Ο Όσιος Ζωσιμάς, ο Επίσκοπος της Βαβυλώνος της Αιγύπτου

Ο Όσιος Ζωσιμάς, ο Επίσκοπος της Βαβυλώνος της Αιγύπτου

Ένας ερημίτης στη Λιβύη τον περίμενε σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια, για να αναπαυθεί στα χέρια του και να του παραδώσει το μήνυμα του Θεού. Ένας μετανοημένος ληστής, μαθητής του, παρέδωσε μόνος του το κεφάλι του στο σπαθί του δημίου, για να ξεπλύνει με το αίμα του τον φόνο ενός παιδιού. Ο Όσιος Ζωσιμάς καταγόταν από την Κιλικία της Μικράς Ασίας και έλαβε την προσωνυμία Κίλιξ από τον τόπο της καταγωγής του. Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε τον Θεό και απαρνήθηκε τον κόσμο για χάρη της σωτηρίας του.

Έφθασε στο όρος Σινά, όπου έλαβε το αγγελικό σχήμα και άρχισε τους ασκητικούς του αγώνες. Επιδιδόταν με σταθερότητα στη νηστεία και την αδιάλειπτη προσευχή κοντά στους Σιναΐτες πατέρες. Όμως η καρδιά του αναζητούσε ακόμη βαθύτερη ησυχία και μεγαλύτερη ερημία για τον Θεό. Έτσι, νέος στην ηλικία, άφησε το Σινά και κατευθύνθηκε προς τις απέραντες ερήμους της Λιβύης. Εγκαταστάθηκε σε έναν απομονωμένο τόπο που ονομαζόταν Αμμωνιακό και ζούσε εκεί σε πλήρη μοναξιά.

Όλη του η φροντίδα ήταν πώς θα ευαρεστήσει τον έναν και μόνο αληθινό Θεό. Μια ημέρα συνάντησε στην έρημο έναν γέροντα ντυμένο με τραχιά τρίχινη στολή. Πλησίασε με σεβασμό, ώστε να προσκυνήσει και να ζητήσει την ευλογία του κατά τη συνήθεια των μοναχών. Ο γέροντας όμως τον πρόλαβε και του είπε με σαφήνεια να μη μείνει σε εκείνη την έρημο. Όταν ο Ζωσιμάς απόρησε πώς γνώριζε το όνομά του, ο ερημίτης του εξήγησε ένα ουράνιο σημείο.

Δύο ημέρες νωρίτερα τού είχε φανερωθεί ένας θαυμαστός άνδρας με όψη φωτεινή και ξεχωριστή. Του αποκάλυψε πως θα έφτανε ο Ζωσιμάς από το Σινά και πως ο Θεός τον προόριζε για την Εκκλησία της Βαβυλώνος. Έπειτα ο γέροντας απομακρύνθηκε λίγο και προσευχήθηκε με υψωμένα τα χέρια του προς τον ουρανό. Όταν τελείωσε, επέστρεψε, αγκάλιασε τον Ζωσιμά με πατρική στοργή και του ασπάστηκε το πρόσωπο. Του είπε ότι ο Θεός τον έστειλε για να τον ενταφιάσει, καθώς πλησίαζε η ώρα της κοιμήσεώς του.

Ο Ζωσιμάς τον ρώτησε πόσα χρόνια είχε στον τόπο εκείνον της σκληρής ασκήσεως. Ο γέροντας απάντησε πως είχαν συμπληρωθεί σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια εκεί. Στα λόγια αυτά το πρόσωπό του έλαμψε σαν φωτιά μέσα στην έρημο. Έπειτα ξάπλωσε ήσυχα στο χώμα και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Ο μακάριος Ζωσιμάς έσκαψε με τα χέρια του τάφο και ενταφίασε το τίμιο σώμα του μεγάλου ασκητή.

Παρέμεινε εκεί δύο ημέρες προσευχόμενος και έπειτα γύρισε πάλι στο όρος Σινά δοξάζοντας τον Θεό. Κατά τη δεύτερη παραμονή του εκεί κάποιος ληστής τον αναζήτησε με δάκρυα και βαθιά συντριβή ψυχής. Τον παρακάλεσε να τον κάνει μοναχό, για να πενθεί στην ησυχία τις πολλές ανθρωποκτονίες του παρελθόντος. Ο Όσιος τον δίδαξε με υπομονή και τον ενέδυσε με το αγγελικό σχήμα της μετανοίας. Μετά από κάποιο διάστημα όμως τον κάλεσε κοντά του και του μίλησε με ειλικρίνεια και αγάπη.

