Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ἅγιος Ἰάκωβος τῆς Ἀλάσκας ὁ Φωτιστὴς
Νέος Πατρίκιος τῆς ἀρκτικῆς ὑπερβορείου ἀναδεικνύεται ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ φωτιστὴς τῶν λαῶν τῆς Ἀλάσκας, ποὺ ἀνταποκρίθηκε στὴ μυστικὴ φωνὴ τοῦ μακρινοῦ ποιμνίου του. Γεννήθηκε τὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια δύο μετὰ Χριστὸν στὸ νησὶ Ἄτκα τῆς Ἀλάσκας, μέσα σὲ μία βαθιὰ εὐσεβῆ ὀρθόδοξη οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του Γιεγκὸρ Νετσβέτωφ ἦταν Ρῶσος ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Τομπόλσκ τῆς Σιβηρίας, ἕνας πιστὸς ἄνθρωπος τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ἡ μητέρα του Μαρία ἦταν Ἀλεούτισσα, καταγομένη ἀπὸ τὸ νησὶ Ἄτκα, μία γνήσια θυγατέρα τῶν αὐτοχθόνων λαῶν τῆς ἀρκτικῆς γῆς.
Ἀνῆκε λοιπὸν ὁ ἅγιος ἀπὸ καταγωγὴ καὶ στοὺς δύο κόσμους, στὴν ρωσικὴ ὀρθόδοξη παράδοση καὶ στὴν αὐτόχθονη ἀλεουτικὴ κουλτούρα. Τὸ ζεῦγος Γιεγκὸρ καὶ Μαρία εἶχε τέσσερα παιδιὰ ποὺ ἐπέζησαν, τὸν Ἰάκωβο, τὸν Ἰωσήφ, τὴν Ἑλένη καὶ τὸν Ἀντώνιο. Παρὰ τοὺς πενιχροὺς οἰκονομικοὺς τους πόρους, οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς ἀφιερώθηκαν στὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν τους γιὰ νὰ τὰ προετοιμάσουν στὴν αἰώνια ζωή. Ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Ἀντώνιος σπούδασαν ἀργότερα στὴν Ναυτικὴ Ἀκαδημία τῆς Πετρουπόλεως, γινόμενοι ἀξιωματικός τοῦ ναυτικοῦ καὶ ναυπηγὸς ἀντιστοίχως.
Ἡ Ἑλένη παντρεύτηκε ἕναν ἐπιτυχημένο γραμματέα τῆς Ρωσοαμερικανικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἀλάσκας, ζώντας μία εὐτυχῆ οἰκογενειακὴ ζωή. Ὁ Ἰάκωβος ὅμως ποθοῦσε ἕνα διαφορετικὸ εἶδος ἐπιτυχίας, μία ἐπιτυχία ποὺ ὁ κόσμος θὰ ἔκρινε ὡς ἀποτυχία. Στὰ μάτια τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ, οἱ δίκαιοι ζοῦν αἰωνίως καὶ ὁ μισθός τους εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Κύριο. Ὅταν ἡ οἰκογένεια μετακόμισε στὸ Ἰρκούτσκ τὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια εἴκοσι τρία, ὁ Ἰάκωβος ἐνεγράφη στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἰρκούτσκ.
Ἀφιέρωσε ὅλη τὴν ἐλπίδα του στὸν Σωτῆρα Χριστὸν ζητῶντας πρῶτα τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴ διδαχὴ τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Στὴν πρώτη Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους χίλια ὀκτακόσια εἴκοσι πέντε ἔγινε ὑποδιάκονος, ἕνας πρῶτος βαθμὸς πρὸς τὴν ἁγία ἱερωσύνη. Παντρεύτηκε μία εὐσεβῆ Ρωσίδα μὲ τὸ ὄνομα Ἄννα Συμεώνοβνα, καὶ τὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια εἴκοσι ἕξι ὁλοκλήρωσε τὶς θεολογικὲς σπουδές του. Στὶς τριάντα μία Ὀκτωβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τοποθετήθηκε στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ ἁγίου Πέτρου τοῦ Ἰρκούτσκ.
