Στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς, όταν το Γένος βογκούσε κάτω από τον τουρκικό ζυγό, ένας φωτεινός απόστολος ξεκινούσε να οργώσει την Ελλάδα. Στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου, κοντά στο Μεγάλο Δένδρο της Ναυπακτίας, γεννήθηκε ο Κοσμάς από γονείς ευσεβείς και ταπεινούς. Εκείνοι τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, και η ψυχή του ποτίστηκε από νωρίς με τη γλυκιά πίστη του Χριστού. Στα είκοσι του χρόνια μετέβη στο Άγιο Όρος, για να σπουδάσει στο νεοσύστατο τότε σχολείο του Βατοπεδίου με ονομαστούς διδασκάλους.
Είχε δασκάλους τον Παναγιώτη Παλαμά, τον Νικόλαο Τζαρτζούλιο από το Μέτσοβο και αργότερα τον σοφό Ευγένιο Βούλγαρη. Πήγε στη συνέχεια στη μονή Φιλοθέου, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Κοσμάς, και κατόπιν χειροτονήθηκε ιερομόναχος. Η ψυχή του φλεγόταν νύχτα και μέρα από τον πόθο να διδάξει τα Άγια Γράμματα στους σκλαβωμένους ραγιάδες της πατρίδας του. Θεωρούσε όμως τον εαυτό του ταπεινό και ανίκανο να επωμιστεί τόσο μεγάλο και βαρύ ιεραποστολικό φορτίο.
Με θεία αποκάλυψη μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Χρύσανθο και διδάχθηκε κοντά του τη ρητορική τέχνη. Πήρε την άδεια του Πατριάρχη Σεραφείμ και αργότερα του διαδόχου του Σωφρονίου, για να κηρύξει ελεύθερα τον λόγο του Θεού. Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη αποστολική του πορεία μέσα στα δύσκολα χρόνια της δουλείας, με τη φωτιά του Παρακλήτου στην καρδιά του. Άρχισε αμέσως να κηρύττει στους ναούς και τα χωριά γύρω από την Κωνσταντινούπολη, και έπειτα κατέβηκε στην Αιτωλοακαρνανία.
Περιόδευσε τα Δωδεκάνησα, το Άγιο Όρος και ολόκληρη τη Μακεδονία, φτάνοντας έως τη Χειμάρα, την Ήπειρο, τη Λευκάδα και την Κεφαλληνία. Πέρασε στη Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα και αργότερα στη Βόρειο Ήπειρο, όπου φύτεψε βαθιά τον σπόρο της πίστης. Όπου περνούσε έχτιζε σχολεία και εκκλησίες, ενώ πλήθος λαού συνέρρεε για να ρουφήξει το νέκταρ της αγίας διδασκαλίας του. Έβαζε μεγάλους ξύλινους σταυρούς στις πλατείες ως αιώνιο μνημόσυνο των λόγων του, και πολλά θαύματα έγιναν στα μέρη εκείνα.
Στη Βόρειο Ήπειρο μετέστρεψε σκληρές καρδιές, ημέρωσε τους ληστές και έφερε σε ειλικρινή μετάνοια ολόκληρους χριστιανικούς πληθυσμούς. Στις γυναίκες χάριζε χιλιάδες μαντίλια για να καλύπτουν την κεφαλή τους, ενώ μοίραζε κομποσχοίνια και σταυρούς στους απλούς ανθρώπους. Τελικά ο φθόνος των Εβραίων, σε συνεργασία με τους Τούρκους του Κουρτ Πασά, οδήγησε στον απαγχονισμό του στο Κολικόντασι. Έφυγε για τον ουρανό το χίλια επτακόσια εβδομήντα εννέα, σε ηλικία εξήντα πέντε ετών, ως απόστολος και μάρτυρας.
Το λείψανό του το έριξαν στον ποταμό Άψο με μια βαριά πέτρα στον λαιμό, αλλά εκείνο επέπλεε θαυμαστά πάνω στα νερά. Το βρήκε ο ιερέας Μάρκος μετά από τρεις ημέρες και το ενταφίασε με τιμές στη μονή της Αρδενίτσας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατέταξε επίσημα στους αγίους ως ισαπόστολο και νέο ιερομάρτυρα το χίλια εννιακόσια εξήντα ένα. Ταις πρεσβείαις του αγίου ιερομάρτυρος Κοσμά του Αιτωλού, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.