Η μετάνοια της οσίας Ταϊσίας

Εικόνα: Η μετάνοια της οσίας Ταϊσίας

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Η μετάνοια της οσίας Ταϊσίας

Μια νέα κοπέλα στην Αίγυπτο μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και άνοιξε το σπίτι της ως ξενώνα για τους ασκητές της Σκήτης. Όταν όμως έμεινε χωρίς τίποτα, παρασύρθηκε από κακούς ανθρώπους και βυθίστηκε σε μια ζωή ακολασίας και αμαρτίας. Η Ταϊσία γεννήθηκε από πλούσιους γονείς και μεγάλωσε μέσα στη χριστιανική πίστη και την αρετή. Όταν εκείνοι πέθαναν, η νεαρή κόρη βρέθηκε ορφανή και αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Χριστό. Έδωσε όλα της τα υπάρχοντα στους ενδεείς και μετέτρεψε το αρχοντικό της σε καταφύγιο για τους μοναχούς που περνούσαν από την έρημο.

Πολλοί ασκητές βρήκαν εκεί ανάπαυση και φιλοξενία, καθώς η κοπέλα τους υπηρετούσε με αγάπη και ταπείνωση. Πέρασε όμως αρκετός καιρός και η περιουσία της εξαντλήθηκε εντελώς, αφήνοντάς την σε μεγάλη φτώχεια και ανάγκη. Τότε ο διάβολος έστειλε κοντά της ανθρώπους διεφθαρμένους, που εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία της και την παρέσυραν στον δρόμο της απώλειας. Σιγά σιγά η Ταϊσία ξέχασε την προηγούμενη ζωή της και άρχισε να ζει μέσα στην πορνεία και τη διαφθορά.

Έχασε την παρθενία της και την ψυχική της καθαρότητα, υποδουλωμένη πια στα πάθη της σάρκας. Όταν οι ασκητές της Σκήτης πληροφορήθηκαν την πτώση της Ταϊσίας, λυπήθηκαν βαθιά και θέλησαν να βοηθήσουν την ψυχή της. Συγκεντρώθηκαν και αποφάσισαν να στείλουν τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό, έναν σοφό και διακριτικό γέροντα. Του είπαν πως εκείνη η γυναίκα τους είχε δείξει μεγάλη αγάπη στο παρελθόν και χρωστούσαν να ανταποδώσουν με πνευματική φροντίδα. Του υποσχέθηκαν πως θα νηστεύουν και θα προσεύχονται θερμά, ώστε ο Κύριος να ευλογήσει την προσπάθειά του.

Ο γέροντας ξεκίνησε για την πόλη, λέγοντας μέσα του την προσευχή και ζητώντας τη βοήθεια του Θεού. Έφτασε στην πόρτα της Ταϊσίας και ζήτησε από τη θυρωρό να αναγγείλει την παρουσία του στην κυρία της. Εκείνη όμως απάντησε με θυμό, κατηγορώντας τους μοναχούς πως είχαν σπαταλήσει την περιουσία της αρχόντισσας. Ο γέροντας τότε της είπε ήρεμα να μεταφέρει στην Ταϊσία πως κρατούσε μαζί του κάτι εξαιρετικά πολύτιμο. Η Ταϊσία, γνωρίζοντας ότι οι ασκητές έβρισκαν μερικές φορές μαργαριτάρια κοντά στη θάλασσα, διέταξε να τον αφήσουν να μπει στο σπίτι της.

Ο αββάς Ιωάννης πέρασε μέσα και κάθισε ήσυχα δίπλα της, παρατηρώντας προσεκτικά το πρόσωπο της πεσμένης κοπέλας. Ο γέροντας κοίταξε επίμονα την Ταϊσία και ξαφνικά άρχισε να κλαίει με βαθιά αναστεναγμό, σκύβοντας ταπεινά το κεφάλι του. Η κοπέλα τον ρώτησε με απορία γιατί χύνει δάκρυα μπροστά της και τι τον στενοχωρεί τόσο πολύ. Ο αββάς Ιωάννης της απάντησε πως βλέπει τον σατανά να παίζει επάνω στο πρόσωπό της και δεν μπορεί να μην θρηνήσει. Τη ρώτησε γιατί απαρνήθηκε νυμφίο της τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον αθάνατο και πάντιμο, και προτίμησε τα έργα του πονηρού.