Δύο χρόνια ἀργότερα, στὶς τέσσερις Μαρτίου τοῦ ἔτους χίλια ὀκτακόσια εἴκοσι ὀκτώ, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μιχαὴλ τὸν χειροτόνησε ἱερέα. Ὁ Μιχαὴλ ἦταν ὁ ἴδιος ἀρχιερέας ποὺ εἶχε χειροτονήσει νωρίτερα τὸν πατέρα Ἰωάννη Βενιαμίνοφ, τὸν μετέπειτα ἅγιο Ἰννοκέντιο τῆς Ἀλάσκας. Σὰν νέος Πατρίκιος ἀκούγοντας τὴ μυστικὴ κλήση τοῦ μακρινοῦ ποιμνίου του, ὁ πατὴρ Ἰάκωβος λαχταροῦσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του τὴν Ἀλάσκα. Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ποὺ χορταίνει τὴν ποθοῦσα ψυχὴ καὶ γεμίζει μὲ ἀγαθὰ τὴν πεινασμένη ψυχή, ἄκουσε τὴν προσευχὴ τοῦ δούλου του.
Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μιχαὴλ ἔδωσε στὸν πατέρα Ἰάκωβο δύο ἀντιμήνσια, ἕνα γιὰ τὴν νέα Ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου στὴν Ἄτκα. Τὸ δεύτερο ἀντιμήνσιο προοριζόταν γιὰ τὴν ἀποστολικὴ ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα τοῦ ἁγίου σὲ ἄγνωστα νησιὰ καὶ τόπους. Στὴν πρώτη Μαΐου τοῦ ἴδιου ἔτους τελέσθηκε μολιέβεν γιὰ τοὺς ταξιδιῶτες, καὶ ξεκίνησαν τὸ ταξίδι ἐπιστροφῆς. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του Γιεγκόρ, ποὺ τώρα εἶχε γίνει ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἄτκα, καὶ τὴ μάτουσκα Ἄννα ξεκίνησαν τὸ μακρινὸ ταξίδι.
Ἔφτασαν μὲ ἀσφάλεια στὴν Ἄτκα μετὰ ἀπὸ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο, στὶς δεκαπέντε Ἰουνίου τοῦ ἔτους χίλια ὀκτακόσια εἴκοσι ἐννέα. Ἡ νέα ἐνορία τῆς Ἄτκα ἀποδείχθηκε μία τεράστια πρόκληση γιὰ τὸν νέο ἱερέα, καθὼς ἐκτεινόταν σὲ μία περιοχὴ σχεδὸν δύο χιλιάδων μιλίων. Περιελάμβανε τὰ μακρινὰ νησιὰ Ἀμτσίτκα, Ἄττου, Κόπερ, Μπέρινγκ καὶ ἀκόμη τὰ ἀκραῖα Κουρίλια νησιὰ τῆς ἀρκτικῆς ἀλεουτικῆς θαλάσσης. Ὁ νεαρὸς εὐλαβέστατος ἱερέας δὲν ἀποθαρρύνθηκε, ἀλλὰ ντύθηκε τὸν ἁγιόπνευστο ζῆλο σὰν μανδύα γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολή.
Τὸ βαθὺ ἀγαπητικὸ πάθος του γιὰ τὸν Θεὸν καὶ τὸ ποίμνιό του φάνηκε ξεκάθαρα μέσα ἀπὸ ὅλες τὶς ἀγαπητικὲς πράξεις τῆς ζωῆς του. Ὑπέμεινε ἀναρίθμητα μαρτύρια ψύχους, ὑγρασίας, ἀνέμου, ἀσθενειῶν, πείνας καὶ ἐξαντλήσεως, ἀφοῦ ἡ ζωή του ἦταν ὁ Σωτὴρ Χριστός. Ὅταν ἔφτασε στὴν Ἄτκα, ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου δὲν εἶχε ἀκόμη χτιστεῖ, ὁπότε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια κατασκεύασε μία μεγάλη σκηνή. Στὴν ἁγιόπνευστη αὐτὴ σκηνὴ τελοῦσε καθημερινὰ ὅλες τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ μεγάλη ψυχικὴ εὐλάβεια.
Ἀργότερα μετέφερε αὐτὴ τὴ σκηνὴ μαζί του στὰ ἀποστολικά του ταξίδια, καὶ ὅπως ὁ Μωυσῆς στὴν ἔρημο, ἡ θεία χάρις βρισκόταν παντοῦ. Στοὺς πρώτους ἕξι μῆνες τῆς διακονίας του ὁ πατὴρ Ἰάκωβος βάπτισε δεκαέξι πιστούς, χρίσμωσε τετρακόσιους σαράντα δύο. Νύμφευσε πενῆντα τρία ζευγάρια καὶ ἔθαψε ὀκτὼ ψυχές, μέσα σὲ μία περίοδο ἐντονότατης ποιμαντικῆς ἀγωνιστικῆς προσπάθειας. Μόλις ὁλοκληρώθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου, ὁ πατὴρ Ἰάκωβος στράφηκε στὴν οἰκοδόμηση ἑνὸς σχολείου γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν.
