Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Νεομάρτυς Γεώργιος της Σόφιας
Στη μέση της πλατείας της Σόφιας άναψαν μεγάλη φωτιά για να κάψουν έναν νέο εικοσιπέντε χρόνων που δεν φόρεσε το τουρκικό φέσι. Καθώς οι φλόγες τύλιγαν το σώμα του και πετούσαν επάνω και σκυλιά για να μη βρεθούν τα λείψανα, ξέσπασε ξαφνική καταιγίδα που έσβησε εντελώς τη φωτιά. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ο Άγιος Γεώργιος ο Νέος, καρπός πολυχρόνιας προσευχής δύο ηλικιωμένων και άτεκνων γονέων. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν από τους πιο επιφανείς άρχοντες της πόλης Σρέντετς, και η μητέρα του Μαρία τον περίμενε χρόνια ολόκληρα σαν άλλη Σάρρα.
Καθημερινά οι γονείς του πήγαιναν στον ναό του Αγίου Γεωργίου του Καππαδόκη, μοίραζαν ελεημοσύνη και παρακαλούσαν τον Κύριο να λύσει τη στείρωσή τους. Ο Θεός άκουσε την προσευχή τους και τους χάρισε αγόρι στα γεράματά τους, το οποίο βάφτισαν με το όνομα του μεγαλομάρτυρα. Το παιδί ανατράφηκε με φόβο Θεού, έμαθε γράμματα και μελετούσε με ζήλο τις Άγιες Γραφές από πολύ μικρή ηλικία. Ξεπέρασε γρήγορα στη γνώση όλους τους συνομηλίκους του και θύμιζε με την ομορφιά και τη σωφροσύνη του τον Ιωσήφ της Παλαιάς Διαθήκης.
Όταν συμπλήρωσε τα εικοσιπέντε του χρόνια, οι γονείς του είχαν ήδη αναπαυθεί εν Κυρίω και η Βουλγαρία βρισκόταν κάτω από τη σκληρή κυριαρχία των Τούρκων. Κάποια μέρα μερικοί μουσουλμάνοι τον πλησίασαν και άρχισαν να τον πιέζουν να αρνηθεί την πίστη του και να δεχτεί τη θρησκεία τους. Πήγαν μάλιστα να του φορέσουν στο κεφάλι το κόκκινο φέσι που φορούσαν οι ίδιοι μπαίνοντας στους τόπους προσευχής τους. Ο Γεώργιος τους απάντησε με παρρησία πως δεν ταιριάζει στους χριστιανούς να μιμούνται ασεβή έθιμα και να αρνούνται τον αληθινό Θεό.
Τους είπε ακόμη πως ο Μωάμεθ δεν στάλθηκε από τον Θεό ούτε από προφήτες ούτε από αποστόλους, και πως οι ίδιοι έχουν απομακρυνθεί από τον δρόμο της αλήθειας. Έπειτα πέταξε το φέσι καταγής, το ποδοπάτησε και ομολόγησε με δυνατή φωνή τον Χριστό ως Δημιουργό ουρανού και γης. Έλεγε μάλιστα μέσα του πως ο ίδιος ο Χριστός τον καλεί να μη χάσει αυτή την ώρα. Οι Τούρκοι γέμισαν θυμό και τον οδήγησαν με ξυλοδαρμούς και βρισιές στον τοπικό διοικητή. Ο ηγεμόνας θαμπώθηκε από την ομορφιά και το θαρραλέο βλέμμα του νεαρού και προσπάθησε να τον κερδίσει με κολακείες και υποσχέσεις.
Του είπε πως, αν αρνηθεί τον Χριστό και υπακούσει στον σουλτάνο Σελίμ, θα λάβει πλούτη, τιμές και την αρχηγία όλων των στρατιωτικών της μεγάλης πόλης Σρέντετς. Ο μάρτυρας όμως ομολόγησε ξανά τον Κύριο μπροστά σε μεγάλο πλήθος και έλεγξε με σθένος την πλάνη της θρησκείας τους. Τότε ο διοικητής, γεμάτος οργή, διέταξε να τον δείρουν αλύπητα με ραβδιά, ώσπου οι σάρκες του κολλούσαν στα ξύλα και το αίμα έτρεχε από τις πληγές του. Ύστερα πρόσταξε να τον κατακόψουν με μαχαίρια από το κεφάλι ως τα πόδια και να καίνε τις πληγές του με αναμμένα κεριά.