Του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να παραμείνει στο Σινά λόγω του κινδύνου από τις αρχές του τόπου. Φοβόταν επίσης μήπως τον αναγνωρίσει κάποιος από τους ανθρώπους που είχε αδικήσει με τις παλιές του πράξεις. Έτσι τον οδήγησε στο κοινόβιο του αββά Δωροθέου, πλησίον της Γάζας, για ασφάλεια και ησυχία. Εκεί ο μετανοημένος αδελφός παρέμεινε εννέα ολόκληρα χρόνια ασκητικής και ταπεινής ζωής. Έμαθε όλο το Ψαλτήρι, ασκήθηκε στους κόπους των μοναχών και προόδευσε στις αρετές.

Όμως κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να βρει ποτέ ολοκληρωτική ειρήνη και πλήρη ανάπαυση. Επέστρεψε λοιπόν στον Όσιο Ζωσιμά και τού ζήτησε πίσω τα κοσμικά του ρούχα με βαθιά αποφασιστικότητα. Όταν ο γέροντας τον ρώτησε με λύπη τον λόγο της παράξενης αυτής αποφάσεως, ο αδελφός του εξομολογήθηκε όλα. Παρά τους εννέα χρόνους νηστείας, σιωπής και υπακοής στο κοινόβιο, έβλεπε διαρκώς εμπρός του ένα μικρό παιδί. Το παιδί τον ρωτούσε συνεχώς γιατί το είχε σκοτώσει στη διάρκεια των αιματηρών παλαιών ληστειών του.

Η οπτασία τον ακολουθούσε στον ναό, στη Θεία Κοινωνία, στην τράπεζα και σε κάθε ώρα του βίου του. Είχε αποφασίσει λοιπόν να επιστρέψει στον τόπο των εγκλημάτων και να παραδοθεί στη δικαιοσύνη των ανθρώπων. Πίστευε πως όφειλε να πεθάνει για το άδικο θύμα του και να εξιλεωθεί με το αίμα του. Πήρε τα κοσμικά του ρούχα από τον Όσιο και αναχώρησε με τόλμη προς την πόλη της Διοσπόλεως. Μόλις έφτασε εκεί, οι αρχές τον αναγνώρισαν αμέσως και τον συνέλαβαν χωρίς καμία αντίσταση.

Την επόμενη κιόλας ημέρα τον αποκεφάλισαν με το σπαθί ενώπιον του πλήθους της περιοχής. Έτσι παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, ξεπλένοντας με το αίμα του τις φοβερές αμαρτίες του. Μετά από καιρό ο Όσιος Ζωσιμάς επιθύμησε πάλι την ησυχία της ερήμου και αναχώρησε με τον μαθητή του Ιωάννη. Κατευθύνθηκαν στην έρημο που ονομαζόταν Πορφυρίωνα και εκεί συνάντησαν δύο μεγάλους και θαυμαστούς ερημίτες της εποχής. Ο ένας λεγόταν Παύλος και καταγόταν από τη Γαλατία, ενώ ο άλλος ονομαζόταν Θεόδωρος και προερχόταν από τη Μελιτηνή.

Ο Θεόδωρος είχε λάβει το μοναχικό σχήμα στη μονή του αββά Ευθυμίου του Μεγάλου της Παλαιστίνης. Και οι δύο φορούσαν τραχιά ενδύματα από δέρμα βουβάλου ως σημείο αυστηρής εγκρατείας και ταπεινώσεως. Ο Ζωσιμάς εγκαταστάθηκε μαζί με τον Ιωάννη κοντά τους και έμεινε στον τόπο εκείνον δύο ολόκληρα χρόνια. Όμως μια ημέρα ένα φαρμακερό φίδι δάγκωσε με δύναμη τον αγαπητό μαθητή του Ιωάννη. Όλο το σώμα του πλημμύρισε από το θανατηφόρο δηλητήριο και αίμα έτρεξε από τα μάτια και τα αυτιά του.

