Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Αγία Ελικωνίδα και η μάχη με τα είδωλα της Κορίνθου
Μέσα στον ναό των ειδώλων, μια νεαρή γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη γκρέμισε μόνη της τα αγάλματα της Αθηνάς, του Δία και του Ασκληπιού. Όταν αργότερα την έριξαν στα πεινασμένα λιοντάρια, εκείνα έσκυψαν στα πόδια της και έγλειψαν τα τραύματά της σαν ήμερα αρνιά. Η Αγία Ελικωνίδα έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Γορδιανού και Φιλίππου, στα μέσα του τρίτου αιώνα μετά Χριστόν. Γεννήθηκε και ανατράφηκε στη Θεσσαλονίκη, μέσα σε χριστιανικό περιβάλλον που της χάρισε ακλόνητη πίστη.
Όταν ξέσπασε νέος διωγμός, δεν κρύφτηκε, αλλά κατέβηκε στην Κόρινθο για να στηρίξει τους αδελφούς της. Στην πόλη είδε πλήθος ανθρώπων να προσφέρουν θυσίες σε άψυχα είδωλα, και η καρδιά της φλογίστηκε από ιερό ζήλο. Ανέβηκε λοιπόν σε υψηλό σημείο και κήρυξε δυνατά την αλήθεια του ζωντανού Θεού. Καλούσε τους Κορινθίους να σηκώσουν το βλέμμα στον ουρανό και να αναγνωρίσουν τον Δημιουργό του κόσμου. Τα λόγια της τάραξαν το πλήθος και οι ειδωλολάτρες την άρπαξαν αμέσως.
Την έσυραν με βία στον τοπικό άρχοντα Περίνιο για ανάκριση και άμεση τιμωρία. Ο Περίνιος έμεινε άναυδος μπροστά στην ομορφιά και την αρχοντιά της νεαρής μάρτυρος και προσπάθησε να της φερθεί με δόλια καλοσύνη. Της υποσχέθηκε χαρές, τιμές και πλούτη, αρκεί να αρνιόταν τον Χριστό και να θυσίαζε στους ψεύτικους θεούς. Η Ελικωνίδα όμως απάντησε με θάρρος ότι ήταν δούλη του Χριστού και τίποτα δεν θα την έκανε να προδώσει τον Κύριό της. Τότε ο άρχοντας άλλαξε πρόσωπο και διέταξε σκληρά βασανιστήρια για τη νεαρή παρθένο.
Πρώτα την έδεσαν, της χάραξαν τα πόδια και την έσυραν γυμνή πάνω στο χώμα. Έπειτα την έριξαν μέσα σε λιωμένο μολύβι ανακατεμένο με καυτή άσφαλτο, για να σβήσουν την αντοχή της. Άγγελος Κυρίου όμως κατέβηκε αόρατος και μετέτρεψε το πύρινο μείγμα σε δροσερή υγρασία γύρω της. Από το καζάνι ανέβηκε ευωδία αντί για καπνό, και η αγία βγήκε εντελώς αβλαβής. Ο Περίνιος, εκτός εαυτού, διέταξε να της ξυρίσουν με βία το κεφάλι.
Στη συνέχεια πέρασαν αναμμένες λαμπάδες πάνω στο σώμα και στο στήθος της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Βλέποντας ότι τα βασανιστήρια δεν την λυγίζουν, ο άρχοντας δοκίμασε ξανά τη μέθοδο της κολακείας και των μεγάλων υποσχέσεων. Της είπε ότι θα την έκανε ιέρεια της Αρτέμιδος και θα έστηνε χρυσή στήλη προς τιμήν της στην Κόρινθο. Η Ελικωνίδα προσποιήθηκε ότι δέχεται και ζήτησε να την οδηγήσουν στον ναό για να προσφέρει μόνη της θυσία. Με μεγάλη πομπή, σαλπίσματα και τύμπανα, ο Περίνιος την συνόδευσε ως τις πόρτες του ειδωλικού τεμένους.
