Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς μητροπολίτης Τομπόλσκ της Σιβηρίας

Μνήμη: 10 Ιουνίου
Μήνας: Ιούνιος
Σειρά: Βίοι Αγίων
Κατηγορία: Ιεράρχες

Στην ουκρανικήν πόλιν Νεζίνο εγεννήθη το χιλιοστόν εξακοσιοστόν πεντηκοστόν πρώτον έτος ο μέγας ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς. Ο πατέρας του ωνομαζόταν Μάξιμος Βασίλιεβιτς και η μητέρα του Ευφροσύνη, και απέκτησαν επτά υιούς, εκ των οποίων ο Ιωάννης ήταν ο πρωτότοκος. Σπούδασε στο φημισμένον Κολλέγιον Μογκίλα του Κιέβου, που αργότερα ονομάσθηκε Πνευματική Ακαδημία του Κιέβου, και διεκρίθη με τις ικανότητές του. Όταν αποφοίτησε, ανέλαβε καθηκόντα διδασκάλου της λατινικής γλώσσης, μέχρις ότου το χιλιοστόν εξακοσιοστόν ογδοηκοστόν εκάρη μοναχός.

Εκάρη στη φημισμένη Λαύραν των Σπηλαίων του Κιέβου, και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην εσωτερικήν πνευματικήν εργασίαν με ζήλον. Με τη γενικήν συγκατάθεσιν των αδελφών της Λαύρας, ο νεαρός μοναχός ανέλαβε την ευθύνην του κηρύγματος του ιερού Λόγου. Εξ αρχής επέδειξε εξαιρετικήν ευγλωττίαν και βαθεία θεολογικήν παιδείαν, και εθεωρήθη ικανός σκαπανέας του πνευματικού λόγου της Εκκλησίας. Έδωσε ιδιαίτερην έμφασιν στην εσωτερικήν θρησκευτικήν γνώσιν, και ολόκληρος ο βίος του εκινείτο γύρω από ένα κεντρικόν θεολογικόν ερώτημα.

Το ερώτημα αυτό αφορούσε στο πώς πρέπει ο άνθρωπος να εναρμονίσει το θέλημά του με το άγιον θέλημα του Θεού. Ανέπτυξε αυτό το βαθύ θέμα τόσο στο εκκλησιαστικόν κήρυγμά του όσο και στη μετέπειτα ιεραποστολικήν του διακονίαν στη Σιβηρίαν. Η σωτηριολογική αυτή θεολογική προσέγγισις απήντησε ικανοποιητικά στις βαθύτερες πνευματικές ανησυχίες της εποχής του και του ποιμνίου του. Το χιλιοστόν εξακοσιοστόν ογδοηκοστόν όγδοον στάλθηκε σε αποστολήν στη Μόσχαν, όπου ο πατριάρχης Ιωακείμ τον διώρισε ηγούμενον στη μονήν Μπριάνσκ Σβένσκ.

Η μονή εκείνη ευρισκόταν τότε υπό την δικαιοδοσίαν της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, και ο Ιωάννης την ανανέωσε με ζήλον. Ο άγιος Θεοδόσιος, αρχιεπίσκοπος Τσερνιγκώφ, λίγο πριν από τον δικόν του θάνατον, διώρισε τον ιερομόναχον Ιωάννην ως αρχιμανδρίτην. Ο διορισμός αυτός έγινε στη μονήν Ελέτσκ του Τσερνιγκώφ το χιλιοστόν εξακοσιοστόν ενενηκοστόν πέμπτον, και τον όρισε διάδοχόν του στην επισκοπήν. Ο όσιος Ιωάννης τιμούσε ιδιαιτέρως τη μνήμην του αγίου Θεοδοσίου και πίστευε στις πρεσβείες του ενώπιον του Κυρίου.

