Στις δεκατέσσερις Απριλίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εβδομηκοστού εβδόμου έτους εγεννήθη ο μέγας ιεράρχης Λουκάς, που εκαλείτο Βαλεντίνος Φήλιξ. Στον κόσμον ήταν γνωστός ως ένας από τους σπουδαιότερους και διασημότερους ιατρούς της Ρωσσίας του εικοστού αιώνος. Επώνυμον είχε Βόινο Γιασενέτσκυ, και ήταν ο τρίτος από τα πέντε παιδιά της οικογενείας στην Κερτς. Ο πατέρας του Φήλιξ Στανισλάβοβιτς ήταν Ρωμαιοκαθολικός και επάγγελμα φαρμακοποιός, ενώ η μητέρα του Μαρία ήταν Ορθόδοξος.
Σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής για τα παιδιά μικτών γάμων, η προσωπικότης του Βαλεντίνου διαμορφώθηκε στις Ορθόδοξες παραδόσεις. Ο πατέρας του δεν αντέδρασε, ούτε επέβαλε στον υιόν του τις δικές του πεποιθήσεις, σεβόμενος την ανατροφήν του. Η ευσεβής μητέρα του τον εδίδαξε τα βασικά δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας με υπομονήν και μητρικήν αγάπην. Στο χιλιοστόν οκτακοσιοστόν ογδοηκοστόν ένατον έτος, η οικογένεια Βόινο Γιασενέτσκυ μετεκόμισε στο Κίεβον για νέα ζωή.
Εκεί ο Βαλεντίνος αποφοίτησε από δύο εκπαιδευτικά ιδρύματα, το γυμνάσιον και μία σχολή τεχνών των πλαστικών. Σκεπτόμενος βαθύτατα για την επιλογήν επαγγέλματος, είχε ενώπιόν του δύο επιλογές, να γίνει είτε καλλιτέχνης είτε ιατρός. Καθώς ετοιμαζόταν να εισαχθεί στην Ακαδημίαν Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρουπόλεως, μετάλλαξε γνώμην και στράφηκε στην ιατρικήν επιστήμην. Έτσι αφιέρωσε ολόκληρες τις δυνάμεις του στη βοήθειαν των πασχόντων, αναζητώντας τρόπους ανακουφίσεως των πληγωμένων ψυχών.
Η σπουδαιοτέρα του παρακίνησις ήταν η σφοδρά επιθυμία του να ανακουφίσει τα δεινά των πασχόντων ανθρώπων. Επίσης πίστευε βαθύτατα ότι θα προσέφερε μεγαλύτερη υπηρεσία στην κοινωνίαν ως ευλαβής και ικανός ιατρός των πτωχών. Στο χιλιοστόν οκτακοσιοστόν ενενηκοστόν όγδοον έτος, εισήλθε επισήμως στο Πανεπιστήμιον του Κιέβου, στη φημισμένη σχολήν Ιατρικής. Σπούδασε με ζήλον και επιμέλειαν, όπως αρμόζει σε άνθρωπον με συνειδητή επιλογή για το μέλλον επάγγελμα.
Αποφοίτησε με ευλαβείαν από το Πανεπιστήμιον το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν τρίτον έτος, με λαμπρές προοπτικές μελλοντικής καριέρας. Προς έκπληξιν όλων όμως, ανήγγειλε ότι ήθελε να γίνει ιατρός των πτωχών, υπηρετώντας τους ανθρώπους με ταπείνωσιν. Στην έναρξιν του Ρωσσοϊαπωνικού Πολέμου, ο Βαλεντίνος μετέβη με άλλους ιατρούς στην Άπω Ανατολήν για διακονίαν. Διηύθυνε το χειρουργικό τμήμα στο νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού του Κιέβου, εστραμμένος στη Τσιτά της Σιβηρίας.
Εκεί επίσης γνωρίσθηκε με την νοσοκόμον Άνναν Λάνσκαγια, μία ευγενική και πιστή χριστιανή εκείνης της εποχής. Παντρεύθηκαν στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν τέταρτον έτος, στον τοπικόν ναόν της Τσιτάς, και η Άννα έγινε αφοσιωμένη βοηθός. Από το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν πέμπτον έως το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν δέκατον έβδομον, εργάσθηκε σε διάφορα νοσοκομεία της επαρχίας. Υπηρέτησε με χριστιανικήν αγάπην σε διάφορα αστικά και αγροτικά νοσοκομεία διαφόρων περιοχών της Ρωσσίας εκείνης της εποχής.
Στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν δέκατον έκτον έτος έγραψε και υπερασπίσθηκε επιτυχώς τη διδακτορική του διατριβήν στην ιατρικήν. Το έργον αποδείχθηκε τόσο σημαντικό και βαθύ, ώστε επιστήμονες το συνέκριναν με το άσμα του ωραίου πτηνού. Το Πανεπιστήμιον της Βαρσοβίας τον τίμησε με ειδικόν βραβείον για την υψηλήν αξίαν της δημοσιευμένης εργασίας. Από το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν δέκατον έβδομον έως το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν εικοστόν τρίτον έζησε με την οικογένειά του στην Τασκένδην.