Ο Ιωάννης παρέδωσε αμέσως το πνεύμα του και ο Ζωσιμάς βυθίστηκε σε βαθύτατη οδύνη και πένθος. Έτρεξε προς τους δύο ερημίτες αναζητώντας παρηγοριά στη φοβερή θλίψη της καρδιάς του. Εκείνοι από πριν γνώριζαν με προορατικό χάρισμα τον θάνατο του μαθητή και τον υποδέχθηκαν με γαλήνη. Πήγαν μαζί στον τόπο όπου κειτόταν νεκρό το σώμα του ευλαβούς μαθητή Ιωάννη. Σήκωσαν τα χέρια τους στον ουρανό και φώναξαν δυνατά τον νεκρό να σηκωθεί από τη γη.

Εκείνος αμέσως ζωντάνεψε, σηκώθηκε όρθιος και επέστρεψε στη ζωή προς δόξαν του παντοδυνάμου Θεού. Οι δύο ερημίτες βρήκαν το φίδι, το έσκισαν στα δύο και είπαν στον Ζωσιμά την προφητεία τους. Του φανέρωσαν ότι ο Θεός τον προόριζε για επίσκοπο της Εκκλησίας της Βαβυλώνος, η οποία βρισκόταν στην Αίγυπτο. Έλαβε τις ευχές τους και επέστρεψε στο Σινά μαζί με τον αναστημένο μαθητή του Ιωάννη. Έπειτα από καιρό ο ηγούμενος του Σινά τον έστειλε με δύο αδελφούς στην Αλεξάνδρεια για ανάγκες της μονής.

Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αγάπησε τους τρεις ασκητές και τους χειροτόνησε επισκόπους σε διαφορετικές πόλεις της Αιγύπτου. Ο Ζωσιμάς έλαβε τον θρόνο της Βαβυλώνος, της πόλεως που ίδρυσαν παλαιοί μετανάστες κοντά στις όχθες του Νείλου. Διαποίμανε με σοφία και αγιότητα το ποίμνιο του Χριστού, γινόμενος τύπος των πιστών σε λόγο και πράξη. Στα γεράματά του εγκατέλειψε τον θρόνο, επέστρεψε στο Σινά και κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη. Saving to file: `06_04_Όσιος_Ζωσιμάς_Επίσκοπος_Βαβυλώνος.

Also checking: "γινόμενος τύπος" - participle. Fix: "και έγινε τύπος των πιστών σε λόγο και πράξη" **File: `06_04_Όσιος_Ζωσιμάς_Επίσκοπος_Βαβυλώνος. Ένας ερημίτης στη Λιβύη τον περίμενε σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια, για να αναπαυθεί στα χέρια του και να του παραδώσει το μήνυμα του Θεού. Ένας μετανοημένος ληστής, μαθητής του, παρέδωσε μόνος του το κεφάλι του στο σπαθί του δημίου, για να ξεπλύνει με το αίμα του τον φόνο ενός παιδιού.

Ο Όσιος Ζωσιμάς καταγόταν από την Κιλικία της Μικράς Ασίας και έλαβε την προσωνυμία Κίλιξ από τον τόπο της καταγωγής του. Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε τον Θεό και απαρνήθηκε τον κόσμο για χάρη της σωτηρίας του. Έφθασε στο όρος Σινά, όπου έλαβε το αγγελικό σχήμα και άρχισε τους ασκητικούς του αγώνες. Επιδιδόταν με σταθερότητα στη νηστεία και την αδιάλειπτη προσευχή κοντά στους Σιναΐτες πατέρες. Όμως η καρδιά του αναζητούσε ακόμη βαθύτερη ησυχία και μεγαλύτερη ερημία για τον Θεό.

Έτσι, νέος στην ηλικία, άφησε το Σινά και κατευθύνθηκε προς τις απέραντες ερήμους της Λιβύης. Εγκαταστάθηκε σε έναν απομονωμένο τόπο που ονομαζόταν Αμμωνιακό και ζούσε εκεί σε πλήρη μοναξιά. Όλη του η φροντίδα ήταν πώς θα ευαρεστήσει τον έναν και μόνο αληθινό Θεό. Μια ημέρα συνάντησε στην έρημο έναν γέροντα ντυμένο με τραχιά τρίχινη στολή. Πλησίασε με σεβασμό, ώστε να προσκυνήσει και να ζητήσει την ευλογία του κατά τη συνήθεια των μοναχών.