Τα λόγια του γέροντα διαπέρασαν την καρδιά της Ταϊσίας σαν φλογερό βέλος και την έκαναν να συγκλονιστεί ολόκληρη. Αμέσως ένιωσε αποστροφή για την αμαρτωλή της ζωή και ντράπηκε για τον εαυτό της και για τις πράξεις της. Με φόβο και συντριβή ρώτησε τον γέροντα αν υπάρχει ακόμη μετάνοια και ελπίδα σωτηρίας για τους αμαρτωλούς ανθρώπους. Εκείνος τη βεβαίωσε πως ο Σωτήρας περιμένει την επιστροφή της, έτοιμος να την αγκαλιάσει σαν στοργικός πατέρας. Της θύμισε πως ο Κύριος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την επιστροφή του στον σωτήριο δρόμο.

Της υποσχέθηκε πως άγγελοι θα χαρούν στους ουρανούς για τη δική της ειλικρινή και ολόψυχη μεταστροφή. Η Ταϊσία υποτάχθηκε αμέσως στο θέλημα του Θεού και ζήτησε από τον γέροντα να την οδηγήσει εκεί που εκείνος γνώριζε. Σηκώθηκε από τη θέση της και βγήκε αμέσως από το σπίτι της, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν και χωρίς να φροντίσει για τίποτα. Δεν έδωσε εντολές στους υπηρέτες, δεν τακτοποίησε τα πράγματά της, δεν κράτησε τίποτα από τα υπάρχοντά της. Άφησε τα πάντα πίσω για την αγάπη του Χριστού και ακολούθησε από μακριά τον γέροντα στον δρόμο προς την έρημο.

Ο αββάς Ιωάννης απόρησε με τη ζωντανή πίστη και τον θεϊκό ζήλο που έδειξε ξαφνικά η μετανοημένη κοπέλα. Δόξασε τον Θεό για το θαύμα της απότομης αλλαγής και προχώρησε με προσευχή στην πορεία του. Όταν έφτασαν στην έρημο, νύχτωσε πια και χρειάστηκε να σταματήσουν για ανάπαυση κάτω από τον ουρανό. Ο γέροντας μάζεψε λίγη άμμο και έφτιαξε ένα μικρό προσκέφαλο, ώστε να μπορέσει να ξεκουραστεί η κουρασμένη κοπέλα. Της είπε να κοιμηθεί κάτω από τη σκέπη της θείας χάριτος και τη σφράγισε με το σημείο του τιμίου σταυρού.

Έπειτα απομακρύνθηκε λίγο, έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του και ξάπλωσε στο χώμα για να αναπαυθεί. Γύρω στα μεσάνυχτα ο γέροντας Ιωάννης ξύπνησε ξαφνικά, καθώς ένα δυνατό φως κατέβαινε από τον ουρανό στον τόπο όπου ξεκουραζόταν η Ταϊσία. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είδε μια φλογερή λωρίδα φωτός να κατευθύνεται από τα ουράνια προς την κοπέλα. Παρατήρησε προσεκτικά και διέκρινε αγγέλους του Θεού που ανέβαζαν την ψυχή της προς τον ουρανό μέσα στο θείο φως.

Ο γέροντας κυριεύτηκε από τρόμο και θαυμασμό, αλλά συνέχισε να κοιτάζει το ουράνιο όραμα μέχρι να χαθεί από τα μάτια του. Σηκώθηκε αμέσως και πλησίασε στο μέρος όπου βρισκόταν η Ταϊσία, για να δει τι είχε συμβεί. Την άγγιξε απαλά με το χέρι του, αλλά κατάλαβε πως η μετανοημένη κοπέλα είχε ήδη παραδώσει την ψυχή της στον Κύριο. Έπεσε τότε με τρόμο και έκσταση κάτω στη γη, δοξάζοντας τη μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού. Άκουσε τότε φωνή από τον ουρανό που του φανέρωσε πως η μετάνοια εκείνης της μιας ώρας ήταν πιο ευάρεστη από μακροχρόνια μετάνοια χωρίς θερμότητα. Ο αββάς Ιωάννης παρέμεινε σε προσευχή ως το πρωί και έπειτα ενταφίασε με ευλάβεια το τίμιο σώμα της. Γύρισε στη Σκήτη και διηγήθηκε τα γεγονότα, ενώ όλοι οι μοναχοί δόξασαν τον Χριστό για το μέγα έλεός του.

Το διάβασαν10μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Αγίες ΓυναίκεςΌσιοι
Επισκέπτες σήμερα: … Συνολικές επισκέψεις: …