Εκεί εργάσθηκε ως χειρουργός στο Νέο Νοσοκομείον της πόλεως, διδάσκοντας με ζήλον στους νεαρούς φοιτητάς ιατρικής. Στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν δέκατον ένατον έτος εκοιμήθη η αγαπημένη του σύζυγος Άννα από φυματίωσιν, ξαφνικά και πρόωρα. Αφήνοντας τα τέσσερα παιδιά τους χωρίς μητρικήν φροντίδα, η απώλεια ήταν φοβερά δοκιμασία για τον ιατρόν. Ο σπουδαίος γιατρός όμως δεν παντρεύθηκε ξανά, αφιερώνοντας τη ζωή του στα παιδιά και την ιατρικήν.
Παράλληλα συμμετείχε ενεργά στη ζωή της Εκκλησίας, και ο επίσκοπος Ιννοκέντιος της Τασκένδης τον προέτρεψε να γίνει ιερεύς. Στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν εικοστόν πρώτον έτος χειροτονήθηκε διάκονος, και λίγες ημέρες μετά πρεσβύτερος, ζώντας με ζήλον φλογερόν. Ωρίσθηκε εφημέριος σε ναόν της Τασκένδης, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την ιατρικήν του εργασίαν και τη διδασκαλίαν στους φοιτητάς. Έτσι συνδύασε με μοναδικόν τρόπον αρμονικά την ιερωσύνην με την ιατρικήν διακονίαν προς τους πάσχοντας ανθρώπους.
Στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν εικοστόν τρίτον έτος, με ζήλον και ευλάβειαν, ο Βαλεντίνος εκάρη μοναχός υπό τον επίσκοπον Ανδρέα Ούφης. Ο επίσκοπος αρχικά σκεφτόταν να τον ονομάσει Παντελεήμονα, προς τιμήν του αγίου ιατρού, αλλά τελικά επέλεξε το όνομα Λουκάς. Έτσι ο πατήρ Βαλεντίνος έγινε ο ιερομόναχος Λουκάς, με αναφοράν στον άγιον ιατρόν και ευαγγελιστήν Λουκάν. Στο τέλος του Μαΐου, χειροτονήθηκε κρυφά επίσκοπος Πεντζικέντ, και λίγες ημέρες μετά συνελήφθη από τις σοβιετικές αρχές.
Η σύλληψις έγινε λόγω της σθεναρής υποστηρίξεώς του στον πατριάρχην Τύχωνα, με ψεύτικες κατηγορίες αντεπαναστατικής δράσεως. Στάλθηκε εξορία στο Γενισέισκ της Σιβηρίας, όπου συνέχισε να λειτουργεί στο σπίτι και να θεραπεύει αρρώστους. Μετά την επιστροφήν του στην Τασκένδην, υπεβλήθη σε νέαν σύλληψιν τον Μάιον του χιλιοστού εννιακοσιοστού τριακοστού πρώτου έτους. Εξορίσθη με σκληρότητα στο Αρχάγγελσκ για τρία ολόκληρα χρόνια, και αργότερα επέστρεψε στην Τασκένδην και εγκαταστάθηκε στο Αντιζάν.
Εκεί ασκούσε τα καθήκοντά του ως επίσκοπος και ως ιατρός των πτωχών, βοηθώντας πολλούς με το σκαλπέλ του. Στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν τριακοστόν έβδομον έτος συνελήφθη ξανά, και υπέστη φοβερές ανακρίσεις σκληρές, αρχίζοντας απεργίαν πείνης. Αρνήθηκε να υπογράψει ψεύτικα πρακτικά που είχαν προετοιμασθεί από την ανάκρισιν, λόγω της χριστιανικής συνειδήσεώς του. Νέα σκληρά καταδίκη ηκολούθησε αμέσως, με νέα εξορίαν, αυτήν τη φοράν στις απομακρυσμένες παγωμένες περιοχές της Σιβηρίας.
Από το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν τριακοστόν έβδομον έως το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον, ο εξόριστος ιεράρχης έζησε στη Μεγάλη Μούρτα. Όταν ξέσπασε ο Μέγας Πατριωτικός Πόλεμος, μετεφέρθη στο Κρασνογιάρσκ και ασχολήθηκε με τη θεραπείαν τραυματισμένων στρατιωτών. Στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν τεσσαρακοστόν τρίτον έτος ανέβη στον αρχιεπισκοπικόν θρόνον του Κρασνογιάρσκ, και έναν χρόνον αργότερα στον Ταμπώφ. Σε αυτήν την περίοδον η στάσις των αρχών απέναντί του φάνηκε να αλλάζει, καθώς εκτιμήθηκε για τις ιατρικές του ικανότητες.
