Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς
Ποιος αναγνώστης δεν συγκινήθηκε όταν διάβασε για τη δωδεκάχρονη Μαρίνα, που ξεγέλασε ακόμη και τον δράκοντα διάβολο μέσα στη φυλακή; Η αγία μεγαλομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας στη Μικρά Ασία στα χρόνια του ρωμαίου αυτοκράτορα Κλαυδίου του δευτέρου. Καταγόταν από ευγενείς γονείς, αλλά σκοτισμένους από την ειδωλολατρική πλάνη της εποχής τους και τη λατρεία των ψεύτικων θεών. Ο πατέρας της Εδέσιος ήταν ειδωλολάτρης ιερέας και υπηρετούσε στους πανηγυρικούς ναούς των μάταιων ξοάνων της πόλης.
Η μητέρα της εκοιμήθη όταν η Μαρίνα ήταν μόλις στα σπάργανα και ο Εδέσιος την εμπιστεύτηκε σε μία τροφό σε χωριό μακριά από την πόλη. Όταν η μικρή κόρη μεγάλωσε, αποδείχτηκε ωραιότατη στο σώμα και ακόμη ωραιότερη στην ψυχή, με σπάνια φρόνηση και αρετή. Στα δώδεκά της χρόνια άκουσε από κάποιον άνθρωπο του Θεού τον λόγο για τον Δεσπότη Ιησού Χριστό. Διδάχθηκε ότι ο Δεσπότης σαρκώθηκε από Πνεύμα Άγιο μέσα στην κοιλία της Παρθένου Μαρίας και έσωσε με τη σταύρωσή του τον κόσμο.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια η συνετή κόρη πίστεψε ολόψυχα στον Δεσπότη Χριστό και άναψε η αγάπη του Θεού στην καρδιά της. Επιθυμούσε διακαώς να βαπτιστεί στο όνομα της Αγίας Τριάδος και ποθούσε να μιμηθεί τους πρώτους μάρτυρες με την προσφορά του αίματός της. Όταν ο Εδέσιος έμαθε ότι η κόρη του πίστεψε στον Δεσπότη Χριστό, την μίσησε και έπαψε να την θεωρεί παιδί του. Η ίδια όμως άφησε όλη την ελπίδα της στον ουράνιο Πατέρα και συνέχισε τη χριστιανική ζωή της κρυφά.
Στα δεκαπέντε της χρόνια βγήκε στους αγρούς να δει τα πρόβατα του πατέρα της που έβοσκαν στις πεδιάδες. Στον δρόμο της συνάντησε τυχαία τον τοπικό έπαρχο Ολύμβριο, ο οποίος ταξίδευε προς την Αντιόχεια της Πισιδίας. Ο διώκτης βλέποντας την υπερβολική παρθενική ομορφιά της κόρης γοητεύτηκε αμέσως και θέλησε να την παντρευτεί. Όταν τη ρώτησε για την καταγωγή της, εκείνη ομολόγησε με παρρησία ότι είναι δούλη του Δεσπότου Χριστού.
Είπε ότι αγαπά τον Κύριο Ιησού με ολόκληρη την καρδιά της και άλλον επίγειο γαμπρό δεν επιθυμεί. Ο έπαρχος, που είχε άδεια να βασανίζει χριστιανούς, διέταξε τους στρατιώτες του να τη συνοδεύσουν με τιμή στην πόλη. Καθώς την οδηγούσαν στην πόλη, εκείνη προσευχόταν δυνατά να μην παραδώσει ο Δεσπότης την ψυχή της στους εχθρούς. Παρακαλούσε τον Κύριο να μη μολυνθεί η ακοή της από τα λόγια τους και να μη δειλιάσει η καρδιά της.
Στην Αντιόχεια ο έπαρχος πρόσφερε πρώτα θυσίες στους ψεύτικους θεούς και έριξε στις φυλακές πολλούς χριστιανούς. Την επομένη συγκάλεσε επίσημο δικαστήριο και ζήτησε να φέρουν πρώτη τη Μαρίνα μπροστά του στην ανάκριση. Με σαρκικό πόθο κοιτούσε την παράδοξη ομορφιά της κόρης και με δόλιο τρόπο της πρότεινε γάμο και πλούτη. Η αγία αρνήθηκε με αξιοπρέπεια λέγοντας ότι λατρεύει την Αγία Τριάδα και δεν θα προδώσει τον αληθινό Νυμφίο της.
