Σταμάτησε αναπάντεχα μέσα στον ποταμό Νείλο το πλοίο του ηγεμόνος Αρριανού, παρά τα κουπιά των ναυτών που πάλευαν να το κινήσουν. Αυτή η θαυμαστή ακινησία οφειλόταν στις προσευχές του δέσμιου χριστιανού Ασκλά, ο οποίος ζητούσε ομολογία ενώπιον όλου του λαού. Ο Άγιος Μάρτυς Ασκλάς έζησε την εποχή των μεγάλων διωγμών της πρώιμης χριστιανικής Εκκλησίας στην Αίγυπτο. Καταγόταν από την Άνω Αίγυπτο και ήταν ευσεβής χριστιανός από νεαρή ηλικία, διδαγμένος από την οικογένειά του.
Έζησε στις περιοχές της Ερμουπόλεως και της Αντινόης, οι οποίες ήταν σπουδαία αστικά κέντρα της εποχής εκείνης. Όταν ο τοπικός ηγεμόνας Αρριανός μετέβαινε από την πόλη της Ερμουπόλεως προς την πόλη της Αντινόης, συνέβη ξεχωριστό γεγονός. Στη διαδρομή του οδηγήθηκε ενώπιόν του ένας χριστιανός, με το όνομα Ασκλάς, ο οποίος είχε καταγγελθεί. Όταν ο ηγεμόνας τον είδε, ρώτησε τους συνοδούς του «ποιος είναι αυτός ο νέος ενώπιόν μου». Ένας από τους συμβούλους του ηγεμόνα, ονόματι Απολλωνίδης, αποκρίθηκε «νομίζω ότι είναι ένας ορθόδοξος χριστιανός της περιοχής».
Διέταξε τότε ο ηγεμόνας τον Απολλωνίδη να ρωτήσει τον νέο, για να επιβεβαιώσει την υποψία αυτή. Ο Απολλωνίδης ρώτησε τον Άγιο «ποιος είσαι λοιπόν εσύ και ποια είναι η θρησκευτική σου πεποίθηση». Ο Άγιος Ασκλάς αποκρίθηκε ξεκάθαρα και θαρραλέα «εγώ είμαι ορθόδοξος χριστιανός και ομολογώ τον αληθινό Χριστό μου». Ο ηγεμόνας τον ρώτησε με αλαζονεία «έχεις ακούσει για τα βασιλικά διατάγματα που έχουν διασπαρεί σε όλες τις χώρες». Συνέχισε λέγοντας «αυτά τα διατάγματα υποχρεώνουν όλους τους χριστιανούς να προσφέρουν θυσίες στους ψευδόθεους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας».
Ο Άγιος Ασκλάς απάντησε «ναι, έχω ακούσει για αυτά τα ασεβή διατάγματα, που εξεδόθησαν προς σκανδαλισμό πολλών». Ο ηγεμόνας θύμωσε με την απάντηση και είπε «πώς τολμάς να χλευάζεις τους βασιλείς και τα ιερά τους διατάγματα». Ο Άγιος αποκρίθηκε με γενναιότητα «κάνε σε εμένα ό,τι θέλεις, διότι δεν αναγνωρίζω αυτά τα διατάγματα ως νόμιμα». Πρόσθεσε ότι «εξεδόθησαν παράνομα όχι προς όφελος αλλά προς απώλεια των ανθρώπων που υπακούν σε αυτά». Ρώτησε ρητορικά «πώς μπορεί να υπάρχει όφελος από διατάγματα που καλούν σε προσκύνηση των άψυχων ειδώλων».
Ο ηγεμόνας απάντησε με οργή «δεν σου αρκεί να χλευάζεις τους βασιλείς μας, αλλά αποκαλείς και ψευδείς τους θεούς μας». Συνέχισε «ορκίζομαι σε αυτούς τους ίδιους τους θεούς ότι αν δεν τους προσκυνήσεις, θα παραδοθείς στα βασανιστήρια». Ο Άγιος Ασκλάς απάντησε με σταθερότητα «δεν φοβάμαι την απειλή σου, αλλά φοβάμαι τον Κύριο μου Ιησού Χριστό». Πρόσθεσε «εκείνον φοβάμαι, διότι μπορεί να καταστρέψει και την ψυχή και το σώμα στη Γέεννα του πυρός». Έτσι παρέθεσε ο νεαρός χριστιανός το ευαγγελικό λόγιο που λέει «μη φοβηθείτε τους αποκτείνοντας το σώμα».