Τον Φεβρουάριον του χιλιοστού εννιακοσιοστού τεσσαρακοστού έκτου, του απενεμήθη το βραβείον Στάλιν για επιστημονικές εργασίες ιατρικής. Τον Μάιον του ίδιου έτους, ο άγιος Λουκάς ωνομάσθη επίσημος αρχιεπίσκοπος Κριμαίας και Συμφερουπόλεως, με μεγάλην ευθύνην. Σε εκείνην την εποχήν η οφθαλμική του ασθένεια προχωρούσε, και στο χιλιοστόν εννιακοσιοστόν πεντηκοστόν όγδοον έγινε εντελώς τυφλός. Παρά την τύφλωσιν, ο άγιος δεν έχασε ποτέ το θάρρος του ούτε την ικανότητα να προσέρχεται στην εκκλησίαν μόνος.
Συνέχιζε να προσκυνεί με κατάνυξιν τα ιερά λείψανα και να συμμετέχει με βαθεία ευλάβειαν στις θείες ακολουθίες. Στις είκοσι εννέα Μαΐου, ή ένδεκα Ιουνίου με το νέον ημερολόγιον, του χιλιοστού εννιακοσιοστού εξηκοστού πρώτου, εκοιμήθη ειρηνικώς. Ο Κύριος εκάλεσε τον δούλον Του στην ουράνιον Βασιλείαν, και ετάφη με τιμές στο νεκροταφείον Συμφερουπόλεως. Στις είκοσι δύο Νοεμβρίου του χιλιοστού εννιακοσιοστού ενενηκοστού πέμπτου, ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς ενετάχθη στους τοπικά τιμωμένους αγίους Κριμαίας.
Τα ιερά λείψανά του μετεκομίσθησαν με τιμές στον καθεδρικόν ναόν της Αγίας Τριάδος Συμφερουπόλεως, στις δεκαεπτά Μαρτίου του χιλιοστού εννιακοσιοστού ενενηκοστού έκτου. Στην τελευταίαν επιμνημόσυνη δέησιν, ο επίσκοπος Λάζαρος εξήρε με συγκίνησιν τη φωτεινή προσωπικότητα του ιεράρχου Λουκά. Στις είκοσι Μαρτίου του ίδιου έτους, τα ιερά λείψανα μετεκομίσθησαν στον ιερόν ναόν της Αγίας Τριάδος. Ένα τίμιον τμήμα εδωρήθη ως δώρον στη Μονήν Σαγμάτα της Ελλάδος, όπου επιτελούνται αμέτρητα θαύματα στους πιστούς προσκυνητάς.
Περίπου σαράντα χιλιάδες ευσεβείς πιστοί συμμετείχαν στη μεγάλην εκείνην λιτανείαν από τον τάφον στον καθεδρικόν ναόν. Στις είκοσι τέσσερις και είκοσι πέντε Μαΐου του χιλιοστού εννιακοσιοστού ενενηκοστού έκτου έγινε η επίσημη δοξολόγησις. Από τα ιερά λείψανα ανέβλυε ανείπωτη ευωδία, και η καρδιά του ευρέθη άφθαρτη ως μαρτυρία της αγάπης του προς τον Χριστόν. Στο διετάμενο έτος, στη Σύνοδον των Επισκόπων, ο άγιος Λουκάς ανεκηρύχθη επίσημα νεομάρτυς και ομολογητής της Ρωσσίας.
Η μνήμη του εορτάζεται στις είκοσι εννέα Μαΐου, ή ένδεκα Ιουνίου, και επίσης στους Νεομάρτυρες και Ομολογητάς. Άγιε ιεράρχα Λουκά, αρχιεπίσκοπε Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, ομολογητά και θαυματουργέ, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών, ώστε ο Χριστός να μας αξιώσει της Βασιλείας Του, αμήν.
Θέλεις να γίνει αυτός ο Βίος Αγίου βίντεο; Πάτησε εδώ για να δεις πληροφορίες και να στηρίξεις τη δημιουργία.
Στήριξη για να γίνει βίντεο
Ο βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Αν θέλετε, μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορείτε να πληρώσετε και με κάρτα, χωρίς να χρειάζεται λογαριασμός PayPal, όπου η επιλογή αυτή είναι διαθέσιμη. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Στηρίξτε αυτόν τον Βίο Αγίου ως βίντεο
Ο Βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυνατότητα πληρωμής με κάρτα χωρίς λογαριασμό PayPal, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του PayPal στη χώρα σας. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Σημείωση: Τα χρήματα βοηθούν στις συνδρομές και στα εργαλεία που πληρώνουν οι δημιουργοί για την παραγωγή του τελικού βίντεο, όπως παραγωγή εικόνων, ηχητική αφήγηση, πλατφόρμες φιλοξενίας και παραγωγής βίντεο. Δεν περιλαμβάνεται ο προσωπικός κόπος των δημιουργών.