Ο έπαρχος προσπάθησε ξανά να την πείσει με γλυκές κολακείες, υποσχόμενος νόμιμο γάμο, τιμές και κάθε επίγεια απόλαυση. Όταν είδε ότι ήταν αμετακίνητη στην πίστη της, την απείλησε με σκληρά μαρτύρια και αργό φοβερό θάνατο. Η αγία απάντησε γενναία ότι ποτέ δεν θα εγκαταλείψει τον αθάνατο Νυμφίο της Δεσπότη Χριστό για χάρη ενός θνητού άρχοντα. Ο έπαρχος εξοργίστηκε, διέταξε να της βγάλουν τα ρούχα και να την κτυπήσουν με ραβδιά χωρίς οίκτο.
Το παρθενικό σώμα της σκίστηκε και το αίμα ποτάμι κατέκλυσε το έδαφος γύρω από τους δήμιους. Ο λαός που παρακολουθούσε λυπήθηκε για τη μάρτυρα και πολλοί άρχισαν να κλαίνε για τη φοβερή σκληρότητα του τυράννου. Ο κήρυκας του δικαστηρίου την παρακαλούσε αδιάκοπα να θυσιάσει στους ψεύτικους θεούς για να γλιτώσει από τους πόνους. Η μάρτυς όμως υπέμενε με τη χάρη του Δεσπότου σαν να βασανιζόταν ξένο σώμα και όχι το δικό της.
Επίσης έλεγχε με δριμύτητα όσους από το πλήθος της συνιστούσαν να υποχωρήσει για να σωθεί η ζωή της. Τους ονόμαζε λυκαντές συμβούλους και πονηρούς βοηθούς, που όπως ο αρχαίος όφις στον παράδεισο, πάσχουν να την ξεγελάσουν. Στη συνέχεια ο εξαγριωμένος έπαρχος διέταξε να την καρφώσουν με μεγάλα σιδερένια καρφιά πάνω σε ξύλινη σανίδα. Πρόσταξε να την ξύσουν με τρίαινες σε όλο το σώμα της και τα τίμια κρέατά της έπεφταν στη γη.
Φαίνονταν τα γυμνά κόκκαλα του παρθενικού σώματος μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων των παρευρισκομένων στο δικαστήριο της πόλης. Ο έπαρχος δεν άντεξε να βλέπει τέτοιο μαρτύριο και κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. Η μάρτυς τον αποκάλεσε άγριο σκύλο και βρωμερό γουρούνι, που τρώει ανθρώπινες σάρκες με σαρκασμό και υποκριτική λύπη. Είπε ότι δεν λυπάται καθόλου το σώμα της για τον Δεσπότη Χριστό που έπαθε για χάρη της.
Κατόπιν διέταξε ο έπαρχος να την πετάξουν σε ξεχωριστή σκοτεινή φυλακή, βαθιά και γεμάτη με τρομαχτικά δαιμονικά οράματα. Στη φυλακή η μάρτυς προσευχόταν θερμά στον Δεσπότη Θεό να την ενισχύσει στον τελικό αγώνα της και να την προστατέψει. Τη νύχτα, ο διάβολος εμφανίστηκε με τη μορφή φοβερού πελώριου δράκοντα, που έφτυνε φλόγες φωτιάς και πυκνό καπνό. Άνοιξε τη βρωμερή του στόμα και την κατάπιε φαινομενικά μέσα στην κοιλιά του, όπως ο προφήτης Ιωνάς από το κήτος.
Γύρω του φαίνονταν πολλά μικρότερα φίδια και αηδιαστικές οχιές που ζώναν τον φοβερό δράκοντα ολόκληρο σαν τρομερή στρατιά. Η αγία όμως δεν απελπίστηκε καθόλου, αλλά κατέφυγε στην προσευχή και σταυρώθηκε με το σημείο του τιμίου σταυρού. Αμέσως η κοιλιά του δράκοντα σκίστηκε στα δύο και η μάρτυς βγήκε σώα και αβλαβής έξω. Η γη άνοιξε ξαφνικά και κατάπιε τον δράκοντα μαζί με όλα τα δαιμονικά φαντάσματα που τάραξαν τη φυλακή.