Ο ηγεμόνας Αρριανός, εξοργισμένος από την παρρησία του νέου, έβαλε τον δικαστικό του θρόνο για να τον κρίνει επισήμως. Συνέχισε λέγοντας «άκουσέ με προσεκτικά και πρόσφερε θυσία στους αθάνατους θεούς της αυτοκρατορίας του ρωμαϊκού κράτους». Πρόσθεσε «αν δεν με ακούσεις, έχω ήδη ετοιμάσει τόπο για τα βασανιστήρια και τους κατάλληλους δημίους». Ο Άγιος Ασκλάς απάντησε με θάρρος «θα δούμε ποιος από τους δύο μας θα φανεί τελικά ισχυρότερος». Πρόσθεσε «είτε εσύ θα με πείσεις με βασανιστήρια να αποκαλέσω τα είδωλα θεούς, είτε εγώ εσένα».
Συνέχισε «θα σε πείσω εγώ να αναγνωρίσεις τον Χριστό τον Κύριό μου ως αληθινό Θεό και Δημιουργό όλων». Εξοργισμένος ο ηγεμόνας διέταξε αμέσως να κρεμάσουν τον μάρτυρα γυμνό σε ξύλο και να τον βασανίσουν. Άρχισαν λοιπόν να ξύνουν το άγιο σώμα του με σιδερένια όργανα και να σχίζουν τις σάρκες του. Έσχιζαν με μανία τα μέλη του, ώστε κομμάτια από αυτές να πέφτουν στο χώμα μπροστά τους. Ο Άγιος Ασκλάς όμως, ακόμη και κατά τη διάρκεια αυτών των φοβερών βασανιστηρίων, παρέμενε εντελώς σιωπηλός.
Δεν έβγαζε ούτε έναν στεναγμό από τον πόνο, ούτε εξέφερε κανέναν ήχο διαμαρτυρίας προς τους δημίους του. Ο ηγεμόνας τον ρώτησε αν λύγισε τέλος η καρδιά του και αν είναι έτοιμος να θυσιάσει. Ένας ρήτορας ονόματι Βιζάμων, ο οποίος ήταν παρών εκεί στη δικαστική διαδικασία, παρενέβη με ένα σχόλιο. Είπε προς τον ηγεμόνα «έχει ήδη πλησιάσει σε αυτόν ο θάνατος και έπεσε σε φοβερή λιποθυμία στο ξύλο». Αμέσως όμως ο Άγιος του απάντησε με ζωντάνια «δεν βρίσκομαι σε λιποθυμία και δεν αποστατώ ποτέ από τον Θεό».
Ο Αρριανός είπε με αγανάκτηση «πάλι σκληρύνεις την καρδιά σου, αλλά αυτός ο τόπος δεν είναι κατάλληλος». Πρόσθεσε «θα μεταβούμε στην πόλη της Αντινόης, και εκεί θα λάβεις άξια βασανιστήρια για την ανυπακοή σου». Διέταξε αμέσως να λύσουν τον μάρτυρα και να τον πάρουν μαζί τους στην πορεία προς την Αντινόη. Στη διαδρομή κοντά στην πόλη ρέει ο μέγας ποταμός Νείλος, ο οποίος διέσχιζε ολόκληρη την Αίγυπτο. Ο Άγιος μάρτυς Ασκλάς είχε ήδη μεταφερθεί στην πόλη της Αντινόης πριν από τον αργοπορημένο ηγεμόνα Αρριανό.
Ο Αρριανός, χωρίς να βιάζεται καθόλου, βάδιζε πίσω αργά αργά μαζί με την υπηρετική συνοδεία του. Οι κάτοικοι της Αντινόης βγήκαν σε προϋπάντηση του ηγεμόνα και είδαν τον γυμνό και τραυματισμένο μάρτυρα. Στις πληγές του δεν μπορούσε να σταθεί ή να καθίσει, οπότε ξάπλωσε στις όχθες του Νείλου. Έβλεπαν τον Άγιο μάρτυρα εκεί ξαπλωμένο, καλυμμένο με αίματα από τις πολλές πληγές των φοβερών βασανιστηρίων. Ο Αρριανός διέταξε να συνεχιστούν τα βασανιστήρια του μάρτυρα στην Αντινόη, στην απέναντι όχθη του Νείλου.
