Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδος και η σφραγίδα του Πιστεύω
Εκατόν πενήντα θεοφόροι Πατέρες συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το τριακόσια ογδόντα ένα, για να σφραγίσουν την ορθή πίστη. Ανάμεσά τους έλαμπαν ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Μελέτιος Αντιοχείας και οι δύο αδελφοί του Μεγάλου Βασιλείου, ο Πέτρος και ο Γρηγόριος Νύσσης. Η απόφαση της πρώτης Συνόδου της Νικαίας δεν είχε γίνει αμέσως αποδεκτή από ολόκληρη την Εκκλησία και πέρασαν δεκαετίες σκληρών αγώνων. Πολλές τοπικές σύνοδοι συγκαλούνταν σε διάφορα μέρη και διατύπωναν διαφορετικές ομολογίες πίστεως, προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στους πιστούς.
Η αρειανική παράταξη απολάμβανε αυτοκρατορική προστασία και οι υπερασπιστές της Νικαίας υπέφεραν φοβερούς διωγμούς για πολλά χρόνια. Οι ταραχές συνεχίστηκαν μέχρι την εποχή που ο μέγας Θεοδόσιος ανέλαβε τον θρόνο και αποφάσισε να δώσει τέλος στη διαίρεση. Μόλις εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη, συγκάλεσε αυτή τη μεγάλη Σύνοδο, η οποία διήρκεσε από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Οι Πατέρες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις νέες αιρέσεις που είχαν ξεπηδήσει από το έδαφος του αρειανισμού και να αποκαταστήσουν την ενότητα της πίστεως.
Η σύναξη αυτή έμελλε να σφραγίσει οριστικά το ορθόδοξο φρόνημα. Στις πρώτες συνεδρίες προήδρευσε ο άγιος Μελέτιος Αντιοχείας, μεγάλος αγωνιστής της Ορθοδοξίας, τον οποίο ο αυτοκράτορας τιμούσε με ιδιαίτερο σεβασμό. Λίγες μέρες όμως μετά την έναρξη των εργασιών, ο Μελέτιος αναπαύθηκε αιφνιδίως και κηδεύτηκε με τιμές. Στην εξόδιο ακολουθία παρευρέθηκαν ο αυτοκράτορας και όλοι οι συγκεντρωμένοι Πατέρες της Συνόδου. Τότε εξελέγη ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος ενθρονίστηκε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και ανέλαβε την προεδρία των συζητήσεων.
Δυστυχώς όμως οι επίσκοποι δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν ποιος θα διαδεχόταν τον Μελέτιο στον αντιοχειανό θρόνο. Ο Γρηγόριος δέχτηκε τότε κατηγορίες ότι είχε μετατεθεί στην πρωτεύουσα παραβιάζοντας τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Με μεγάλη ταπείνωση αποσύρθηκε από τη Σύνοδο και άφησε τη θέση του ελεύθερη. Οι Πατέρες προχώρησαν τότε στην εκλογή του αγίου Νεκταρίου, ο οποίος τον διαδέχτηκε στον πατριαρχικό θρόνο και ανέλαβε ταυτόχρονα την προεδρία των εργασιών.
Έτσι, μέσα από δυσκολίες και αναταραχές, η Σύνοδος συνέχισε το σπουδαίο της έργο. Η παρουσία τόσων αγίων ανδρών εξασφάλιζε τη φωτισμένη πορεία των αποφάσεων προς την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ανάμεσα στους αγίους Πατέρες που έλαμψαν στις εργασίες ξεχώρισε ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο Αμφιλόχιος Ικονίου και οι δύο αδελφοί του Μεγάλου Βασιλείου. Ο Πέτρος Σεβαστείας και ο Γρηγόριος Νύσσης συνέχισαν το θεολογικό έργο του αδελφού τους με αξιοθαύμαστο ζήλο και δύναμη.
Ο Γρηγόριος Νύσσης υπήρξε ο αληθινός εμπνευστής των θεολογικών συζητήσεων και ξεδίπλωσε τα συγγράμματα του αδελφού του ενώπιον της Συνόδου. Έτσι μπορεί κανείς να πει ότι ο Μέγας Βασίλειος, αν και είχε αναπαυθεί δύο χρόνια νωρίτερα, παρέστη πνευματικά στη μεγάλη αυτή σύναξη. Μέσα από τους αδελφούς και τους μαθητές του στεφανώθηκε το θεολογικό και οργανωτικό του έργο για την Εκκλησία. Οι Πατέρες, φωτισμένοι από το Άγιον Πνεύμα, διακήρυξαν τη μία και αδιαίρετη φύση του Πατρός, του Υιού και του Παρακλήτου.