Εκείνη ζήτησε να μείνει εντελώς μόνη μέσα στον ναό για να τελέσει τις μυστικές της προσφορές. Μόλις έκλεισαν οι πόρτες πίσω της, όρμησε με δύναμη Θεού πάνω στα είδωλα της Αφροδίτης και της Αθηνάς. Τα γκρέμισε στο πάτωμα και τα έσπασε σε κομμάτια, ενώ έξω συνεχίζονταν οι ήχοι της γιορτής. Με την ίδια ορμή ξήλωσε από τον βωμό τα αγάλματα του Δία και του Ασκληπιού. Όταν επιτέλους μπήκαν οι ιερείς και είδαν την καταστροφή, ξέσχισαν τα ρούχα τους από οργή.
Άρπαξαν την παρθένο και την έσυραν πάλι στον άρχοντα ζητώντας τον άμεσο θάνατό της. Ο Περίνιος, εξαγριωμένος, διέταξε να κόψουν τους μαστούς της αγίας και να τη ρίξουν στη φυλακή για πέντε ολόκληρες ημέρες. Στο μεταξύ έφτασε στην Κόρινθο νέος άρχοντας, ο Ιουστίνος, ο οποίος ανέλαβε τη συνέχεια της δίκης. Φανατικός υπερασπιστής των ειδώλων, διέταξε να ανάψουν μεγάλο καμίνι επί τρεις συνεχόμενες ημέρες. Έριξαν την Ελικωνίδα μέσα στις φλόγες, αλλά εκείνη έψαλλε και δοξολογούσε τον Θεό σαν τους τρεις παίδες της Βαβυλώνας.
Η φωτιά της έγινε δροσερή αύρα, ενώ η ίδια πύρινη γλώσσα ξεπήδησε και κατέκαψε εβδομήντα ειδωλολάτρες γύρω. Τότε την ξάπλωσαν πάνω σε πυρωμένο χάλκινο κρεβάτι, για να την κάψουν αργά μπροστά στα μάτια του δικαστή. Το αίμα όμως που έτρεξε από τις πληγές της έσβησε τη φωτιά, και το κρεβάτι κρύωσε. Μέσα στο σκοτεινό κελί της, ο ίδιος ο Χριστός εμφανίστηκε με τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ. Της έδωσε ουράνιο άρτο που φώτισε το πρόσωπό της και επούλωσε εντελώς τα τραύματα του σώματός της.
Από εκείνη τη στιγμή η μάρτυς ήταν έτοιμη για την τελευταία και νικηφόρα μάχη της. Το επόμενο πρωί την οδήγησαν στο αμφιθέατρο και άφησαν επάνω της δύο πεινασμένα λιοντάρια, νηστικά τρεις ημέρες. Τα θηρία πλησίασαν την αγία, υποκλίθηκαν ταπεινά και άρχισαν να γλείφουν τα πληγωμένα της πόδια. Το πλήθος έκπληκτο φώναζε ότι η γυναίκα ήταν μάγισσα και απαιτούσε από τον Ιουστίνο να την θανατώσει αμέσως. Εκείνη τη στιγμή οι πύλες του χώρου άνοιξαν με θεϊκή δύναμη και τα λιοντάρια όρμησαν στο πλήθος.
Ο τρομαγμένος λαός σκόρπισε, ο ίδιος ο Ιουστίνος έφυγε στο πραιτώριο, και τα θηρία θανάτωσαν εκατόν είκοσι ανθρώπους. Μην ξέροντας πια τι να κάνει με τη μάρτυρα, ο άρχοντας πρόσταξε τον αποκεφαλισμό της έξω από την πόλη. Η Ελικωνίδα ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και προσευχήθηκε να την κατατάξει ο Κύριος μαζί με τις δίκαιες γυναίκες της Γραφής. Φωνή από ψηλά την κάλεσε στη Βασιλεία, ενώ άγγελοι ετοίμαζαν τους ύμνους της ουράνιας υποδοχής. Με χαρά έκλινε τότε το κεφάλι κάτω από το ξίφος του δημίου. Αντί για αίμα, από την πληγή ανάβλυσε γάλα, σημάδι της παρθενίας της και της αγνότητας της ψυχής της. Οι χριστιανοί έθαψαν με ευλάβεια το άγιο σώμα της, δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό.