Έσωσε τα σώματα επτά παρθένων μαρτύρων από τον πάτο της λίμνης, όπου τα είχαν ρίξει με βαριές πέτρες δεσμού στον λαιμό τους. Στη μαρτυρική οδό τον οδήγησε προδοσία του ίδιου του συγγενούς του, του Πολυχρονίου, ο οποίος αποκάλυψε στους ειδωλολάτρες τον τόπο της ταφής. Ο άγιος μάρτυρας Θεόδοτος έζησε στην Άγκυρα της Γαλατίας, στα φοβερά χρόνια του διωγμού του Διοκλητιανού. Είχε νόμιμη σύζυγο και διατηρούσε ένα πανδοχείο στην πόλη, μέσα από το οποίο εξυπηρετούσε ουσιαστικά τους χριστιανούς.
Ο βιογράφος του, ο μοναχός Νείλος, μας πληροφορεί ότι ο άγιος αγωνιζόταν εντατικά κατά της σαρκικής επιθυμίας. Παρότι ζούσε στον γάμο, υπερνικούσε τη σάρκα και την υπέτασσε στο πνεύμα κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου. Διέδιδε καθαρά την αλήθεια του Χριστού και προσέφερε στους πτωχούς όλα τα πλούτη της πανδοχικής επιχειρήσεώς του. Με τη γλυκιά διδασκαλία του οδήγησε στον Χριστό πολλούς Έλληνες ειδωλολάτρες και Ιουδαίους της Γαλατίας. Ο Θεός τού χάρισε ξεχωριστή δωρεά ιατρείας και θεράπευε με την επίθεση των χεριών αρρώστους και πάθη.
Στην εποχή του ο ηγεμόνας Θεότεκνος ανέλαβε την Άγκυρα από τον Διοκλητιανό και ξεκίνησε αμέσως άγριους διωγμούς κατά των χριστιανών. Διέταξε να γκρεμιστούν εκκλησίες και να φυλακίζονται όσοι ομολογούσαν τον Χριστό σε όλη την περιοχή του. Ο Θεότεκνος έδωσε επίσης εντολή να ραντίζονται με αίμα ειδωλολατρικών θυσιών όλα τα τρόφιμα και τα ποτά της αγοράς. Ο άγιος Θεόδοτος βρήκε τότε ευκαιρία να μετατρέψει το πανδοχείο του σε ασφαλές καταφύγιο των χριστιανών.
Στο σπίτι του φιλοξενούσε τους κρυμμένους πιστούς και προσέφερε τροφή και ποτό από τις προσωπικές του προμήθειες. Όσους χριστιανούς αναζητούσαν οι αρχές τους έκρυβε στο πανδοχείο του, μακριά από κάθε πιθανή υποψία των διωκτών. Όσα σώματα μαρτύρων πετιόντουσαν στα σκυλιά και στα όρνια, εκείνος τα μάζευε νύχτα και τα έθαβε με ευλάβεια. Έτσι το πανδοχείο του έγινε νοσοκομείο των αρρώστων, καταφύγιο των διωκομένων και άγιο τραπέζι για τους ιερείς. Όταν συνελήφθη ο φίλος του Βίκτωρ από τους ειδωλολάτρες, ο άγιος επισκέφθηκε τη φυλακή και τον ενίσχυσε.
Του υπενθύμισε με δάκρυα τη φοβερή τύχη του Ιούδα και τον προειδοποίησε για τα δολερά τάλαντα του ψεύδους. Ο Βίκτωρ άντεξε τα βασανιστήρια και απέθανε στη φυλακή προτού να ολοκληρώσει την ομολογία του στους δικαστές. Στη συνέχεια ο άγιος Θεόδοτος ταξίδεψε στο χωριό Μαλός, για να βρει τα λείψανα του μάρτυρα Ουάλεντος. Τα ανέσυρε από τον ποταμό Γάλιο και τα ενταφίασε με τιμές μέσα σε ασφαλή τόπο. Στον δρόμο της επιστροφής γνώρισε τον πρεσβύτερο Φρόντωνα και του χάρισε το δαχτυλίδι του ως ιερό σημείο.
Όταν ο άγιος Θεόδοτος επέστρεψε στην Άγκυρα, βρήκε επτά ευλαβείς παρθένες, που είχαν αφιερώσει τον εαυτό τους στον Χριστό από νεαρή ηλικία. Η μεγαλύτερη ονομαζόταν Τέκουσα και ήταν θεία του Θεοδότου, ενώ διατηρούσε τη χάρη της παρθενίας. Ο ηγεμόνας Θεότεκνος συνέλαβε τις παρθένους και τις παρέδωσε σε άσελγους νέους για να τις ατιμάσουν. Όμως οι σεμνές γυναίκες προσευχήθηκαν με δάκρυα και ο Θεός φύλαξε αλώβητη τη σωματική και ψυχική καθαρότητά τους.
Η Τέκουσα παρακάλεσε με σοφό λόγο τους νέους και αυτοί αποτραβήχτηκαν με συγκίνηση από το αμάρτημα. Ο Θεότεκνος, αφού απέτυχε να τις βλάψει σαρκικά, τις διέταξε ως ιέρειες της Αρτέμιδος για το λουτρό των ειδώλων. Έδεσαν στον λαιμό κάθε γυναίκας μια βαριά πέτρα και τις πέταξαν μέσα στη βαθιά λίμνη της Αγκύρας. Ο άγιος Θεόδοτος άκουσε τα φοβερά νέα και έπεσε σε πικρό πένθος για τις ένδοξες αθλήτριες. Η αγία Τέκουσα του φάνηκε στον ύπνο και του ζήτησε να αναζητήσει επιμελώς τα ιερά τους σώματα.
Τον προειδοποίησε επίσης ότι κάποιος προδότης βρισκόταν ανάμεσα στους πιστούς του φίλους και στους συνεργάτες του. Ο άγιος ξύπνησε και προσευχήθηκε όλη τη νύχτα στον Θεό για βοήθεια στο επικίνδυνο εγχείρημα. Στρατεύματα φύλαγαν συνεχώς τη λίμνη με σαφή εντολή να εμποδίσουν τη διάσωση των ιερών σωμάτων από χριστιανούς. Ο άγιος Θεόδοτος συγκέντρωσε χριστιανούς και κινήθηκε νύχτα προς τη λίμνη με αιχμηρά δρεπάνια στα χέρια τους. Έβρεχε ραγδαία και η νύχτα ήταν τόσο σκοτεινή, που ούτε το φεγγάρι ούτε τα αστέρια έδιναν φως.
Ξαφνικά ακούστηκε φωνή από τον ουρανό και είπε στον άγιο να προχωρήσει με τόλμη και χωρίς φόβο. Στον ανατολικό αέρα φάνηκε λαμπρός σταυρός που ακτινοβολούσε φωτεινές ακτίνες πυρός προς όλες τις κατευθύνσεις. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν δύο σεβάσμιοι άνδρες με λευκά ενδύματα και προειδοποίησαν τον άγιο για τον προδότη. Όταν οι χριστιανοί έφτασαν στη λίμνη, εμφανίστηκε ο μάρτυρας Σόσανδρος ως ένοπλος πολεμιστής με κράνος και κοντάρι και τρόμαξε τους στρατιώτες με την ένδοξη φωτεινή λάμψη του.
Άστραψε κεραυνός και έπιασε ραγδαία θύελλα και οι φύλακες έφυγαν στον δρόμο τους με ανείπωτο τρόμο και τρόμο. Ο άνεμος έσπρωξε το νερό προς τη μία πλευρά της λίμνης και αποκάλυψε όλα τα ιερά σώματα. Οι χριστιανοί έκοψαν τα σχοινιά με τα δρεπάνια και ανέσυραν με ευλάβεια τα τίμια σώματα. Έθαψαν τις επτά μάρτυρες, την Τέκουσα, την Αλεξάνδρα, την Κλαυδία, τη Φαϊνή, την Ευφρασία, τη Ματρόνα και την Ιουλία. Όλες είχαν αθλήσει στις δεκαοκτώ Μαΐου και στεφανώθηκαν με τα στεφάνια του πνευματικού μαρτυρίου τους.
Την επαύριο έγινε γνωστό στην πόλη ότι οι χριστιανοί είχαν ανασύρει τα ιερά σώματα από τη λίμνη. Ο ηγεμόνας οργίστηκε φοβερά και άρχισε να συλλαμβάνει αδιακρίτως χριστιανούς μέσα στους δρόμους της Αγκύρας. Πολλοί πιστοί παραδόθηκαν στον φοβερό μαρτυρικό θάνατο και διαμελίστηκαν με ανείπωτη βαρβαρότητα από τους ειδωλολάτρες δημίους. Ο Πολυχρόνιος, ο συγγενής του Θεοδότου, μεταμφιέστηκε σε αγρότη και βγήκε στην αγορά για πληροφορίες. Συνελήφθη όμως αμέσως από τους ειδωλολάτρες και δέχτηκε από τους ανακριτές πολλά κτυπήματα και πληγές.
Όταν είδε το ξίφος επάνω από το κεφάλι του, λύγισε και αποκάλυψε ότι ο Θεόδοτος είχε αρπάξει τα ιερά σώματα. Οι ειδωλολάτρες έτρεξαν αμέσως, ξέθαψαν τα τίμια λείψανα και τα παρέδωσαν στη φωτιά για να τα κάψουν. Έπειτα άρχισαν επιχείρηση εντοπισμού του ίδιου του Θεοδότου, ο οποίος προειδοποιήθηκε κρυφά εκείνη τη νύχτα. Ο άγιος αναγνώρισε ότι ο Πολυχρόνιος ήταν ο προδότης από τον οποίο τον είχαν προειδοποιήσει οι Πατέρες. Αποφάσισε αμέσως να παραδοθεί στους διώκτες και ζήτησε από τους συγγενείς του να προσευχηθούν για τη νίκη του.
Η νύχτα εκείνη πέρασε σε αδιάκοπη προσευχή και ο άγιος έδωσε τις τελευταίες συμβουλές στους συγγενείς του. Παρήγγειλε ρητά να παραδοθεί το σώμα του στον πρεσβύτερο Φρόντωνα όταν αυτός θα ερχόταν με το δαχτυλίδι του. Όταν ξημέρωσε, ο άγιος Θεόδοτος εμφανίστηκε με χαρά μπροστά στο φοβερό δικαστήριο της Αγκύρας και των ειδωλολατρών. Εκεί βρισκόταν πύρινο καμίνι, καζάνια με βραστό νερό, τροχοί και πολλά άλλα σκληρά όργανα μαρτυρίου. Ο ηγεμόνας τον ανέκρινε με γλυκούς λόγους και του υποσχέθηκε αξιώματα, πλούτη και υψηλές τιμές.
Όμως ο Θεόδοτος απέρριψε με σθένος τα δώρα και αναίρεσε δημόσια τους ψεύτικους θεούς της Ελλάδος. Διηγήθηκε το μυστήριο της σαρκώσεως του Χριστού, τα θαύματα του Σωτήρος και την ένδοξη ανάστασή Του. Ο ηγεμόνας πρόσταξε αμέσως να τον γδύσουν και να τον κρεμάσουν στο ξύλο και να τον ξεσχίσουν με σιδερένια όργανα. Έπειτα έχυσαν επάνω στις πληγές δυνατό ξύδι μαζί με αλάτι και έκαιγαν τα πλευρά του με κεριά. Ο άγιος υπέμεινε με γενναιότητα όλα τα μαρτύρια και ονόμασε ασθενικούς τους ίδιους τους δημίους του.
Τον έκλεισαν στη φυλακή και επί δεκαέξι ημέρες παρέμεινε εκεί χωρίς ποτέ να λυγίσει στα μαρτύρια. Στη συνέχεια ο ηγεμόνας τον έβγαλε ξανά για ανάκριση και εκείνος επανέλαβε σθεναρά την ομολογία του. Ο Θεότεκνος υπέγραψε την εκτέλεσή του και ο γενναίος αθλητής αποκεφαλίστηκε ένδοξα στις εφτά Ιουνίου. Ο Φρόντων μετέφερε τα ιερά λείψανα στον ωραίο τόπο, τον οποίον ο άγιος είχε υποδείξει. Με τις πρεσβείες του αγίου μάρτυρος Θεοδότου, Κύριε, αξίωσε κι εμάς της επουράνιας σου βασιλείας.