Όσιος Ευφρόσυνος Ο Θαυματουργός

Εικόνα: Όσιος Ευφρόσυνος Ο Θαυματουργός

Σε ηλικία ενενήντα πέντε ετών εκοιμήθη ο Όσιος Ευφρόσυνος, αφήνοντας πίσω του ιδιόχειρη διαθήκη γραμμένη σε περγαμηνή με μολυβένια σφραγίδα. Στον ποταμό Τόλβα κοντά στο Πσκωφ είχαν εμφανιστεί στον Όσιο οι Τρεις Ιεράρχες, υποδεικνύοντας τον τόπο για την ίδρυση ναού. Ο Όσιος Ευφρόσυνος, κατά κόσμον Ελεάζαρ, γεννήθηκε περί το χίλια τριακόσια ογδόντα έξι στο χωριό Βιντελεμπιέ, κοντά στην πόλη του Πσκωφ. Από το ίδιο ευλογημένο χωριό καταγόταν επίσης ο Όσιος Νίκανδρος του Πσκωφ, ο οποίος τιμάται στις είκοσι τέσσερις Σεπτεμβρίου.

Οι γονείς του παιδιού ήταν ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι ανέθρεψαν τον Ελεάζαρ με αληθινό φόβο Θεού και πολλή φιλοκαλία. Από μικρή ηλικία ο Ελεάζαρ ξεχώριζε για την αγάπη του προς τα ιερά γράμματα και τη συστηματική μελέτη των θείων Γραφών. Δεν αγαπούσε ποτέ τα παιχνίδια ούτε τα κοσμικά θεάματα, αλλά προτιμούσε την ανάγνωση των πατερικών συγγραμμάτων και τα εκκλησιαστικά άσματα. Από νεαρή ηλικία επιδόθηκε σε αυστηρή εγκράτεια, αρνούμενος εντελώς να καταναλώνει γλυκίσματα και κάθε άλλη επίγεια απόλαυση.

Όταν οι γονείς τού επεσήμαναν ότι έβλαπτε τη νεαρή του υγεία, εκείνος απαντούσε με σταθερή πίστη και πνευματική σοφία. Έλεγε ότι το βρώμα και η πόση δεν προσεγγίζουν τον άνθρωπο στον Θεό, αλλά μόνον η νηστεία και η προσευχή. Έτσι ωρίμαζε σιγά σιγά μέσα στη μελέτη των ιερών Γραφών και προετοιμαζόταν για το μελλοντικό μοναχικό στάδιο. Όταν ο Ελεάζαρ έφτασε σε κατάλληλη ηλικία, οι γονείς του θέλησαν να τον νυμφεύσουν με τη συνηθισμένη ευλάβεια της εποχής.

Ο διακριτικός νέος όμως αρνήθηκε σθεναρά τον γάμο και διέφυγε από την πατρική οικία, σαν δορκάδα από τις παγίδες των κυνηγών. Οι γονείς του τον αναζητούσαν παντού με δάκρυα και πικρό πόνο, αλλά δεν τον βρήκαν, διότι η θεία χάρις τον φύλαγε. Σύντομα ο πατέρας του εκοιμήθη και η μητέρα έμεινε χήρα, ενώ ο νέος είχε κατευθυνθεί προς τη μοναχική του οδό. Ο φιλάνθρωπος Θεός, ο οποίος θέλει όλους τους ανθρώπους να σωθούν, ενέπνευσε στον νέο σκέψεις σωτηρίας και απομάκρυνσης από τον κόσμο.

Ο Ελεάζαρ μετέβη στη μονή του Γενεθλίου της Παναγίας, στο όρος Σνέζναγια κοντά στις όχθες του ποταμού Βελίκαγια. Η μονή αυτή απείχε τρία στάδια από την πόλη του Πσκωφ και υπήρχε εκεί αδελφότητα μοναχών με αγωνιστικό φρόνημα. Ο νεαρός παρέλαβε από τον ηγούμενο της μονής το ιερό μοναχικό σχήμα και ονομάστηκε από τότε Ευφρόσυνος ο νέος. Άρχισε να αγωνίζεται με ζήλο στη νηστεία, στην αγρυπνία και στην προσευχή, αλλά και υπηρετούσε με ταπείνωση τους αδελφούς.

Εργαζόταν στο μαγειρείο, στο αρτοποιείο και σε όλα τα διακονήματα της μονής, χωρίς ποτέ να αγανακτεί ή να βαρυγκωμίζει. Έτσι κέρδισε σύντομα την αγάπη όλων των πατέρων της μονής με την ταπεινή και υπάκουη ζωή του. Σύντομα η φήμη της εναρέτου ζωής του Ευφροσύνου διαδόθηκε σε ολόκληρη την περιοχή και έφτασε σε πολλούς πιστούς. Ο ίδιος όμως απέφευγε την ανθρώπινη δόξα, την οποία θεωρούσε αμαρτία και ντροπή για τον αληθινό μοναχό του Χριστού. Ζήτησε λοιπόν από τον πνευματικό του πατέρα την ευλογία να αναχωρήσει σε ερημικό τόπο για ησυχαστική ζωή.