Ἐκεῖ τὰ παιδιὰ θὰ μάθαιναν νὰ διαβάζουν καὶ νὰ γράφουν στὴ ρωσικὴ καὶ στὴν Οὐνανγκὰν Ἀλεουτικὴ διάλεκτο. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ἀποδείχθηκε προικισμένος ἐκπαιδευτὴς καὶ μεταφραστής, ποὺ οἱ μαθητές του ἀναδείχθηκαν διακεκριμένοι ἡγέτες τῆς ἀλεουτικῆς κοινότητος. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ζοῦσε μία ἐνεργὴ σωματικὴ καὶ διανοητικὴ ζωή, κυνηγῶντας καὶ συλλέγοντας γιὰ τὶς δικές του βιοτικὲς ἀνάγκες. Ἑτοίμαζε δείγματα ψαριῶν καὶ θαλασσίων ζώων γιὰ τὰ μουσεῖα φυσικῆς ἱστορίας τῆς Μόσχας καὶ τῆς ἁγίας Πετρουπόλεως.
Ἀλληλογραφοῦσε μὲ τὸν ἅγιο Ἰννοκέντιο πάνω σὲ θέματα γλωσσολογίας καὶ μεταφράσεων, ἐργαζόμενος γιὰ τὴν δημιουργία ἑνὸς ἐπαρκοῦς ἀλφαβήτου τῆς Οὐνανγκὰν Ἀλεουτικῆς γλώσσας. Ἐργάστηκε ἀκόμη γιὰ τὴ μετάφραση τῶν ἁγίων Γραφῶν καὶ ἄλλης κατάλληλης χριστιανικῆς λογοτεχνίας στὴν αὐτόχθονη γλώσσα τῶν Ἀλεούτων. Ὁ ἅγιος Ἰννοκέντιος ἐπαίνεσε τὸν νέο ποιμένα γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του, τὴ διδασκαλία του καὶ τὴ συνέχιση τοῦ μεταφραστικοῦ ἔργου του. Μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια διακονίας, ὁ πατὴρ Ἰάκωβος βραβεύθηκε μὲ τὸ Ναμπεντρένικ, τὸ Καμηλαύκιο καὶ τὸν χρυσὸ Σταυρὸ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀργότερα ἔγινε ἀρχιερατικὸς ἐπίτροπος καὶ ἔλαβε τὸ τάγμα τῆς ἁγίας Ἄννης ὡς ἀναγνώριση τῆς ἀκούραστης διακονίας του. Ὅμως αὐτὲς οἱ ἐκκλησιαστικὲς διακρίσεις δὲν φανερώνουν τὰ προσωπικὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέφερε ὁ πολεμιστὴς αὐτὸς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους χίλια ὀκτακόσια τριάντα ἕξι, ἡ προσφιλὴς σύζυγός του Ἄννα ἀναπαύθηκε ἀπὸ τὴν δαμοκλέτειο ἀσθένεια τοῦ καρκίνου. Τὸν Ἰούλιο τοῦ ἴδιου ἔτους τὸ σπίτι του κάηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ φωτιά, καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀναπαύθηκε καὶ ὁ ἀγαπημένος του πατέρας Γιεγκόρ.
Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιγράψει τὸ βάθος τῆς θλίψεως ποὺ αἰσθάνθηκε αὐτὸς ὁ θεάρεστος ἀπεσταλμένος τῆς Ἐκκλησίας; Ὅμως αὐτὸς ὕψωσε τὴ φωνή του μὲ τὸν ἀρχαῖο πάσχοντα Ἰώβ, λέγοντας πὼς ἀφοῦ δεχόμαστε τὰ καλὰ ἀπὸ τὸν Θεόν, πρέπει νὰ δεχόμαστε καὶ τὰ ἐναντία. Στὸ ἡμερολόγιό του ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ἀπέδιδε ὅλα στὸ θέλημα Αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ Πρόνοια καὶ τὸ θέλημα εἶναι ἀκατάληπτα στοὺς ἀνθρώπους. Ὑπέμεινε μὲ ἁγιόπνευστη ὑπομονὴ ὅλες τὶς δυσκολίες καὶ τὰ ποικίλα μαρτύρια ὅπως ὁ μέγας ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος.