Ξαφνικά ουράνιο φως φώτισε τη φυλακή και η αγία είδε λαμπρό σταυρό να κατεβαίνει από ψηλά. Πάνω στον λαμπρό σταυρό κάθισε ένα κατάλευκο περιστέρι του Πνεύματος, που της μίλησε καθαρά με ανθρώπινη φωνή. Της είπε χαρούμενες ευχές για τη νίκη της και την προειδοποίησε για τον στέφανο που την περίμενε στους ουρανούς. Η Μαρίνα γέμισε ανείπωτη χαρά και αμέσως οι πληγές της επουλώθηκαν και το σώμα της επανήλθε στην προηγούμενη υγεία.
Δοξολόγησε τον Δεσπότη Θεό και ζήτησε να την αξιώσει του αγίου βαπτίσματος μέσα στο αίμα της και στα νερά της δοκιμασίας. Πέρασε όλη την υπόλοιπη νύχτα σε προσευχή και ευχαριστία, ετοιμαζόμενη πνευματικά για τον τελικό αγώνα της επόμενης ημέρας. Την επομένη ξανακάθισε ο έπαρχος Ολύμβριος στο δικαστήριο και έβλεπε τη μάρτυρα τελείως αθεράπευτη χωρίς ίχνος των πληγών της. Ο πολυπληθής λαός εκπλάγηκε και πολλοί δοξολόγησαν την παντοδυναμία του Δεσπότου Χριστού στις δοκιμασίες της παρθένου κόρης.
Ο έπαρχος αποπειράθηκε να την ξεγελάσει λέγοντας ότι οι θεοί τον θεράπευσαν και πρέπει να ευχαριστήσει με θυσία. Η μάρτυς όμως τον αντίκρουσε με σθένος, αναγγέλλοντας στους παρόντες τη χάρη του Δεσπότου Ιησού Χριστού που την προστάτεψε. Στη συνέχεια διέταξε ο έπαρχος να την κάψουν με αναμμένες λαμπάδες σε όλο το σώμα της. Η μάρτυς υπέμεινε με χαρά δοξάζοντας τον Δεσπότη και ζητώντας να αξιωθεί του αγίου βαπτίσματος μέσα στο μαρτύριο.
Στη συνέχεια διέταξαν να τη βυθίσουν ολόκληρη σε ένα μεγάλο δοχείο γεμάτο με νερό για να πνιγεί. Σαν τέλεσε εκείνη την ευχή του βαπτίσματος, η αγία βγήκε από το νερό λυτρωμένη ακόμα και από τα δεσμά της. Πάλι εμφανίστηκε το λευκό περιστέρι κρατώντας στεφάνι στο στόμα του και κατέβηκε πάνω στην κεφαλή της κόρης. Πολλοί από τους έκπληκτους θεατές πίστεψαν στον αληθινό Δεσπότη Χριστό μετά από αυτό το παράδοξο σημείο του ουρανού.
Ο εξαγριωμένος έπαρχος διέταξε αμέσως να αποκεφαλίσουν όλους τους νεοφώτιστους ομολογητές και στο τέλος και την ίδια την αγία μάρτυρα. Πριν την αποκεφάλιση η αγία προσευχήθηκε για όλους όσους θα τιμούν τη μνήμη της και θα της προστρέχουν για βοήθεια. Άκουσε φωνή ότι ο Δεσπότης Κύριος Ιησούς είναι κοντά της και αξιώθηκε ολόψυχη μαρτυρική τελείωση μέσα σε χαρά πνευματική. Τα τίμια λείψανά της μεταφέρθηκαν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και το χίλια διακόσια τριάντα αρπάχτηκαν στη Βενετία από τους σταυροφόρους.
Η αγία τιμάται σε πολλά μέρη ως προστάτης και ιάτρισσα των μικρών παιδιών μαζί με την προσωνυμία Μαργαρίτα. Διά πρεσβειών της αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον τον λαόν σου τον περιούσιον.