Άγιος Θαλλέλαιος Ο Αγίγυρος Ιατρός Των Αιγών Της Κιλικίας

Εικόνα: Άγιος Θαλλέλαιος Ο Αγίγυρος Ιατρός Των Αιγών Της Κιλικίας

Με τρυπάνι στα χέρια διέταξε ο ηγεμόνας Θεόδωρος να τρυπήσουν τις κνήμες του δεκαοκτώχρονου Θαλλελαίου και να τον κρεμάσουν. Όμως οι δήμιοι δεν είδαν τον Άγιο και τρύπησαν αντί για αυτόν ένα δέντρο, με τη χάρη του Θεού. Ο Άγιος Μάρτυς Θαλλέλαιος έζησε στους χρόνους του Ρωμαίου αυτοκράτορος Νουμεριανού στην ταραγμένη εποχή των διωγμών. Ο ηγεμόνας Θεόδωρος είχε εξαπολύσει στην πόλη των Αιγών της Κιλικίας μεγάλο διωγμό κατά της Εκκλησίας του Θεού. Παρέδιδε τους πιστούς δούλους του Χριστού σε διάφορους θανάτους, χωρίς οίκτο για τη νεαρή τους ηλικία.

Σε αυτή την περίοδο συνελήφθη και ο νεαρός χριστιανός Θαλλέλαιος από τους Ρωμαίους στρατιώτες της επαρχίας. Ήταν ένας όμορφος νέος, με ξανθά μαλλιά, ωραίος στο πρόσωπο και στη σωμάτωση, μόλις δεκαοκτώ ετών. Από επάγγελμα ήταν ιατρός και θεράπευε με χριστιανική αγάπη όλες τις ασθένειες χωρίς να ζητά αμοιβή. Γι' αυτό ονομάστηκε «ανάργυρος» ιατρός, δηλαδή χωρίς να δέχεται χρήματα από τους ασθενείς για τη θεραπεία τους. Ο νεαρός Άγιος μεταφέρθηκε στο ασεβές δικαστήριο μέσα στον ειδωλολατρικό ναό του Αδριανού της πόλεως των Αιγών.

Ο ηγεμόνας Θεόδωρος τον κοίταξε και εξεπλάγη με την ομορφιά του προσώπου του και το σωματικό του παράστημα. Ρώτησε τους στρατιώτες του «πού βρήκατε αυτόν τον όμορφο νέο, ο οποίος έχει τόσο εξαιρετική σωματική παρουσία». Οι στρατιώτες αποκρίθηκαν «καθώς πηγαίναμε προς την πόλη Ανάζαρβο, τον είδαμε ξαφνικά μπροστά μας στον δρόμο». Συνέχισαν λέγοντας «μόλις μας πρόσεξε ο νέος, κρύφτηκε αμέσως πολύ γρήγορα μέσα σε ένα γειτονικό δάσος δρυών». Πρόσθεσαν «εμείς αρχίσαμε να τον αναζητούμε επίμονα και τελικά τον βρήκαμε καθήμενο κάτω από μία άγρια ελιά».

Συνέχισαν «τον πιάσαμε αμέσως και τον φέραμε ενώπιον σου εδώ στο δικαστήριο για δικαστική κρίση και απόφαση». Ο ηγεμόνας τότε ρώτησε με αλαζονεία τον Άγιο «πες μου, νέε, ποια είναι η θρησκευτική σου πεποίθηση». Συνέχισε με τον ίδιο τόνο «από ποια πόλη κατάγεσαι, ποιοι είναι οι γονείς σου και πώς ονομάζεσαι». Ο Άγιος Θαλλέλαιος αποκρίθηκε με παρρησία «εγώ είμαι ορθόδοξος χριστιανός και το όνομά μου είναι Θαλλέλαιος». Συνέχισε «κατάγομαι από τη χώρα του Λιβάνου και ο πατέρας μου ονομαζόταν Βερούκιος και ήταν αξιωματικός».

Πρόσθεσε «η μητέρα μου ονομάζεται Ρωμυλία και έχω επίσης έναν αδελφό που είναι ιεροδιάκονος της Εκκλησίας». Συνέχισε λέγοντας «έμαθα την ιατρική τέχνη από έναν γνωστό ιατρό ονόματι Μακάριο της εποχής μου» στον Λίβανο. Πρόσθεσε «όταν όλοι οι χριστιανοί του Λιβάνου κατέφυγαν στα όρη και στις ερήμους από τον διωγμό». Συνέχισε λέγοντας «εγώ συνελήφθη τότε από τους Ρωμαίους και οδηγήθηκα στον ηγεμόνα της Έδεσσας Τιβέριο για ανάκριση». Ο Άγιος Θαλλέλαιος συνέχισε λέγοντας «βασανίστηκα από αυτόν τον Τιβέριο, αλλά ομολόγησα την ορθόδοξη πίστη στην Αγία Τριάδα».