Όταν αρρώστησε σοβαρά, εθεραπεύθη μέσω των προσευχών του αγίου Θεοδοσίου, ο οποίος του εφάνη και του είπε να λειτουργήσει την επομένην. Πραγματικά, ο Ιωάννης εξύπνησε τελείως υγιής και ετέλεσε τη Θείαν Λειτουργίαν, προς εκπληξιν όλων των παρόντων. Στις δέκα Ιανουαρίου του χιλιοστού εξακοσιοστού ενενηκοστού εβδόμου, ο πατριάρχης Αδριανός χειροτόνησε τον αρχιμανδρίτην Ιωάννην επίσκοπον Τσερνιγκώφ. Η χειροτονία ετελέσθη επίσημα στον καθεδρικόν ναόν της Κοιμήσεως του Κρεμλίνου της Μόσχας, με μεγάλην επισημότητα.

Έτσι ξεκίνησε η αρχιερατική διακονία του στην επισκοπήν Τσερνιγκώφ, με ζήλον για τη πνευματικήν μόρφωσιν και τον αγιασμόν του ποιμνίου. Από την πρώτην στιγμή ανεδείχθη φωτεινός παιδαγωγός των πιστών ψυχών και άοκνος ιερός εργάτης της Εκκλησίας. Ο επίσκοπος Ιωάννης οργάνωσε αμέσως ένα Κολλέγιον κοντά στον αρχιεπισκοπικόν ναόν, παρόμοιον με την Ακαδημίαν του Κιέβου. Ωνόμασε αυτό το ίδρυμα Αθήνας του Τσερνιγκώφ, ως πνευματικόν φάρον ευσεβούς διαφωτίσεως για τη ρωσσικήν γην.

Λόγω του υψηλού επιπέδου θεολογικής εκπαιδεύσεως, η σχολή του οσίου ιεράρχου εξέκτησε ευρεία φήμην στη Ρωσσίαν. Στην ουσίαν αυτή ήταν η πρώτη Ιερατική Σχολή που λειτούργησε στην ρωσσικήν Εκκλησίαν, και αποτέλεσε πρότυπον για άλλες επισκοπές. Σχολές κατά το πρότυπον αυτό άρχισαν να ιδρύονται σε άλλες επισκοπές της Ρωσσικής Εκκλησίας, διαδίδοντας τη θεολογικήν παιδείαν. Ο ιεράρχης ίδρυσε επίσης δικό του τυπογραφείον, στο οποίο ο ίδιος και οι διάδοχοί του εξέδωσαν πολλά πνευματικά συγγράμματα.

Η ζωή του οσίου εφωτίζετο από υψηλές αρετές, και ιδιαιτέρως από βαθύτατην ταπεινοφροσύνην, που κυριαρχούσε στις πράξεις του. Έγραψε πολυάριθμα έργα ηθικού και διδακτικού περιεχομένου, μεταξύ των οποίων η Ηθικοδιδακτική Κάτοπτρος και η Παρθένος Μήτηρ Θεού. Στο Τσερνιγκώφ το χιλιοστόν επτακοσιοστόν δέκατον τέταρτον εξέδωσε πρώτη φοράν το κορυφαίον έργο του στη λατινικήν γλώσσαν. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλον Ηλιοτρόπιον, ή Συμμόρφωσις του Ανθρωπίνου Θελήματος προς το Θείον θέλημα του Δημιουργού.

Πρόκειται για την κορύφωσιν της σκέψεώς του και απάντησιν θεολογικήν στο μέγα ερώτημα της σωτηρίας του ανθρώπου. Ο άγιος Ιωάννης διατηρούσε στενούς δεσμούς με το Άγιον Όρος, και είχε ιδιαίτερον ενδιαφέρον για τη μοίρα των Ρώσσων μοναχών εκεί. Έστελνε σημαντικήν υλικήν βοήθειαν στα ρωσσικά μοναστήρια του Άθω εκείνους τους δύσκολους χρόνους της οικονομικής κρίσεως. Διασώζεται μάλιστα αρχιερατικόν γράμμα του προς τη μονήν του Αγίου Παντελεήμονος, που μαρτυρεί την έγνοιαν του για τους Αγιορείτας.

