Ο Άγιος Μάρτυς Μύρων ο Πρεσβύτερος της Κυζίκου

Εικόνα: Ο Άγιος Μάρτυς Μύρων ο Πρεσβύτερος της Κυζίκου

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Ο Άγιος Μάρτυς Μύρων ο Πρεσβύτερος της Κυζίκου

Μέσα στον ναό, την ώρα της Θείας Λειτουργίας των Χριστουγέννων, ένας ιερέας στάθηκε μπροστά στους στρατιώτες του ηγεμόνα για να σώσει το ποίμνιό του. Λίγο αργότερα, εκατόν πενήντα ειδωλολάτρες υπηρέτες έπεσαν νεκροί από τη φλόγα ενός καμινιού που δεν άγγιξε τον δεμένο μάρτυρα. Ο Άγιος Μύρων έζησε στην Αχαΐα της Ελλάδος τον τρίτο αιώνα, στα χρόνια του ασεβούς αυτοκράτορα Δεκίου, και άθλησε γύρω στα διακόσια πενήντα μετά Χριστόν. Καταγόταν από επιφανή και πλούσια οικογένεια, όμως διακρινόταν για την πραότητα, την καλοσύνη και τη θερμή του αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους.

Έλαβε το αξίωμα του πρεσβυτέρου και ποίμαινε με στοργή τα πνευματικά του τέκνα, χωρίς να φοβάται τους διωγμούς της εποχής. Ηγεμόνας της περιοχής ήταν τότε ο σκληρός και αιμοβόρος Αντίπατρος, που κυνηγούσε με μανία τους πιστούς του Χριστού. Παρά τους κινδύνους, ο άγιος συνέχιζε να τελεί απρόσκοπτα τη Θεία Λειτουργία και να στηρίζει τους Χριστιανούς στην ομολογία τους. Η ζωή του ήταν θεάρεστη, γεμάτη προσευχή, ελεημοσύνη και απέραντη φροντίδα για όσους τον πλησίαζαν.

Όλοι έβλεπαν σε αυτόν έναν πραγματικό πατέρα, που μοιραζόταν μαζί τους κάθε χαρά και κάθε δοκιμασία της δύσκολης εκείνης εποχής. Την ημέρα της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού, ενώ ο άγιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, εισέβαλε στον ναό ο Αντίπατρος με στρατιώτες, για να συλλάβει τους πιστούς που προσεύχονταν. Ο Μύρων, γεμάτος ιερό ζήλο, στάθηκε μπροστά τους και άρχισε να ικετεύει για το ποίμνιό του και να ελέγχει με παρρησία τη σκληρότητα του ηγεμόνα.

Ο Αντίπατρος, εξοργισμένος από τους λόγους του ιερέως, διέταξε αμέσως τη σύλληψη και τα φρικτά βασανιστήριά του. Τον κρέμασαν σε ξύλο και άρχισαν να ξεσχίζουν τις σάρκες του με σιδερένιες χτένες. Έπειτα έκαψαν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και τέλος τον έριξαν σε ένα καμίνι που έβγαζε τρομερές φλόγες. Η φωτιά όμως δεν τον άγγιξε καθόλου, αλλά πετάχτηκε έξω και κατέκαψε εκατόν πενήντα ειδωλολάτρες υπηρέτες που στέκονταν τριγύρω. Ο άγιος έμεινε αβλαβής μέσα στις φλόγες και δοξολογούσε τον Θεό.

Γύρω του φαίνονταν φωτεινοί άγγελοι, που δρόσιζαν το καμίνι και προστάτευαν τον πιστό δούλο του Κυρίου από κάθε βλάβη. Όταν έσβησε το καμίνι και ο άγιος βγήκε αλώβητος, ο Αντίπατρος τον πίεζε ξανά να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Μύρων αρνήθηκε με σταθερότητα, και τότε ο ηγεμόνας πρόσταξε να γδάρουν το δέρμα του και να το κόψουν σε λεπτές λωρίδες, από τους ώμους ώς τα πόδια. Ο γενναίος μάρτυς, πήρε μία από τις λωρίδες και την πέταξε με δύναμη στο πρόσωπο του τυράννου, δείχνοντας την περιφρόνησή του προς τη μανία του.

Μετά από αυτό, ξανάρχισαν να τον ξεσχίζουν με σιδερένια νύχια στο γυμνωμένο του σώμα και έπειτα τον έριξαν στα άγρια θηρία για να τον κατασπαράξουν. Τα θηρία όμως, με τη χάρη του Χριστού, δεν άγγιξαν καθόλου τον μάρτυρα, αλλά στάθηκαν ήμερα μπροστά του. Ο Αντίπατρος, βλέποντας τον εαυτό του ντροπιασμένο από τη γενναιότητα και τα θαύματα του αγίου, κυριεύτηκε από λύσσα και απελπισία. Με τα ίδια του τα χέρια έβαλε τέλος στη ζωή του, παραδίδοντας τη μιαρή ψυχή του στους δαίμονες και στην αιώνια κόλαση.

Έτσι έσβησε άδοξα ο διώκτης του Χριστού. Μετά τον θάνατο του Αντιπάτρου, οδήγησαν τον άγιο Μύρωνα στην πόλη της Κυζίκου, όπου τελείωσε το μαρτυρικό του δρόμο. Εκεί τον αποκεφάλισαν με το ξίφος και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, λαμβάνοντας τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Έτσι ο γενναίος πρεσβύτερος εισήλθε στη χαρά του Κυρίου του, νικητής μέσα από φωτιά, μαστίγια, θηρία και ξίφος. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις δεκαεπτά Αυγούστου, υμνώντας την ανδρεία, την υπομονή και τη φλογερή του αγάπη προς τον Χριστό.

Η ζωή του παραμένει φωτεινό παράδειγμα για κάθε ιερέα και για κάθε πιστό, που καλείται να υπερασπιστεί την αλήθεια και να σταθεί δίπλα στο ποίμνιό του. Οι ιεροί υμνογράφοι ψάλλουν πως από τη νεότητά του αγάπησε τον Χριστό και τήρησε πιστά τις θείες εντολές του Κυρίου. Μαζί με τους αγγέλους πρεσβεύει αδιάκοπα για όσους τιμούν τη μνήμη του και ζητούν την άφεση των αμαρτιών τους.

Δεύτερη διήγηση

Στις ιερές πεδιάδες της Αχαΐας, εκεί όπου η εκκλησία βίωνε ακόμη τον τρίτο αιώνα μέσα στους διωγμούς, υπηρετούσε ένας ευγενικός πρεσβύτερος. Το όνομά του ήταν Μύρων, και ζούσε στους χρόνους του αυτοκράτορα Δεκίου, ηγεμόνας δε της περιοχής εκείνης ήταν ο Αντίπατρος. Ο άγιος καταγόταν από ένδοξο και πλούσιο γένος της εποχής εκείνης, και υπήρξε εξαιρετικά πράος στον χαρακτήρα του. Στην καρδιά του έθρεφε πάντοτε θερμή αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους, και περνούσε ζωή θεάρεστη.

Κάποια ημέρα, την εορτή της Γεννήσεως του Χριστού, ο ηγεμόνας Αντίπατρος εισήλθε με τους στρατιώτες του στον χριστιανικό ναό. Σκοπός του ήταν να συλλάβει τους πιστούς που είχαν συναχθεί εκεί για την προσευχή, και να τους παραδώσει σε βασανιστήρια. Βλέποντας αυτό ο Μύρων γέμισε ιερό ζήλο και ήλεγξε δυνατά τον ηγεμόνα, υπερασπιζόμενος ολοκληρωτικά τα πνευματικά του παιδιά. Για τον λόγο αυτό συνελήφθη αμέσως με διαταγή του Αντιπάτρου, και παραδόθηκε σε σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια.

Πρώτα τον κρέμασαν σε ξύλο και τον ξέσχισαν με σιδερένιο ξυστήρα, ενώ έπειτα τον κατέφλεξαν με τις φωτιές. Τέλος τον έριξαν σε καμίνι αναμμένο, που εκτόξευε τρομερές φλόγες προς τον ουρανό μέσα στη μανία της φωτιάς. Όμως εκείνη τη στιγμή φωτιά εξήλθε θαυμαστά μέσα από το καμίνι, και κατέκαψε εκατόν πενήντα ασεβείς υπηρέτες του ηγεμόνα. Ο άγιος όμως έμεινε ζωντανός με τη χάρη του Χριστού, χωρίς να πάθει την παραμικρή βλάβη μέσα στις φλόγες της καμίνου.

Στεκόμενος μέσα στο καμίνι ευλογούσε τον Θεό, ενώ φαίνονταν εκεί άγιοι Άγγελοι μέσα στη φωτιά γύρω από τον μάρτυρα. Οι ουράνιες αυτές δυνάμεις δρόσιζαν το καμίνι, και ο άγιος παρέμενε αλώβητος μέσα στην πύρινη δοκιμασία της ομολογίας του. Όταν η φωτιά έσβησε και ο άγιος εξήλθε σώος, ο ηγεμόνας άρχισε να τον αναγκάζει να προσκυνήσει τα είδωλά του. Ο Μύρων όμως αρνήθηκε σταθερά να εκτελέσει αυτή την ασεβή διαταγή, και τότε ο Αντίπατρος έδωσε νέα φοβερή εντολή.

Διέταξε να γδάρουν το δέρμα του αγίου και να το κόψουν σε λουριά, ξεκινώντας από τους ώμους μέχρι κάτω στα πόδια του. Ο μάρτυρας πήρε με αξιοπρέπεια ένα από αυτά τα λουριά, και το πέταξε με δύναμη μέσα στο πρόσωπο του ηγεμόνα. Τότε υποβλήθηκε ξανά σε ξυσμό με σιδερένια νύχια πάνω στο γυμνωμένο και ταλαιπωρημένο σώμα του, χωρίς ίχνος υποχωρήσεως. Παραδόθηκε έπειτα στα άγρια θηρία για να τον κατασπαράξουν, όμως ούτε εκείνα δεν τόλμησαν να αγγίξουν τον αθλητή του Κυρίου.

Βλέποντας τον εαυτό του νικημένο σε όλα, ο Αντίπατρος γέμισε οργή και αυτοκτόνησε με τα ίδια του τα χέρια. Τον άγιο τον οδήγησαν τότε στην πόλη της Κυζίκου, όπου τελείωσε τον μαρτυρικό του δρόμο με αποκεφαλισμό. Ταις πρεσβείαις του αγίου μάρτυρος Μύρωνος του πρεσβυτέρου της Κυζίκου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν11μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Μάρτυρες
Επισκέπτες σήμερα: … Συνολικές επισκέψεις: …