Ο γέροντας όμως τον πρόλαβε και του είπε με σαφήνεια να μη μείνει σε εκείνη την έρημο. Όταν ο Ζωσιμάς απόρησε πώς γνώριζε το όνομά του, ο ερημίτης του εξήγησε ένα ουράνιο σημείο. Δύο ημέρες νωρίτερα τού είχε φανερωθεί ένας θαυμαστός άνδρας με όψη φωτεινή και ξεχωριστή. Του αποκάλυψε πως θα έφτανε ο Ζωσιμάς από το Σινά και πως ο Θεός τον προόριζε για την Εκκλησία της Βαβυλώνος. Έπειτα ο γέροντας απομακρύνθηκε λίγο και προσευχήθηκε με υψωμένα τα χέρια του προς τον ουρανό.

Όταν τελείωσε, επέστρεψε, αγκάλιασε τον Ζωσιμά με πατρική στοργή και του ασπάστηκε το πρόσωπο. Του είπε ότι ο Θεός τον έστειλε για να τον ενταφιάσει, καθώς πλησίαζε η ώρα της κοιμήσεώς του. Ο Ζωσιμάς τον ρώτησε πόσα χρόνια είχε στον τόπο εκείνον της σκληρής ασκήσεως. Ο γέροντας απάντησε πως είχαν συμπληρωθεί σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια εκεί. Στα λόγια αυτά το πρόσωπό του έλαμψε σαν φωτιά μέσα στην έρημο.

Έπειτα ξάπλωσε ήσυχα στο χώμα και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Ο μακάριος Ζωσιμάς έσκαψε με τα χέρια του τάφο και ενταφίασε το τίμιο σώμα του μεγάλου ασκητή. Παρέμεινε εκεί δύο ημέρες και προσευχήθηκε με κατάνυξη και έπειτα γύρισε πάλι στο όρος Σινά. Δόξασε τον Θεό για όλα όσα είχε δει και ακούσει από τον μακάριο εκείνον ερημίτη της Λιβύης. Κατά τη δεύτερη παραμονή του εκεί κάποιος ληστής τον αναζήτησε με δάκρυα και βαθιά συντριβή ψυχής.

Τον παρακάλεσε να τον κάνει μοναχό, για να πενθεί στην ησυχία τις πολλές ανθρωποκτονίες του παρελθόντος. Ο Όσιος τον δίδαξε με υπομονή και τον ενέδυσε με το αγγελικό σχήμα της μετανοίας. Μετά από κάποιο διάστημα όμως τον κάλεσε κοντά του και του μίλησε με ειλικρίνεια και αγάπη. Του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να παραμείνει στο Σινά λόγω του κινδύνου από τις αρχές του τόπου. Φοβόταν επίσης μήπως τον αναγνωρίσει κάποιος από τους ανθρώπους που είχε αδικήσει με τις παλιές του πράξεις.

Έτσι τον οδήγησε στο κοινόβιο του αββά Δωροθέου, πλησίον της Γάζας, για ασφάλεια και ησυχία. Εκεί ο μετανοημένος αδελφός παρέμεινε εννέα ολόκληρα χρόνια ασκητικής και ταπεινής ζωής. Έμαθε όλο το Ψαλτήρι, ασκήθηκε στους κόπους των μοναχών και προόδευσε σταθερά στις αρετές. Επέστρεψε λοιπόν στον Όσιο Ζωσιμά και τού ζήτησε πίσω τα κοσμικά του ρούχα με βαθιά αποφασιστικότητα. Όταν ο γέροντας τον ρώτησε με λύπη τον λόγο της παράξενης αυτής αποφάσεως, ο αδελφός του εξομολογήθηκε όλα.

Παρά τους εννέα χρόνους νηστείας, σιωπής και υπακοής στο κοινόβιο, έβλεπε διαρκώς εμπρός του ένα μικρό παιδί. Το παιδί τον ρωτούσε συνεχώς γιατί το είχε σκοτώσει στη διάρκεια των αιματηρών παλαιών ληστειών του. Η οπτασία τον ακολουθούσε στον ναό, στη Θεία Κοινωνία, στην τράπεζα και σε κάθε ώρα του βίου του. Είχε αποφασίσει λοιπόν να επιστρέψει στον τόπο των εγκλημάτων και να παραδοθεί στη δικαιοσύνη των ανθρώπων. Πίστευε πως όφειλε να πεθάνει για το άδικο θύμα του και να εξιλεωθεί με το αίμα του.