Ζήτησε νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἰρκούτσκ γιὰ νὰ ἐνταχθεῖ σὲ μοναστικὴ ἀδελφότητα, ζητῶντας τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπό του. Ἕνα χρόνο ἀργότερα ἔλαβε ἄδεια ὑπὸ τὴν προϋπόθεση νὰ ἀφιχθεῖ ὁ ἀντικαταστάτης του, ὅμως ποτὲ κανεὶς δὲν ἔφτασε. Ἀντίθετα, ὁ ἐπίσκοπος Ἰννοκέντιος ἦρθε σύντομα στὴν Ἄτκα καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα Ἰάκωβο νὰ τὸν συνοδεύσει σὲ ταξίδι στὴν Καμτσάτκα. Στὸ ταξίδι αὐτὸ ὁ ἅγιος ἀρχιεπίσκοπος πέτυχε τρία πράγματα στὸν πατέρα Νετσβέτωφ, χρησιμοποιῶντας τὰ θεόδοτα χαρίσματά του ὡς ποιμένος.
Πρῶτον, ἐφάρμοσε τὸ θεραπευτικὸ ἄλειμμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ λόγους ἁγίας παρηγορίας στὴν θλιμμένη ψυχή του. Δεύτερον, ἀπέτρεψε τὸν πατέρα Ἰάκωβο ἀπὸ τὴν εἴσοδο στὸ μοναστήρι, βλέποντας τὸ ἁγιότατο διαφορετικὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τρίτον, ἀποκάλυψε στὸν εὐλαβέστατο ἱερέα τὸ ἀληθινὸ σχέδιο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ γιὰ τὴ ζωή του στὰ βαθύτερα μέρη τῆς Ἀλάσκας. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος συνέχισε νὰ διακονεῖ τὸ μακρινό του ποίμνιο τῆς Ἄτκα μέχρι τὶς τριάντα Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους χίλια ὀκτακόσια σαράντα τέσσερα.
Ἕνας νέος ζῆλος τὸν εἶχε καταλάβει, καὶ τότε ὁ ἅγιος Ἰννοκέντιος τὸν ὅρισε ἐπικεφαλῆς τῆς νέας ἱεραποστολικῆς ἐκστρατείας Κβίκπακ. Σκοπός της ἦταν νὰ φέρει τὸ φῶς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στοὺς ἁγνοὺς λαοὺς τοῦ ποταμοῦ Γιοῦκον τῆς Ἀλάσκας. Βοηθοὺς εἶχε δύο νεαροὺς Κρεόλους, τὸν Ἰννοκέντιο Σαγιάσνικωφ καὶ τὸν Κωνσταντῖνο Λούκιν, μαζὶ μὲ τὸν νεαρὸ ἀνεψιό του Βασίλειο. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ἐγκαταστάθηκε στὴν αὐτόχθονη ἔρημο τῆς Ἀλάσκας, μαθαίνοντας νέες γλῶσσες καὶ ἀγκαλιάζοντας νέους λαοὺς καὶ πολιτισμούς.
Ἐπινόησε ἕνα ἀκόμη ἀλφάβητο γιὰ τὶς αὐτόχθονες γλῶσσες, ἔχτισε νέα ἐκκλησία καὶ ὀργάνωσε νέα ὀρθόδοξη κοινότητα στὴν περιοχή. Γιὰ τὰ ἑπόμενα εἴκοσι χρόνια, μέχρι ποὺ ἀπέτυχαν ἡ ὑγεία καὶ ἡ ὅρασή του, παρέμεινε εὐαγγελικὸς φάρος τῆς θείας χάριτος. Ἐγκατέστησε τὴν ἁγία ἕδρα του στὸ χωριὸ τῶν Γιουπίκ Ἐσκιμώων Ἰκογκμιοῦτε, ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή. Ταξίδεψε ἀκούραστα σὲ αὐτόχθονες οἰκισμοὺς ἑκατοντάδες μίλια κατὰ μῆκος τοῦ μεγαλύτερου ποταμοῦ τῆς Ἀλάσκας, τοῦ ποταμοῦ Γιοῦκον.
Ἔφτασε μέχρι τὸ μεσαῖο τμῆμα τοῦ ποταμοῦ Ἰννόκο, βαπτίζοντας ἑκατοντάδες αὐτοχθόνους ἀπὸ διάφορες, συχνὰ ἐχθρικὲς μεταξύ τους, φυλές. Στὴν περιοχὴ αὐτὴ ἔχτισε τὸν πρῶτο ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ναὸ καὶ τὸν ἀφιέρωσε στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Παρὰ τὴν ἀσθενική του ὑγεία, τελοῦσε χαρούμενα τὸν ἐτήσιο ἐκκλησιαστικὸ κύκλο τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Συμπεριέλαβε ὅλες τὶς τελετὲς τῆς Ἁγίας Ἑβδομάδος καὶ τοῦ ἁγίου Πάσχα, μεταφέροντας τὸ φῶς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στὰ πέρατα.