Έβαλαν τέλος στον αρειανισμό, ο οποίος είχε διαιρέσει σκληρά την Ανατολή για περισσότερο από πενήντα χρόνια. Αναθεμάτισαν τους οπαδούς του Μακεδονίου, τους λεγόμενους Πνευματομάχους, οι οποίοι αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Καταδίκασαν επίσης τον Σαβέλλιο, τον Μάρκελλο Αγκύρας, τον Φωτεινό Σιρμίου, τον Ευνόμιο, τον Αέτιο, τον Παύλο Σαμοσατέα και τον Απολινάριο Λαοδικείας. Οι θεοφόροι Πατέρες επιβεβαίωσαν με σαφήνεια την πίστη στην Αγία και αδιαίρετη Τριάδα, σε τρία θεϊκά Πρόσωπα ομοούσια και διακριτά μεταξύ τους.
Διακήρυξαν με τόλμη την ενανθρώπιση του Υιού του Θεού, όπως είχε ορίσει η πρώτη Σύνοδος της Νικαίας πολλά χρόνια νωρίτερα. Στη συνέχεια συμπλήρωσαν και σφράγισαν οριστικά το ιερό Σύμβολο της Πίστεως, το γνωστό μας Πιστεύω. Πρόσθεσαν τα πέντε τελευταία άρθρα που αφορούσαν τη θεότητα του Παρακλήτου, την Εκκλησία, το βάπτισμα, την ανάσταση και την αιώνια ζωή. Το παρέδωσαν στην Εκκλησία ως τέλειο ορισμό του μυστηρίου της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους.
Αυτή η μεγαλειώδης και μετρημένη έκφραση της χριστιανικής διδασκαλίας επιβεβαιώθηκε από όλες τις μετέπειτα Οικουμενικές Συνόδους που συνήλθαν. Θεωρήθηκε αιώνιο και αμετακίνητο κριτήριο της ορθόδοξης πίστεως, το οποίο διατηρήθηκε ακέραιο μέσα στους αιώνες. Οι πιστοί το απαγγέλλουν καθημερινά ως ύμνο της ορθόδοξης ευσέβειας, σφραγισμένο από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Έτσι γίνονται κοινωνοί της πίστεως των αγίων Πατέρων και κληρονόμοι των ιερών Αποστόλων.
Ολόκληρη η Εκκλησία διατηρείται σε ενότητα και αμοιβαία κατανόηση μέσα από αυτή την κοινή ομολογία. Πριν αποχωρήσουν οι Πατέρες από την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσαν επτά ιεροὺς Κανόνες με πειθαρχικές ρυθμίσεις για τις σχέσεις των τοπικών Εκκλησιών μεταξύ τους. Όρισαν επίσης ότι ο επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως, της Νέας Ρώμης και έδρας της αυτοκρατορικής διοικήσεως, θα έχει τα πρεσβεία της τιμής αμέσως μετά τον επίσκοπο της Ρώμης. Στις τριάντα Ιουλίου του ίδιου έτους ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος εξέδωσε επίσημο διάταγμα που επικύρωνε το έργο της Συνόδου.
Διέταξε να ονομάζονται ορθόδοξοι μόνο όσοι βρίσκονταν σε κοινωνία με τους θεοφόρους Πατέρες. Οι ναοί που κρατούνταν παράνομα από τους αιρετικούς έπρεπε να επιστραφούν χωρίς καθυστέρηση στους ορθοδόξους πιστούς. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και η συμβολή του αγίου Γρηγορίου Νύσσης στις θεολογικές συζητήσεις περί του Αγίου Πνεύματος. Δίδαξε ότι ο ίδιος ο Κύριος συνάπτει το Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό, αφού έχει όλα τα χαρακτηριστικά της θείας φύσεως.
Είναι ζωοποιό, άγιο, αΐδιο, σοφό και ηγεμονικό, όπως ακριβώς ο Πατέρας και ο Υιός. Η κοινότητα των ονομάτων αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά στην ενέργεια μεταξύ των τριών θείων Προσώπων. Η ταυτότητα της ενέργειας μαρτυρεί την ενότητα της φύσεως και θεμελιώνει την ορθόδοξη Τριαδολογία.