Στις δεκατέσσερις Αυγούστου του χιλιοστού επτακοσιοστού ενδέκατου, μετά την προαγωγήν του σε μητροπολίτην, αφίχθη επίσημα στην έδραν του. Ανέλαβε τη μητρόπολιν Τομπόλσκ και πάσης Σιβηρίας, και αμέσως αφοσιώθη στη φωτισμένην ποιμαντικήν διακονίαν εκείνης της απέραντης γης. Συνέχισε εκεί το έργον που είχε ξεκινήσει στο Τσερνιγκώφ, βελτιώνοντας τη σχολήν που είχε ιδρύσει ο προκάτοχός του Φιλόθεος Λεστσίνσκυ. Συνέχισε επίσης την αποστολικήν διδαχήν στους ειδωλολάτρας της Σιβηρίας, μετάγοντας στον Χριστόν χιλιάδες ψυχές με κήρυγμα και βάπτισμα.

Το χιλιοστόν επτακοσιοστόν δέκατον τέταρτον έτος έστειλε ορθόδοξον ιεραποστολήν στο μακρινόν Πεκίνον με αρχιμανδρίτην τον Ιλαρίωνα Λεζάισκυ. Στο Τομπόλσκ ίδρυσε ξανά τυπογραφείον και εξέδωσε το Ηλιοτρόπιον στη σλαβορωσσικήν γλώσσαν, ώστε οι Σιβηριανοί πιστοί να το κατανοούν. Η εκδοτική και ιεραποστολική του δραστηριότης ανέδειξε την έδραν του ως λαμπρόν φωτεινόν κέντρον της Ορθοδοξίας στη μακρινήν Σιβηρίαν. Με αυτόν τον τρόπον ηνωνε το πνευματικόν φωτισμόν με την συστηματικήν ιεραποστολήν προς τους ειδωλολάτρας λαούς.

Ο χρονικογράφος περιγράφει τη ζωή του αγίου ως ήσυχον, ταπεινήν, με χάριν και συμπάθειαν προς τους πτωχούς. Συχνά εβοηθούσε τους ανθρώπους κρυφά, και ενίοτε ντυμένος με ταπεινό μοναχικό ράσον επισκεπτόταν τα σπίτια των φτωχών. Άφηνε εκεί γενναιόδωρες ελεημοσύνες λέγοντας ότι ο Ιησούς Χριστός εστελλε αυτήν την βοήθειαν, χωρίς να αποκαλύπτεται. Το αρχοντικόν του στο Τομπόλσκ ήταν πάντοτε ανοικτόν σε όλους όσους εχρειάζοντο βοήθειαν ή λόγον παρηγορίας.

Ακόμη και την ημέραν του θανάτου του, στις δέκα Ιουνίου του χιλιοστού επτακοσιοστού δεκάτου πέμπτου, μετά τη Θείαν Λειτουργίαν, παρέθεσε γεύμα. Έστησε τράπεζαν για τον κλήρον και τους πτωχούς στο σπίτι του, και υπηρετούσε ο ίδιος στους προσκαλεσμένους με ταπείνωσιν. Έπειτα, αφού αποχαιρέτησε όλους με μεγάλην στοργήν, αποσύρθη στο εσωτερικόν δωμάτιόν του για ησυχίαν και τελευταίαν προσευχήν. Όταν εκτύπησαν οι κώδωνες για τον Εσπερινόν, εκείνος εκοιμήθη γονατιστός εν προσευχή, παραδίδοντας την ψυχήν του.

Ετάφη με τιμές στο παρεκκλήσι του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, μέσα στον καθεδρικόν ναόν της Κοιμήσεως Σοφία του Τομπόλσκ. Λόγω αμέτρητων θαυμάτων, η Εκκλησία καθιέρωσε επίσημα τον πανρωσικόν εορτασμόν του αγίου το χιλιοστόν εννιακοσιοστόν δέκατον έκτον. Άγιε ιεράρχα Ιωάννη Μαξίμοβιτς, μητροπολίτη Τομπόλσκ και πάσης Σιβηρίας, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών, ώστε ο Χριστός να μας αξιώσει της Βασιλείας Του, αμήν.

Θέματα

Ιεράρχες

Κοινοποίηση Βίου Αγίου