Δήλωσε «ομολόγησα το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του ενός αληθινού Θεού». Συνέχισε «με τη βοήθεια του Κυρίου μου ελευθερώθηκα από τα χέρια των δημίων και διέφυγα στην ερημία». Πρόσθεσε με ταπείνωση «τώρα όμως πιάστηκα και πάλι από τους στρατιώτες και βρίσκομαι στην εξουσία σου, ηγεμόνα». Είπε επίσης «κάνε σε εμένα ό,τι θέλεις, διότι μου πρέπει να πεθάνω για τον Χριστό μου». Πρόσθεσε ότι ο Χριστός είναι ο επουράνιος Θεός και Σωτήρας του και τίποτε δεν φοβάται από τους ανθρώπους.

Ο ηγεμόνας τότε ρώτησε με αλαζονεία «ελπίζεις, άθλιε, να ξεφύγεις από τα δικά μου χέρια όπως ξέφυγες αλλού». Συνέχισε «όπως ξέφυγες από τα χέρια του Τιβερίου, νομίζεις ότι θα ξεφύγεις και από εμένα τον Θεόδωρο». Ο Άγιος αποκρίθηκε με σταθερότητα «δεν θέλω πια να φύγω, διότι πιστεύω στον Κύριό μου Ιησού Χριστό αληθώς». Πρόσθεσε «ελπίζω σε Αυτόν ότι δεν θα με αφήσει να ντροπιαστώ, αλλά θα με βοηθήσει να υπομείνω». Δίπλα στον Άγιο μάρτυρα στέκονταν δύο σκληροί δήμιοι, ονόματι Αλέξανδρος και Αστέριος, έτοιμοι να εκτελέσουν τα βασανιστήρια.

Ο ηγεμόνας τους διέταξε να τρυπήσουν τις κνήμες του Αγίου με τρυπάνι και να περάσουν σχοινί. Σκοπός του ηγεμόνα ήταν, αφού περάσουν το σχοινί από την οπή, να τον κρεμάσουν με αυτό. Όμως, με τη θεία οικονομία, άνοιξαν οι ψυχικοί οφθαλμοί των δύο δημίων και είδαν παράδοξο σημείο. Αντί λοιπόν για τον Άγιο τρύπησαν με το τρυπάνι ένα κοντινό δέντρο και κρέμασαν τελικά εκείνο. Ένας πιστός από εκεί, μαθητής του Αγίου Θαλλελαίου ονόματι Τιμόθεος, στεκόταν παρών στον τόπο της εκτελέσεως.

Είδε ο Τιμόθεος όλα όσα γίνονταν εκεί και έγνεψε με το κεφάλι στον Άγιο ρωτώντας τον. Είπε με ένα νεύμα «βλέπεις τι κάνουν αυτοί οι δήμιοι, πώς αυτοί τρυπάνε αντί για σένα ένα δέντρο». Ο Άγιος Θαλλέλαιος του απάντησε ταπεινά «σιώπα αδελφέ, διότι μαζί μου είναι ο Χριστός που με βοηθά». Ο ηγεμόνας τότε κοίταξε προς τη μεριά της εκτελέσεως και είδε όχι τον μάρτυρα αλλά ένα κρεμασμένο δέντρο. Είπε με μεγάλο θυμό στους δημίους «τι κάνατε, σας διέταξα να κρεμάσετε άνθρωπο και κρεμάσατε αντίθετα δέντρο».

Νόμισε λοιπόν ότι τον κορόιδευαν και διέταξε να τους χτυπήσουν αμείλικτα και τους δύο μαζί στο σώμα. Όμως οι δύο δήμιοι, ενώ χτυπώντουσαν, άρχισαν να ομολογούν δημόσια τη χριστιανική πίστη του Χριστού με παρρησία. Έλεγαν με χαρά «ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου, διότι από τώρα γινόμαστε και εμείς ορθόδοξοι χριστιανοί». Πρόσθεσαν «πιστεύουμε στον αληθινό Κύριο Ιησού Χριστό και πάσχουμε από εδώ και πέρα δια Αυτόν με χαρά». Ακούγοντας ο ηγεμόνας τέτοια λόγια ομολογίας, διέταξε αμέσως να αποκεφαλιστούν δια ξίφους και οι δύο πρώην δήμιοι.