Ο πνευματικός, βλέποντας την προκοπή του στις πνευματικές αρετές, του είπε «Πήγαινε εν ειρήνη, υιέ μου» και τον ευλόγησε. Ταξίδεψε επίσης στην Ανατολή, όπου παρατήρησε τη μοναστική ζωή των αρχαίων μονών και πλουτίστηκε με νέες πνευματικές εμπειρίες. Με την επιστροφή του δεν ικανοποιούταν πλέον με τη ζωή της μονής Σνετογκόρσκ και αναζητούσε τόπο για ησυχία. Περί το χίλια τετρακόσια είκοσι πέντε αναχώρησε με την ευλογία του πνευματικού του στις όχθες του ποταμού Τόλβα.

Ο τόπος εκείνος απείχε είκοσι πέντε στάδια από την πόλη του Πσκωφ και ήταν ιδανικός για την απομόνωση. Έστησε εκεί ένα ταπεινό καλύβι και επιδόθηκε με ζήλο στους μοναχικούς αγώνες της ησυχίας και της προσευχής. Πάλευε με τη νηστεία, την αγρυπνία, τις γονυκλισίες και την αδιάλειπτη ευχή κατά των ορατών και αοράτων εχθρών. Έτσι αγίαζε τον τόπο με τα δάκρυα και τους αγώνες του, ετοιμάζοντας μυστικά τη μελλοντική του πνευματική αδελφότητα. Μία θερμή καλοκαιρινή ημέρα ο Όσιος βγήκε από το καλύβι του και ξάπλωσε στο χώμα για λίγη ξεκούραση.

Έπεσε σε ελαφρύ ύπνο και του εμφανίστηκαν οι Τρεις Οικουμενικοί Διδάσκαλοι της Εκκλησίας με ουράνια λάμψη και μεγαλοπρέπεια. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο ιερός Χρυσόστομος του υπέδειξαν τόπο όπου θα οικοδομούσε ναό προς τιμήν τους. Όταν ξύπνησε ο Όσιος δεν είδε κανέναν, αλλά το θαυμαστό όραμα τον γέμισε με δέος και πνευματική απορία. Σύντομα αδελφοί άρχισαν να συναθροίζονται γύρω του, ζητώντας πνευματική καθοδήγηση από τον σοφό αυτόν διδάσκαλο της ερήμου.

Πρώτος προσήλθε ένας ευσεβής μοναχός με το όνομα Σεραφείμ και ακολούθησαν πολλοί άλλοι ασκητές της ευρύτερης περιοχής. Το χίλια τετρακόσια εβδομήντα επτά ο Όσιος κατασκεύασε στον υποδειχθέντα τόπο εκκλησία προς τιμήν των Τριών Ιεραρχών και του Οσίου Ονουφρίου. Επίσης κατασκεύασε κελλιά για τη νεοσύστατη αδελφότητα και άρχισε να δέχεται όσους ζητούσαν πνευματική παρηγοριά και καθοδήγηση. Συνέταξε ο ίδιος μοναχικό κανόνα με γενικές πνευματικές συμβουλές για όσους πορεύονταν στη μοναχική οδό της μετανοίας.

Ο κανόνας αυτός δεν περιελάμβανε αυστηρή ρύθμιση όλων των πτυχών της μοναστικής ζωής, όπως ο αντίστοιχος του Ιωσήφ Βολοκολάμσκ. Από ταπείνωση και αγάπη προς τη μοναχική ησυχία ο Όσιος δεν θέλησε να αναλάβει την ηγουμενία της νεοσύστατης μονής. Όρισε αντί για τον εαυτό του τον μαθητή του Ιγνάτιο ως ηγούμενο της μονής της Όπτινα, παραμερίζοντας την προσωπική προβολή. Ο ίδιος συνέχισε να ζει ως ταπεινός ερημίτης σε δάσος κοντά σε λίμνη, λίγο μακριά από τη μοναστική κοινότητα.

Η μητέρα του Οσίου, αφού πληροφορήθηκε από κάποιους τον τόπο της διαμονής του, ήλθε στις όχθες του ποταμού Τόλβα. Έφτασε στο καλύβι του και τον παρακαλούσε με δάκρυα να της αποκαλύψει το αγγελικό του πρόσωπο για παρηγοριά. Ο Άγιος είδε τη μητέρα του από μία χαραμάδα και της είπε με αγάπη να μην τον εμποδίζει στους αγώνες. Της συνέστησε να εισέλθει σε γυναικεία μονή και να επιδοθεί εκεί στην ολόθερμη προσευχή για τη σωτηρία της ψυχής. Η μητέρα του υπάκουσε στον λόγο του και έγινε μοναχή σε γυναικεία μονή, όπου παρέμεινε μέχρι την κοίμησή της.

Ο Όσιος Ευφρόσυνος εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία ενενήντα πέντε ετών, στις δεκαπέντε Μαΐου του χίλια τετρακόσια ογδόντα ένα. Τάφηκε στη μονή που είχε ιδρύσει και επάνω στον τάφο του τοποθετήθηκε η εικόνα του, ζωγραφισμένη από τον Ιγνάτιο. Η ίδια εικόνα ζωγραφίστηκε όταν ο Όσιος ζούσε ακόμη και ευλογήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ Γεννάδιο. Η ιδιόχειρη διαθήκη του προς την αδελφότητα συντάχθηκε σε περγαμηνή, σφραγισμένη με τη μολυβένια σφραγίδα του Επισκόπου Θεοφίλου. Με τις πρεσβείες του Οσίου Ευφροσύνου του Θαυματουργού, αξίωσε και εμάς, Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.