Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Θεότιμος ο Φιλόσοφος της Σκυθίας
Οι άγριοι Ούννοι του Δούναβη, μαγεμένοι από την αρετή του, τον αποκαλούσαν με δέος θεό των Ρωμαίων. Ο ίδιος ο Ιερώνυμος τον κατέταξε ανάμεσα στους επιφανείς άνδρες της Εκκλησίας για τη σοφία και τη γραφή του. Ο Άγιος Θεότιμος καταγόταν από την Ποντική Δακία και έφερε μέσα του τη διπλή κληρονομιά της ρωμαϊκής και της ντόπιας παράδοσης. Έζησε στα τέλη του τέταρτου αιώνα μετά Χριστόν και αναδείχθηκε επίσκοπος της πόλης Τόμεως στη Μικρά Σκυθία, κοντά στις εκβολές του Δούναβη.
Πριν φτάσει στην επισκοπική διακονία, βρέθηκε στο ίδιο μοναστήρι με τον Άγιο Ιωάννη Κασσιανό και τον Άγιο Γερμανό. Η παράδοση τον θεωρεί δάσκαλό τους και τους μετέδωσε την αγάπη για την ησυχαστική ζωή και τη μελέτη. Κάπου ανάμεσα στο τριακόσια ογδόντα πέντε και στο τριακόσια ενενήντα διαδέχθηκε τον Άγιο Γερμανό στον επισκοπικό θρόνο της Τόμεως. Ανέλαβε μια Εκκλησία μικρή σε αριθμό αλλά γενναία σε φρόνημα, εκτεθειμένη στις επιδρομές των βαρβαρικών φύλων.
Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι ποιμένας του τόπου εκείνου δεν θα γινόταν με κοσμικά μέσα, αλλά με την αγιότητα και τον λόγο του. Ο Άγιος Ιερώνυμος, στο γνωστό έργο του για τους επιφανείς άνδρες, μιλά με ξεχωριστή εκτίμηση για τον Θεότιμο. Τον περιγράφει ως καλό ποιμένα, σοφό θεολόγο και χαρισματικό συγγραφέα της εποχής του. Σημειώνει ακόμη πως ο άγιος συνήθιζε να γράφει σύντομα κείμενα σε μορφή διαλόγων, με ζωντανή και παραστατική γλώσσα. Μέσα από τα έργα αυτά φαίνεται η βαθιά παιδεία του στη ρητορική και στη φιλοσοφία της εποχής.
Στα κείμενά του ο Θεότιμος μιλά για τον ρόλο του νου και της καρδιάς μέσα στην προσευχή του πιστού. Ξεχωρίζει τη νοερά εργασία, την προσοχή και τη συγκέντρωση της καρδιάς ως κέντρο της πνευματικής ζωής. Ίσως γι αυτό η ρουμανική παράδοση τον αναγνωρίζει ως πατέρα της δικής της Φιλοκαλίας. Ο Όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διέσωσε αργότερα μικρά αποσπάσματα από αυτές τις σύντομες ομιλίες του. Ονομάζονται ομιλίες βραχείες και κομματικές και βρίσκονται στο έργο του Δαμασκηνού με τίτλο τα Παράλληλα.
Η σωζόμενη μαρτυρία είναι λιγοστή, αλλά αρκετή για να δείξει τη βαθιά πνευματικότητα και την παιδεία του ιεράρχη. Οι αρχαίοι ιστορικοί, για όλους αυτούς τους λόγους, του απέδωσαν την τιμητική προσωνυμία ο Φιλόσοφος. Η ζωή του Αγίου Θεοτίμου δεν ήταν διόλου ήσυχη μέσα στις ταραγμένες εκείνες δεκαετίες. Στα βόρεια σύνορα της Σκυθίας περιπλανιόνταν διαρκώς ορδές βαρβαρικών φύλων που λεηλατούσαν τα χωριά. Οι Ούννοι κατέβαιναν από τις στέπες και απειλούσαν τους χριστιανούς πληθυσμούς γύρω από τον Δούναβη.
Πολλές φορές ο επίσκοπος υπέμεινε κακουχίες και κινδύνους από τις επιδρομές των άγριων αυτών λαών. Όμως τους κέρδιζε με την αγιότητα της ζωής του και με τα θαύματα που τελούσε ο Θεός μέσα από αυτόν. Οι ίδιοι οι βάρβαροι, ενώ τους έβλεπε όλοι ως αδίστακτους πολεμιστές, στέκονταν με δέος μπροστά στη μορφή του. Τον θεωρούσαν άνθρωπο γεμάτο θεϊκή δύναμη και τον αποκαλούσαν, όπως ήδη ειπώθηκε, θεό των Ρωμαίων. Ο άγιος είχε ακόμη στενούς δεσμούς με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ταξίδεψε τουλάχιστον δύο φορές στη βασιλεύουσα, για εκκλησιαστικά ζητήματα και για τη στήριξη του διωκόμενου φίλου του. Γύρω στο τετρακόσια δέκα μετά Χριστόν, σύμφωνα με μία παράδοση, ή λίγο νωρίτερα, στο τετρακόσια επτά, σύμφωνα με άλλη, ο Άγιος Θεότιμος εκοιμήθη ειρηνικά. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις είκοσι Απριλίου κάθε χρόνο.