Έτσι ο Αλέξανδρος και ο Αστέριος, μαρτυρώντας μέσα στους πόνους, έλαβαν τους στεφάνους από τον Κύριο. Στη συνέχεια ο ηγεμόνας στράφηκε ξανά στον Άγιο Θαλλέλαιο και του είπε «θυσίασε στους θεούς και θα ζήσεις». Πρόσθεσε «θα γευτείς όλα τα αγαθά αυτού του κόσμου και θα έχεις άνετη ζωή στο εξής». Ο μάρτυς αποκρίθηκε με σταθερότητα «δεν θα πείσεις τον δούλο του Χριστού να προσφέρει θυσία στους δαίμονες». Ο ηγεμόνας οργίστηκε φοβερά και θέλησε να σηκωθεί ο ίδιος προσωπικά για να τρυπήσει τον Άγιο μάρτυρα.

Τη στιγμή όμως που θέλησε να σηκωθεί από τον θρόνο, αισθάνθηκε ότι οι δυνάμεις του είχαν εξατμιστεί τελείως. Δεν μπορούσε να σηκωθεί από τη θέση του και έμεινε καθηλωμένος μπροστά στους παρόντες ειδωλολάτρες με ντροπή. Όλοι οι ειδωλολάτρες του ναού του Αδριανού είδαν αυτό το θαυμαστό σημείο και φώναξαν δημόσια με δυνατή φωνή. Έλεγαν με δυνατή φωνή ομόψυχα «μέγας ο Θεός των ορθοδόξων Χριστιανών, ο οποίος επιτελεί τέτοια μεγάλα θαύματα». Ο ηγεμόνας Θεόδωρος ντράπηκε φοβερά και ζήτησε από τον Άγιο μάρτυρα παρακαλώντας τον με ευλάβεια στη δυσκολία.

Είπε «προσευχήσου για εμένα στον Θεό σου, Θαλλέλαιε, για να μπορέσω να σηκωθώ από τη θέση μου». Πρόσθεσε λέγοντας «διότι αληθινά μέγας είναι ο Θεός σου, όπως φανερώνεται από το θαυμαστό αυτό σημείο της δυνάμεως». Όταν ο Άγιος Θαλλέλαιος προσευχήθηκε ολόθερμα προς τον Κύριο, ο ηγεμόνας Θεόδωρος σηκώθηκε αμέσως ελεύθερος από τον θρόνο. Δεν αναγνώρισε όμως σε αυτό τη θεϊκή δύναμη, αλλά νόμισε ότι ήταν μαγεία του χριστιανού Αγίου. Θύμωσε λοιπόν φοβερά εναντίον του και τρίζοντας τα δόντια του από οργή πήρε ο ίδιος τρυπάνι.

Άρχισε ο ίδιος να τρυπάει με τα ίδια του τα χέρια τα πόδια του Αγίου μάρτυρος σε εξαλλοσύνη. Όμως αμέσως ξεράθηκαν τα χέρια του ηγεμόνα και έμεινε εντελώς ανίκανος να συνεχίσει το βασανιστήριο του μάρτυρα. Φώναξε ξανά τον μάρτυρα παρακαλώντας τον και πάλι «και πάλι σε παρακαλώ, Θαλλέλαιε, προσευχήσου για εμένα». Συνέχισε ικετευτικά «προσευχήσου για να θεραπευθούν τα ξεραμένα μου χέρια από τον αληθινό Θεό σου τον δυνατό». Ο Άγιος, με την προσευχή του, χάρισε στον ηγεμόνα τη θεραπεία των χεριών του και έγιναν υγιή.

Παρά το νέο αυτό θαύμα, ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να τον πετάξουν στα νερά της θάλασσας. Τελικά ο Άγιος Θαλλέλαιος δέχθηκε με χαρά τον στέφανο του μαρτυρίου από τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το ιερό λείψανό του ενταφιάστηκε με μεγάλη ευλάβεια από τους ορθοδόξους πιστούς της πόλεως των Αιγών της Κιλικίας. Στον τάφο του άρχισαν αμέσως να γίνονται πολλά θαύματα δια των πρεσβειών του προς τον φιλάνθρωπο Κύριο. Ο Άγιος Θαλλέλαιος είναι μέχρι σήμερα φωτεινός προστάτης των ιατρών και των ασθενών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Με τις πρεσβείες του Αγίου Θαλλελαίου του Αγιγύρου ιατρού, αξίωσε και εμάς, Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.