Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οι Αυτάδελφοι Μάρτυρες της Σικελίας
Τρεις αδελφοί, γιοι ενός Ιταλού άρχοντα, στάθηκαν μπροστά στη φωτιά, στο μαχαίρι και στο πυρακτωμένο τηγάνι χωρίς να λυγίσουν. Ο Αλφειός, ο Φιλάδελφος και ο Κυπρίνος μαρτύρησαν μαζί, αφού πρώτα είδαν τον πνευματικό τους πατέρα να πεθαίνει κάτω από έναν τεράστιο βράχο. Η ιστορία τους αρχίζει στη Νότια Ιταλία, στη χώρα των Βασκάνων, όπου ο πατέρας τους Βιτάλιος υπηρετούσε ως άρχοντας των Πρεφεκτών. Τα τρία αδέλφια μεγάλωσαν μέσα στην ειδωλολατρική συνήθεια της εποχής τους, όμως η καρδιά τους ζητούσε κάτι βαθύτερο και αληθινότερο.
Συναντήθηκαν με έναν όσιο άνδρα που λεγόταν Ονήσιμος, ο οποίος τους δίδαξε με υπομονή την ορθόδοξη πίστη και τους βάπτισε στο όνομα του Χριστού. Από εκείνη τη στιγμή τα νεαρά αδέλφια άλλαξαν εντελώς ζωή και ξεκίνησαν να κηρύττουν με παρρησία το Ευαγγέλιο στους συμπατριώτες τους. Μαζί τους πορεύονταν ο Ονήσιμος, ο Έρασμος και άλλοι δεκατέσσερις πιστοί, μια μικρή συνοδεία αληθινών μαθητών του Χριστού. Η φήμη τους απλώθηκε γρήγορα στην περιοχή και έφτασε σε αυτιά που δεν συμπαθούσαν διόλου τους χριστιανούς της εποχής.
Έτσι ξεκίνησε ο δρόμος του μαρτυρίου που θα τους οδηγούσε από την Ιταλία ως τα χώματα της Σικελίας. Στα χρόνια εκείνα ο αυτοκράτορας Δέκιος είχε εκδώσει αυστηρή διαταγή να αναζητούνται οι χριστιανοί και να παραδίδονται στις βασανιστικές αρχές της αυτοκρατορίας. Κάποιος Ανηγγελίων κατήγγειλε τη θεοφιλή δράση των αδελφών στις τοπικές εξουσίες, που έσπευσαν να τους συλλάβουν χωρίς καθυστέρηση. Μαζί με τη συνοδεία τους οδηγήθηκαν δέσμιοι στη Ρώμη, για να σταθούν μπροστά στο πρώτο ανακριτικό βήμα της πρωτεύουσας.
Εκεί οι ειδωλολάτρες έβαλαν έναν τεράστιο βράχο πάνω στο στήθος του οσίου Ονησίμου, που παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. Ο Έρασμος και οι άλλοι δεκατέσσερις σύντροφοι αποκεφαλίστηκαν με ξίφος, βάφοντας το χώμα της Ρώμης με το αίμα τους. Οι τρεις αδελφοί όμως δεν μαρτύρησαν τότε, γιατί οι αρχές αποφάσισαν να τους στείλουν αλλού για περισσότερες ανακρίσεις και βασανιστήρια. Τους μετέφεραν στους Ποτιόλους, στον ηγεμόνα Διομήδη, ο οποίος δεν θέλησε να αποφασίσει μόνος για την τύχη τους.
Έτσι τους παρέπεμψε στον Τέρτυλλο, τον άρχοντα της Σικελίας, ώστε εκείνος να βγάλει την τελική απόφαση. Το πλοίο τους ταξίδι έφερε τους νεαρούς μάρτυρες στο νησί, σε μια πόλη που λεγόταν Λεοντίνοι και θα γινόταν ο τόπος της τελευταίας τους ομολογίας. Ο άρχοντας Τέρτυλλος δοκίμασε με κάθε τρόπο να μεταπείσει τους τρεις αδελφούς, χρησιμοποιώντας απειλές, υποσχέσεις, κολακείες και κάθε γνωστή πειστική μέθοδο της εποχής. Τα αδέλφια όμως στάθηκαν σταθερά μπροστά του και ομολόγησαν με παρρησία πως ανήκουν μόνο στον Χριστό.
Όταν ο άρχοντας κατάλαβε ότι καμία δύναμη δεν μπορούσε να κλονίσει την πίστη τους, τους καταδίκασε σε φρικτό θάνατο. Στον Αλφειό έκοψαν πρώτα τη γλώσσα, για να σιωπήσει η φωνή που κήρυττε τον Χριστό, και έπειτα τον αποκεφάλισαν με το ξίφος. Τον Φιλάδελφο τον έριξαν πάνω σε πυρακτωμένη σιδερένια σχάρα, όπου παρέδωσε το πνεύμα του ψάλλοντας ύμνους στον Θεό. Τον Κυπρίνο τον τηγάνισαν μέσα σε ένα τεράστιο τηγάνι, και έτσι συμπληρώθηκε το μαρτύριο των τριών αδελφών σε σικελικό χώμα.
Πολλούς αιώνες αργότερα, στα χρόνια χίλια πεντακόσια δεκαεπτά, βρέθηκαν τα άφθαρτα λείψανά τους στους Λεοντίνους, για χαρά των πιστών του νησιού. Λέγεται μάλιστα ότι οι τρεις άγιοι εμφανίστηκαν στην αγία Ευθαλία και της προείπαν πως θα θεραπευόταν μετά το βάπτισμά της. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους τη δέκατη Μαΐου, ενώνοντας τα τρία αδέλφια σε έναν κοινό ύμνο νίκης και αγάπης.