Πήρε τα κοσμικά του ρούχα από τον Όσιο και αναχώρησε με τόλμη προς την πόλη της Διοσπόλεως. Μόλις έφτασε εκεί, οι αρχές τον αναγνώρισαν αμέσως και τον συνέλαβαν χωρίς καμία αντίσταση. Την επόμενη κιόλας ημέρα τον αποκεφάλισαν με το σπαθί ενώπιον του πλήθους της περιοχής. Έτσι παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο και ξέπλυνε με το αίμα του τις φοβερές αμαρτίες. Μετά από καιρό ο Όσιος Ζωσιμάς επιθύμησε πάλι την ησυχία της ερήμου και αναχώρησε με τον μαθητή του Ιωάννη.

Κατευθύνθηκαν στην έρημο που ονομαζόταν Πορφυρίωνα και εκεί συνάντησαν δύο μεγάλους και θαυμαστούς ερημίτες της εποχής. Ο ένας λεγόταν Παύλος και καταγόταν από τη Γαλατία, ενώ ο άλλος ονομαζόταν Θεόδωρος και προερχόταν από τη Μελιτηνή. Ο Θεόδωρος είχε λάβει το μοναχικό σχήμα στη μονή του αββά Ευθυμίου του Μεγάλου της Παλαιστίνης. Και οι δύο φορούσαν τραχιά ενδύματα από δέρμα βουβάλου ως σημείο αυστηρής εγκρατείας και ταπεινώσεως. Ο Ζωσιμάς εγκαταστάθηκε μαζί με τον Ιωάννη κοντά τους και έμεινε στον τόπο εκείνον δύο ολόκληρα χρόνια.

Όμως μια ημέρα ένα φαρμακερό φίδι δάγκωσε με δύναμη τον αγαπητό μαθητή του Ιωάννη. Όλο το σώμα του πλημμύρισε από το θανατηφόρο δηλητήριο και αίμα έτρεξε από τα μάτια και τα αυτιά του. Ο Ιωάννης παρέδωσε αμέσως το πνεύμα του και ο Ζωσιμάς βυθίστηκε σε βαθύτατη οδύνη και πένθος. Έτρεξε προς τους δύο ερημίτες και αναζητούσε παρηγοριά στη φοβερή θλίψη της καρδιάς του. Εκείνοι από πριν γνώριζαν με προορατικό χάρισμα τον θάνατο του μαθητή και τον υποδέχθηκαν με γαλήνη.

Πήγαν μαζί στον τόπο όπου κειτόταν νεκρό το σώμα του ευλαβούς μαθητή Ιωάννη. Σήκωσαν τα χέρια τους στον ουρανό και φώναξαν δυνατά τον νεκρό να σηκωθεί από τη γη. Εκείνος αμέσως ζωντάνεψε, σηκώθηκε όρθιος και επέστρεψε στη ζωή προς δόξαν του παντοδυνάμου Θεού. Οι δύο ερημίτες βρήκαν το φίδι, το έσκισαν στα δύο και είπαν στον Ζωσιμά την προφητεία τους. Του φανέρωσαν ότι ο Θεός τον προόριζε για επίσκοπο της Εκκλησίας της Βαβυλώνος, η οποία βρισκόταν στην Αίγυπτο.

Έλαβε τις ευχές τους και επέστρεψε στο Σινά μαζί με τον αναστημένο μαθητή του Ιωάννη. Έπειτα από καιρό ο ηγούμενος του Σινά τον έστειλε με δύο αδελφούς στην Αλεξάνδρεια για ανάγκες της μονής. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αγάπησε τους τρεις ασκητές και τους χειροτόνησε επισκόπους σε διαφορετικές πόλεις της Αιγύπτου. Ο Ζωσιμάς έλαβε τον θρόνο της Βαβυλώνος, της πόλεως που ίδρυσαν παλαιοί μετανάστες κοντά στις όχθες του Νείλου. Διαποίμανε με σοφία και αγιότητα το ποίμνιο του Χριστού και έγινε τύπος των πιστών σε λόγο και πράξη. Στα βαθιά γεράματά του εγκατέλειψε τον θρόνο, επέστρεψε στο Σινά και κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη. Το αρχείο παραδίδεται ως `06_04_Όσιος_Ζωσιμάς_Επίσκοπος_Βαβυλώνος.

Το διάβασαν1μοναδικός αναγνώστης

Θέματα

ΙεράρχεςΌσιοι

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.