφότητα στο κελλί και ο γέροντας άρχισε να αφηγείται με βαθιά συγκίνηση και σιωπηλά δάκρυα.

Από την αριστερή του πλευρά είχε δει πλήθος μαύρων ανθρωπίνων μορφών, με όψη φοβερή, με βλέμμα απειλητικό και πρόσωπο σκοτεινό. Άλλοι από εκείνους είχαν τα μάτια αναποδογυρισμένα, ενώ άλλοι τα είχαν αιματωμένα και έμοιαζαν με φονιάδες και άγρια θηρία της ερήμου. Τα χείλη τους ήταν μαύρα, εξογκωμένα και παραμορφωμένα, λες και κάποια αόρατη πληγή τα είχε σακατέψει με τη φλόγα της κακίας. Οι σκοτεινές αυτές μορφές πλησίασαν με ορμή την κλίνη του και προσπάθησαν να τον αρπάξουν με βία απερίγραπτη.

Όσο έβλεπε τους αδελφούς γύρω του δεν φοβόταν, μα έπειτα βρέθηκε ξαφνικά μόνος και τότε εκείνοι τον κυρίευσαν με θρασύτητα τρομακτική. Άλλοι τον τραβούσαν δεμένον από εμπρός, άλλοι τον έσπρωχναν από πίσω με δύναμη και άλλοι τον στενοχωρούσαν σκληρά από κάθε μεριά. Τον οδήγησαν με βία σε έναν τεράστιο και βαθύτατο γκρεμό, του οποίου το πλάτος ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινο μέτρο και κάθε λογική. Το βάθος εκείνου του φοβερού γκρεμού έφτανε έως τον τάρταρο, ενώ στα έγκατά του κυλούσε ποταμός βουερός με τρομερή βοή.

Στη μία πλευρά υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό και επικίνδυνο, που μόλις χωρούσε το ίχνος ενός μόνον ανθρώπινου ποδιού. Από εκείνον τον φοβερό δρόμο τον τραβούσαν με βία, ώσπου έφτασαν τέλος σε μια μεγάλη πύλη που ήταν λίγο ανοιχτή. Στην πύλη καθόταν ένας τεράστιος και απαίσιος γίγαντας, μαύρος στην όψη, με μάτια φλογισμένα και πρόσωπο γεμάτο οργή και πικρία. Από τη μύτη του έβγαινε καπνός πυκνός, και η γλώσσα του κρεμόταν έξω από το στόμα σαν φοβερό και τρομακτικό μαστίγιο.

Το δεξί του χέρι ήταν εντελώς παγωμένο και ακίνητο, ενώ το αριστερό ήταν μακρύ, χοντρό σαν κολόνα και πολύ απειλητικό. Με αυτό το χέρι άρπαζε τους αμαρτωλούς και τους πετούσε στο απέραντο χάος, ενώ από κάτω ακούγονταν φωνές οδύνης και απελπισίας. Όταν είδε τον Κοσμά να πλησιάζει, φώναξε δυνατά πως είναι φίλος του και άπλωσε το χέρι του για να τον αρπάξει. Ο Όσιος όμως πάγωσε αμέσως από τον φόβο και έγειρε προς τα μέσα, αναζητώντας με την καρδιά του προστασία ουράνια και θεϊκή.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή εμφανίστηκαν δύο ιεροπρεπείς άντρες, λευκοί στις τρίχες, με όψη γαλήνια και πρόσωπο που έλαμπε από αγιότητα και ουράνιο φως. Ο Όσιος Κοσμάς τους αναγνώρισε ως τον Απόστολο Ανδρέα και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, καθώς θύμιζαν τις άγιες εικόνες τους από την εκκλησία. Ο φοβερός μαύρος γίγαντας τους είδε, τρομοκρατήθηκε αμέσως και κρύφτηκε με σπουδή πίσω από το πυκνό σκοτάδι της κολάσεως. Οι δύο άγιοι παρέλαβαν τον Κοσμά με ευμένεια και πέρασαν μαζί του από μια εσωτερική και πιο φωτεινή πύλη.

Βγήκαν σε μια απέραντη πεδιάδα γεμάτη ωραιότατα χωρία, με κήπους ευωδιαστούς, με πηγές καθαρές και με φωτεινό αέρα παντού. Στο τέλος της πεδιάδας υπήρχε μια χλοερή κοιλάδα, της οποίας το κάλλος και η ευφροσύνη ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη περιγραφή και νόηση. Στο κέντρο της κοιλάδας καθόταν ένας τίμιος και χαριτωμένος γέροντας, περιτριγυρισμένος από πλήθος παιδιών αναρίθμητο σαν την άμμο της θαλάσσης. Όταν ο Κοσμάς ρώτησε ποιος ήταν εκείνος ο σεβάσμιος γέροντας, του αποκρίθηκαν χαμηλόφωνα πως ήταν ο πατριάρχης Αβραάμ.

Τότε ο Όσιος έπεσε με μεγάλη ευλάβεια στα πόδια του και τον προσκύνησε με δάκρυα βαθιάς ευγνωμοσύνης και χαράς. Έπειτα συνέχισαν την πορεία τους και έφτασαν σε έναν τεράστιο ελαιώνα, του οποίου τα δέντρα ήταν αναρίθμητα σαν τα άστρα. Σε κάθε δέντρο υπήρχε μια σκηνή, και μέσα σε κάθε σκηνή μια κλίνη με έναν άνθρωπο που αναπαυόταν εν ειρήνη. Εκεί ο Όσιος αναγνώρισε πολλούς από τους αδελφούς και τους φίλους του που είχαν κοιμηθεί σε προηγούμενα χρόνια.

Οι θείοι συνοδοί του εξήγησαν πως αυτές ήταν οι «πολλαί μοναί» που υποσχέθηκε ο Σωτήρας Χριστός στους πιστούς της Εκκλησίας του. Πέρα από τον ελαιώνα φάνηκε μια πόλις λαμπρή και θαυμαστή, με τείχος ψηλό στολισμένο από δώδεκα ζώνες πολύτιμων λίθων. Οι λίθοι ήταν εκείνοι ακριβώς που είδε και ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη, θεμέλιοι της άνω και ουράνιας Ιερουσαλήμ. Οι πύλες της πόλεως ήταν στολισμένες με χρυσό και άσημι, και το έδαφος μέσα γυάλιζε σαν καθαρό μάλαμα.

Τα σπίτια, οι θρόνοι και οι τράπεζες ήταν όλα από χρυσό, ενώ ευωδία ανέκφραστη γέμιζε κάθε γωνιά της πόλεως. Στην άκρη της πόλεως υπήρχαν θαυμαστά βασίλεια, με νυμφικό θάλαμο πλατύ, του οποίου ο γύρος ήταν τόσος όσο μια λίθου βολή. Δύο φωτόμορφοι νέοι αρχάγγελοι έσκυψαν από ψηλά και ζήτησαν να καθίσει και ο Όσιος Κοσμάς στην ουράνια τράπεζα της Βασιλείας. Λίγο αργότερα όμως είπαν στους δύο αποστόλους να τον επιστρέψουν, γιατί τα πνευματικά του τέκνα πενθούσαν πικρά για την απουσία του.

Στον δρόμο της επιστροφής συνάντησε επτά λίμνες φοβερές, γεμάτες σκότος, φωτιά, βρωμερή ομίχλη, σκουλήκια ακόρεστα και ποικίλες τιμωρίες αμαρτωλών. Συνάντησε ξανά τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος του έδωσε ένα χρυσό ποτήριο γεμάτο κρασί γλυκύτερο και από το μέλι. Ο πατριάρχης Αβραάμ του πρόσφερε ακόμη τρία κομμάτια ξηρού άρτου, που ο Όσιος έβαλε στον κόλπο του με ευλάβεια και χαρά. Στη συνέχεια ξαναβρέθηκε μπροστά στον τρομερό μαύρο γίγαντα, ο οποίος τώρα έτριζε τα δόντια του από οργή και πικρή απογοήτευση.

Εκείνος του φώναξε με μανία πως τώρα γλίτωσε, αλλά πως ποτέ δεν θα πάψει να σκαρώνει σκάνδαλα κατά της μονής του. Έτσι λοιπόν, μυστηριωδώς και αόρατα, ο Όσιος Κοσμάς ξαναβρέθηκε στο ταπεινό κελλί του και στους ανήσυχους και ταραγμένους αδελφούς του. Όταν τέλειωσε την αφήγηση, οι μοναχοί έστειλαν αμέσως αδελφό στη γειτονική μονή του Τραϊανού να ρωτήσει για κάποιον Αθανάσιο. Εκεί έμαθαν πως ο μοναχός Αθανάσιος είχε όντως κοιμηθεί την προηγουμένη, την ίδια ακριβώς ώρα με την οπτασία του Κοσμά.

Έτσι ο Κύριος είχε δείξει με ολοζώντανο τρόπο ότι δέχτηκε εκείνον αντί του Κοσμά, για το πνευματικό καλό της αδελφότητας. Λίγο αργότερα τα δύο γειτονικά μοναστήρια ενώθηκαν σε ένα κοινό κοινόβιο, καθώς γειτονεύανε στενά και είχαν την ίδια διοίκηση. Ένας ηγούμενος πια κυβέρνησε με σύνεση και με τη βοήθεια της θείας Χάριτος τα δύο αδελφικά αυτά κοινόβια. Ο Όσιος Κοσμάς έζησε μετά την οπτασία ακόμη τριάντα ολόκληρα χρόνια σε αδιάκοπη πνευματική προκοπή και θεαρέστους αρετές.

Αύξησε με τη χάρη του Θεού τις πνευματικές καρποφορίες, τα έσοδα και τις ψυχικές αρετές των αδελφών του. Έτσι δοξάστηκε πολλαπλά ο φιλάνθρωπος Θεός μέσα από τη ζωή και την οπτασία αυτού του μακαρίου ποιμένος της Εκκλησίας. Ταις πρεσβείαις του Οσίου σου πατρός ημών Κοσμά του μοναχού, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν4μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Όσιοι