Σκόπευε να μεταβεί ο ίδιος εκεί σύντομα με το πλοίο για να επιβλέψει προσωπικά την εκτέλεση του Αγίου. Ο μάρτυρας όμως προσευχήθηκε ολόθερμα προς τον φιλάνθρωπο Θεό, ζητώντας από Αυτόν ένα μεγάλο θαυμαστό σημείο επεμβάσεως. Ζητούσε να σταματήσει το πλοίο του Αρριανού ξαφνικά στη μέση του ποταμού Νείλου με θαύμα ξεχωριστό. Σκοπός του ήταν να ομολογήσει δημόσια τον Κύριο Ιησού Χριστό ενώπιον όλου του λαού της πόλεως Αντινόης. Πράγματι το πλοίο σταμάτησε ξαφνικά στη μέση του ποταμού και τα κουπιά δεν μπορούσαν να το κινήσουν.
Όλοι οι ναυτικοί έμειναν εμβρόντητοι από αυτή τη θαυμαστή ακινησία και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ο Αρριανός απέδωσε το θαυμαστό αυτό φαινόμενο της ακινησίας σε μαγεία του χριστιανού μάρτυρα και θύμωσε σφοδρά. Όταν όμως άρχισε να συντάσσει τη γραπτή απόφαση του Αγίου, είπε λέξη για τον αληθινό Θεό. Τότε ξαφνικά το πλοίο άρχισε να πλέει κανονικά μέχρι να φτάσει στην απέναντι όχθη του Νείλου. Όλοι οι παρόντες είδαν το θαυμαστό αυτό σημείο της δυνάμεως και πολλοί πίστεψαν στον αληθινό Χριστό αμέσως.
Στην πόλη ο Αρριανός διέταξε ξανά να κρεμάσουν τον Άγιο Ασκλά και να τον κάψουν με φωτιά. Παρά τις νέες δοκιμασίες ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του και δοξολογούσε τον φιλάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν φοβόταν ούτε τις φλόγες ούτε τους πόνους, διότι είχε εμπιστευθεί ολοκληρωτικά την ψυχή του στον Σωτήρα. Τελικά ο Άγιος Ασκλάς καταδικάστηκε σε θάνατο δια πνιγμού μέσα στον ποταμό Νείλο της Αιγύπτου από τους ασεβείς. Πριν τον πάνε στον τόπο της εκτελέσεως, ο μάρτυρας μίλησε στους ορθοδόξους χριστιανούς που τον ακολουθούσαν.
Είπε προς αυτούς «αγωνιστείτε, αδελφοί μου, για να λάβετε τις πολλές αμοιβές του Κυρίου και Θεού μας». Πρόσθεσε προφητικά «παιδιά μου, ελάτε στο βόρειο μέρος της πόλεως μετά από τρεις ολόκληρες ημέρες σύντομα». Συνέχισε «βρείτε εκεί το σώμα μου και ενταφιάστε το μαζί με τον λίθο που θα δεθεί επάνω του». Έπειτα οι δήμιοι έδεσαν επάνω του βαρύ λίθο και τον έριξαν στα νερά του ποταμού Νείλου. Ο Άγιος Ασκλάς παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον φιλάνθρωπο Κύριο, λαμβάνοντας τον στέφανο του μάρτυρα.
Το μαρτύριο του Αγίου Ασκλά συνέβη περίπου το έτος διακόσια ογδόντα επτά μετά Χριστόν στην Αίγυπτο. Έγινε σε τοποθεσία όχι μακριά από την πόλη της Αντινόης, στην ευρύτερη περιοχή της Άνω Αιγύπτου. Την τρίτη ημέρα μετά τον πνιγμό, οι ορθόδοξοι χριστιανοί βρήκαν το ιερό σώμα του μάρτυρος να επιπλέει. Με ευλάβεια το ενταφίασαν μαζί με τον βαρύ λίθο, όπως είχε προφητικά ζητήσει ο ίδιος ο Άγιος. Στον τάφο του άρχισαν να επιτελούνται πολλά παράδοξα θαύματα και θαυμαστές ιάσεις δια των πρεσβειών του προς τον Κύριο. Πιστοί έρχονταν από όλη την Αίγυπτο για να ζητήσουν τη βοήθεια του μάρτυρος προς τον Κύριο. Με τις πρεσβείες του Αγίου Μάρτυρος Ασκλά της Αιγύπτου, αξίωσε και εμάς, Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.