Τέλος, τὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια ἑξήντα τρία, ὁ ἀντίδικος διάβολος προσπάθησε ξανὰ νὰ νικήσει τὸν ἅγιο. Ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους ἐνέπνευσε σὲ ἕναν βοηθὸ τοῦ ἁγίου νὰ καταγγείλει συκοφαντικὲς κατηγορίες ἐναντίον τοῦ διδασκάλου του. Αὐτὸ προκάλεσε κλήση στὴν Σίτκα ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Πέτρο, καὶ ὁ εὐλαβὴς ποιμένας ἀπαλλάχθηκε γρήγορα ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες. Λόγω τῆς ἀσθενοῦς ὑγείας του ὁ ἅγιος παρέμεινε στὴν Σίτκα γιὰ τὸν τελευταῖο χρόνο τῆς ζωῆς του, διακονώντας ἕνα μικρὸ Τλίνγκιτ παρεκκλήσι.
Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ στὶς εἴκοσι ἕξι Ἰουλίου τοῦ ἔτους χίλια ὀκτακόσια ἑξήντα τέσσερα, σὲ ἡλικία ἑξήντα ἐτῶν. Τὸ τίμιο σῶμα του ἐνταφιάσθηκε τὴν τρίτη ἡμέρα στὴν εἴσοδο τοῦ Τλίνγκιτ παρεκκλησίου, μὲ μεγάλη εὐλάβεια ἀπὸ τοὺς πιστούς. Στὰ τελευταῖα ἱεραποστολικά του ταξίδια στὴν περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Κουσκόκβιμ καὶ τοῦ Γιοῦκον εἶχε βαπτίσει χίλιους τριακόσιους εἴκοσι ἀνθρώπους. Διακρίθηκε ὡς ὁ μέγας ὀρθόδοξος εὐαγγελιστὴς τῶν Γιουπὶκ Ἐσκιμώων καὶ τῶν Ἀθαβασκάνων Ἰνδιάνων ὅλης τῆς Ἀλάσκας.
Στὸ ἔτος χίλια ὀκτακόσια σαράντα ἕνα ὁ πατὴρ Ἰάκωβος συνάντησε μία ὁμάδα γυναικῶν τοῦ ποιμνίου του στὴν Ἀμλιὰ ποὺ εἶχαν πέσει σὲ δαιμονικὲς ἐπιδράσεις. Κατηγορῶντας τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν παρασύρμαση καὶ πτώση τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, πῆγε νὰ τὶς ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ τὶς θεραπεύσει. Ὅταν ἔφτασε στὸ χωριό τους, βρῆκε μία ἀπὸ τὶς γυναῖκες παράλυτη, ἡμικαταλήγουσα καὶ ἀνίκανη νὰ μιλήσει στοὺς συγγενεῖς. Διέταξε νὰ τὴν μεταφέρουν σὲ ἄλλο σπίτι, καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἄναψε τὴν κανδήλα μπροστὰ στὶς ἅγιες εἰκόνες.
Ντύθηκε τὸ ἁγιοπρεπὲς ἐπιτραχήλιό του, ψέκασε ἁγιασμὸ σὲ ὅλο τὸ δωμάτιο, καὶ ἄρχισε τὶς πρῶτες προσευχὲς ἐξορκισμοῦ τοῦ ἀρχεκάκου διαβόλου. Στὴν διάρκεια τῆς νύκτας τὸν εἰδοποίησαν ὅτι ἡ γυναῖκα ἄρχισε νὰ μιλάει, ἀλλὰ ἀσυνάρτητα, καὶ ὁ ἅγιος ἦρθε ἀμέσως νὰ τελέσει δεύτερο ἐξορκισμό. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ γυναῖκα ἀναπήδησε ἀπὸ τὸ κρεββάτι της καὶ στάθηκε δίπλα στὸν ἅγιο μὲ προσευχή. Ἑνώθηκε ἡ προσευχή της μὲ τὴ δική του, καὶ τὶς συνόδευσε μὲ μετάνοιες, ἀνακτῶντας τὴν πλήρη συνείδηση καὶ τὴν ψυχικὴ ὑγεία της.
Δι' εὐχῶν τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ φωτιστοῦ τῆς Ἀλάσκας, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ἀμήν.