Όλο του το σώμα έλιωνε σαν κερί από τη φωτιά, και το πρόσωπό του δεν ξεχώριζε πια από τα τραύματα. Ο μάρτυρας όμως υπέμεινε γενναία τα φρικτά βασανιστήρια, ενώ συνεχώς επικαλούνταν το όνομα του Ιησού Χριστού με δάκρυα και θερμή προσευχή. Έπειτα διέταξαν να τον περιφέρουν σε ολόκληρη την πόλη, χτυπώντας τύμπανα και φωνάζοντας στον λαό να μη βρίζει κανείς τον Μωάμεθ και την πίστη τους. Ο Γεώργιος όμως προσευχόταν αδιάκοπα και παρακινούσε όσους τον άκουγαν να πιστέψουν στον αληθινό Χριστό.
Στη συνέχεια οι ασεβείς ετοίμασαν μεγάλη φωτιά στο κέντρο της πόλης για να τον κάψουν ζωντανό. Καθώς τον οδηγούσαν εκεί, εξαντλημένος από τα τραύματα έπεσε αναίσθητος στο χώμα, ενώ τα χείλη του ψιθύριζαν ακόμη το όνομα του Κυρίου. Οι Τούρκοι τον σήκωσαν ζωντανό και τον έριξαν στις φλόγες, και μαζί έβαλαν σκυλιά για να μη μπορούν οι χριστιανοί να ξεχωρίσουν τα ιερά λείψανα. Ξαφνικά όμως κατέβηκε από τον ουρανό μεγάλο σύννεφο με βροντές και αστραπές, και έπεσε ραγδαία βροχή που έσβησε εντελώς τη φωτιά.
Δεν έμεινε ούτε καπνός στον τόπο εκείνον, και οι δήμιοι σκόρπισαν τρομαγμένοι από το θαύμα. Η βροχή συνέχισε να πέφτει μέχρι να νυχτώσει, και τότε φως ολόλαμπρο φάνηκε πάνω από τον τόπο του μαρτυρίου. Όταν είδαν οι χριστιανοί το ουράνιο εκείνο σημάδι, ο πρωτοϊερέας του καθεδρικού ναού του Αγίου Γεωργίου του Καππαδόκη έσπευσε με τόλμη στους Τούρκους δικαστές. Έδωσε χρήματα και πέτυχε άδεια να παραλάβει τα τίμια λείψανα του μάρτυρα και να τα ενταφιάσει με τις πρέπουσες τιμές.
Αμέσως μετά πήγε στον μητροπολίτη Ιερεμία και του ανήγγειλε όσα είχαν συμβεί με τον νέο αυτόν αθλητή του Χριστού. Ο μητροπολίτης έτρεξε με πίστη και βιασύνη στον τόπο του μαρτυρίου, συνοδευόμενος από όλο το ιερατείο και πλήθος φιλόχριστων ανθρώπων. Όλοι μαζί έψαλλαν ύμνους και κρατούσαν λαμπάδες και θυμιατά, καθώς πλησίαζαν στις στάχτες όπου είχε λάμψει το θείο φως. Σκαλίζοντας τη στάχτη βρήκαν το τίμιο σώμα του μάρτυρα ολόκληρο και άθικτο από τη φωτιά, ενώ τα οστά των σκυλιών είχαν γίνει εντελώς σκόνη και τέφρα.
Στους δρόμους όπου είχε χυθεί νωρίτερα το αίμα του μάρτυρα φαινόταν τις νύχτες ένα φως, σαν αναμμένο κερί, και το έβλεπαν με τα μάτια τους όλοι οι πιστοί της πόλης. Ο μητροπολίτης παρέλαβε τα ιερά λείψανα με πολλή τιμή και τα τοποθέτησε σε λαμπρή λάρνακα μέσα στον ναό του Αγίου Γεωργίου του Καππαδόκη. Εκεί παρέμειναν τα τίμια αυτά λείψανα και ευλογούσαν την πόλη με την παρουσία τους για πολλούς αιώνες ακόμη. Με τη χάρη του Θεού πρόσφεραν θεραπείες και πνευματική παρηγοριά σε όσους κατέφευγαν κοντά τους με πίστη και κατάνυξη.
Ο μάρτυρας του Χριστού Γεώργιος ο Νέος ολοκλήρωσε τον γενναίο αγώνα του στη βουλγαρική πόλη Σρέντετς, εκεί όπου είχε γεννηθεί και ανατραφεί από τους ευσεβείς γονείς του. Το μαρτύριό του συντελέστηκε κατά το έτος χίλια πεντακόσια δεκατέσσερα από τη γέννηση του Χριστού, την εικοστή έκτη ημέρα του μηνός Μαΐου. Την εποχή εκείνη βασίλευε ο σουλτάνος Σελίμ ο Πρώτος, και η Βουλγαρία βρισκόταν κάτω από βαρύ ζυγό σκλαβιάς. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του δύο φορές μέσα στον χρόνο, την ημέρα του ένδοξου μαρτυρίου του και την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του.