Όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης ο Ψάλτης

Εικόνα: Όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης ο Ψάλτης

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης ο Ψάλτης

Στις σελίδες της εκκλησιαστικής μουσικής λάμπει ως αστέρι ο όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης, ο μεγαλύτερος μελωδός μετά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Γεννήθηκε στο Δυρράχιο της σημερινής Αλβανίας, ένα κοσμοπολίτικο λιμάνι που εκείνη την εποχή βρισκόταν κάτω από τη βυζαντινή κυριαρχία. Σύμφωνα με τους ερευνητές, ήρθε στον κόσμο είτε στον δωδέκατο είτε στο τέλος του δεκάτου τρίτου αιώνα, γύρω στο έτος χίλια διακόσια εβδομήντα. Έχασε τον πατέρα του σε πολύ μικρή ηλικία και η ευσεβής μητέρα του ανέλαβε όλη την ανατροφή του.

Φρόντισε να τον εμπιστευτεί στους καλύτερους δασκάλους της εποχής, ώστε να μάθει τα ιερά γράμματα και την ανώτερη μουσική τέχνη. Από νωρίς ξεχώρισε για τη σπάνια εξυπνάδα, την αγγελική φωνή και τις εξαιρετικές μουσικές του ικανότητες. Όλοι τον φώναζαν αγγελόφωνο, γιατί όταν τραγουδούσε σαν παιδί έμοιαζε να μιλά η ίδια η ουράνια αρμονία. Σύντομα η φήμη του έφτασε ως την Κωνσταντινούπολη και τον έστειλαν στο αυτοκρατορικό σχολείο να σπουδάσει και να ψάλλει.

Στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας έλαμψε το τάλαντό του και κατέπληξε τους πάντες με την προοδό του στη μουσική. Τον διόρισαν διευθυντή των μουσικών δραστηριοτήτων της πρωτεύουσας και του απένειμαν τον σημαντικό τίτλο του Μαΐστορα. Όταν έψαλλε στον ναό της Αγίας Σοφίας, οι ακροατές συγκλονίζονταν τόσο, ώστε άρχιζαν να κλαίνε με αναφιλητά. Η ζωή της αυτοκρατορικής αυλής με τις τιμές και τις λαμπρότητες δεν ικανοποιούσε όμως την ψυχή του νέου ψάλτη.

Η καρδιά του ποθούσε ασκητική ζωή αφιερωμένη ολόκληρη στον Κύριο, μακριά από τους πειρασμούς του παλατιού. Ο αυτοκράτορας μάλιστα τον αγαπούσε τόσο πολύ, ώστε ήθελε να τον παντρέψει με την κόρη ενός ευγενούς αξιωματούχου. Ο νεαρός Ιωάννης αποφάσισε τότε να φύγει κρυφά, χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν για την απόφασή του. Ντύθηκε σαν φτωχός βοσκός και πορεύτηκε με τα πόδια μέχρι το Άγιον Όρος και τη Μεγίστη Λαύρα. Εκεί ζήτησε ταπεινά να γίνει δεκτός στη μοναχική αδελφότητα της μονής, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του.

Κανείς από τους μοναχούς δεν αναγνώρισε στον ταπεινό βοσκό τον περίφημο πρωτοψάλτη της αυτοκρατορικής αυλής της Πόλεως. Ο ηγούμενος τον δέχτηκε με αγάπη και του ανέθεσε ως διακόνημα τη φύλαξη του ποιμνίου των κατσικιών. Ο Ιωάννης οδηγούσε το κοπάδι σε απομονωμένες περιοχές του Αγίου Όρους και τα έβοσκε στις ερημικές βουνοπλαγιές. Μέσα στην ησυχία της φύσης βυθιζόταν σε προσευχή, θεωρία του Θεού και ολονύκτια ψαλμωδία των θείων ύμνων. Κάποια ημέρα νομίζοντας ότι ήταν εντελώς μόνος, άρχισε να ψάλλει με φωνή πιο δυνατή από το συνηθισμένο.

Έψαλε με κατάνυξη έναν εξαίσιο ύμνο αφιερωμένο στην Υπεραγία Δέσποινα Θεοτόκο και Μητέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Στον γύρω χώρο γύρω από τον Ιωάννη ζούσε όμως ένας ησυχαστής μοναχός μέσα σε ένα απομονωμένο κελί. Ο ασκητής εκείνος άκουσε από μακριά την υπέροχη μελωδία και έμεινε εκστατικός από την πνευματική ομορφιά της. Είδε ακόμη ότι και τα ίδια τα ζώα του ποιμνίου σταμάτησαν να βοσκούν και άκουγαν μαγεμένα από τη φωνή. Έσπευσε αμέσως στον ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας και του διηγήθηκε όσα είδε και άκουσε στην ερημιά.

Ο ηγούμενος κάλεσε αμέσως τον νεαρό βοσκό και τον υποχρέωσε να αποκαλύψει την αλήθεια για την ταυτότητά του. Ο Ιωάννης ομολόγησε ότι ήταν ο πρώην πρωτοψάλτης της αυτοκρατορικής αυλής και του φανέρωσε όλη του την ιστορία. Παρακάλεσε δακρυσμένος τον ηγούμενο να μην τον παραδώσει στον αυτοκράτορα και να τον αφήσει στη μοναχική ζωή. Ο ηγούμενος τότε ταξίδεψε ο ίδιος μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να συναντήσει τον αυτοκράτορα και να εξηγήσει την κατάσταση.

Ο μονάρχης σεβάστηκε το θέλημα του Θεού και διέταξε να μείνει ο Ιωάννης ελεύθερος στο Άγιον Όρος. Επέστρεψε αμέσως ο ηγούμενος γεμάτος χαρά και ανακοίνωσε στον Ιωάννη και σε όλους τους αδελφούς τη χαρμόσυνη απόφαση. Από εκείνη τη στιγμή ο νεαρός έπαψε να φοβάται την ανθρώπινη δόξα και αφιερώθηκε ολόκληρος στην προσευχή. Εγκαταστάθηκε ο ίδιος σε ένα μικρό κελί αφιερωμένο στους τιμίους Αρχαγγέλους, που βρισκόταν κοντά στη Μεγίστη Λαύρα. Εκεί άρχισε να συνθέτει εκατοντάδες υμνώδικα έργα, ψάλλοντας κάθε στιγμή προς τιμήν του Θεού και της Παναγίας.

Η εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική γνώρισε με τον όσιο Ιωάννη μια χρυσή εποχή ανθίσεως και πνευματικής ανανέωσης. Συστηματοποίησε και αναμόρφωσε τις παλαιότερες μελωδίες, και συνέθεσε ένα πλήθος πρωτότυπων μουσικών κομματιών στο καλοφωνικό ύφος. Οι συνθέσεις του κάλυψαν όλες τις καθημερινές ακολουθίες της Εκκλησίας, τον εσπερινό, τον όρθρο και τη θεία λειτουργία. Έγραψε χαρακτηριστικούς ύμνους όπως το «Επί σοι χαίρει», τα ανοιξαντάρια, τα πολυελέους, τα χερουβικά και τις κοινωνικές.

Ψάλλε ο ίδιος στον δεξιό χορό της Μεγίστης Λαύρας κατά τις Κυριακές και τις δεσποτικές εορτές. Κάποια στιγμή μετά από έναν Ακάθιστο Ύμνο μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ο Ιωάννης αξιώθηκε ξεχωριστού θαύματος. Η Παναγία τού εμφανίστηκε σε όνειρο και του είπε γλυκύτατα να χαίρει και να μη σταματάει να ψάλλει. Έβαλε τότε στην παλάμη του ένα χρυσό φλουρί ως ευλογία και ευχαριστία για τους ύμνους του. Από τότε η εικόνα ονομάστηκε Κουκουζέλισσα και βρίσκεται στη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου με αμέτρητα θαύματα.

Η Παναγία τού εμφανίστηκε επίσης μια δεύτερη φορά και τον θεράπευσε από φοβερή πάθηση των ποδιών. Είχε υποφέρει για χρόνια ολόκληρα από την παρατεταμένη ορθοστασία μέσα στους ναούς κατά τις μακρές αγρυπνίες και λειτουργίες. Όταν προαισθάνθηκε την ώρα του θανάτου του, ο Ιωάννης συγκάλεσε όλους τους αδελφούς και τους αποχαιρέτησε με δάκρυα. Τους ζήτησε να τον θάψουν στο κελί των Αρχαγγέλων που έκτισε ο ίδιος και απεβίωσε ειρηνικά την πρώτη Οκτωβρίου. Ταις πρεσβείαις του οσίου Ιωάννου του Κουκουζέλη, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν5μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Όσιοι