Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Ευθύμιος, ο Φωτιστής της Καρελίας
Στις παγωμένες ακτές της Λευκής Θάλασσας, ένας μοναχός έχτισε μοναστήρι ανάμεσα σε ειδωλολατρικούς πληθυσμούς, που αργότερα θα γινόταν φάρος ορθοδοξίας στον Βορρά. Λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή του, δύο νεαροί αδελφοί από το Νόβγκοροντ πνίγηκαν στις εκβολές του ποταμού Βόρειου Ντβίνα και ενταφιάστηκαν στο ίδιο μοναστήρι. Σύμφωνα με αρχαίο χειρόγραφο Ημερολόγιο, ο Όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του δέκατου τέταρτου αιώνα και από νεαρή ηλικία ένιωσε βαθιά την κλίση στον μοναχικό βίο.
Όταν ενηλικιώθηκε, γύρω στα χίλια τετρακόσια, ταξίδεψε προς τον Βορρά, για να ζήσει ως αναχωρητής μέσα στην ερημία και την προσευχή. Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, ήρθαν κοντά του αρκετοί μαθητές, που τον παρακαλούσαν θερμά να τους καθοδηγήσει στη μοναχική ζωή. Στις ακτές της Λευκής Θάλασσας, στην περιοχή της Καρελίας, σε απόσταση τριάντα τεσσάρων βερστίων από το Αρχαγγέλσκ, έχτισαν μαζί μοναστήρι αφιερωμένο στον θαυματουργό Άγιο Νικόλαο, επίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Γύρω από τον ναό υψώθηκαν απλά κελιά, όπου οι μοναχοί ζούσαν με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή προς τον Κύριο. Στην αρχή τίποτε δεν φαινόταν να ευνοεί το έργο των μοναχών, που είχαν εγκατασταθεί σε περιοχή κατοικημένη από ειδωλολατρικούς πληθυσμούς. Ο Όσιος Ευθύμιος όμως γνώριζε βαθιά μέσα του ότι ο τόπος των κόπων τους θα γινόταν κάποτε εστία μοναχικής ζωής και ανθηρής πίστεως. Παρέμεινε σταθερός, στηριγμένος στη βοήθεια του Θεού, και εργαζόταν μαζί με τους μαθητές του για τη στερέωση της κοινότητας.
Το έτος χίλια τετρακόσια δεκαοκτώ, οι ευλαβείς νέοι Αντώνιος και Φήλιξ, γιοι της Μάρθας Μπορέτσκα, συζύγου ενός αξιωματούχου από το Νόβγκοροντ, πνίγηκαν στις εκβολές του Βόρειου Ντβίνα, ενώ εξερευνούσαν τις βορινές εκείνες περιοχές. Τα σώματα των δύο νεαρών αδελφών μεταφέρθηκαν με ευλάβεια και ενταφιάστηκαν στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου. Όσο ζούσαν, διακρίνονταν ιδιαίτερα για τα έργα της αγάπης και της φιλανθρωπίας προς τους φτωχούς αδελφούς τους.
Η συντετριμμένη από τον πόνο μητέρα τους ζήτησε από τον Όσιο Ευθύμιο να προσεύχεται για τα παιδιά που της είχε πάρει ο θάνατος. Στη συνέχεια, τα ονόματα των δύο νέων καταγράφηκαν στο χειρόγραφο των Βίων των Αγίων του ίδιου μοναστηριού. Το επόμενο έτος, χίλια τετρακόσια δεκαεννέα, το μοναστήρι δέχτηκε ξαφνική και σκληρή επίθεση από Νορβηγούς εισβολείς, που λεηλάτησαν την περιοχή. Οι επιδρομείς όρμησαν μέσα στη μονή, παρέδωσαν τον ναό στις φλόγες και θανάτωσαν αρκετούς από τους μοναχούς που βρίσκονταν εκεί.
Ο Όσιος Ευθύμιος, παρά τη μεγάλη καταστροφή, αποφάσισε με σταθερότητα να ξανασηκώσει από την αρχή τη μοναστική κοινότητα. Η Μάρθα Μπορέτσκα προσέφερε γενναιόδωρα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, ώστε το μοναστήρι να ανοικοδομηθεί πάνω από τους τάφους των αγαπημένων της παιδιών. Έτσι, ο ναός και τα κελιά αναστηλώθηκαν με κόπο και προσευχή, ενώ η μνήμη των δύο νέων συνδέθηκε για πάντα με τον τόπο. Ο Όσιος Ευθύμιος κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος χίλια τετρακόσια τριάντα πέντε, μετά από πολλούς αγώνες για τη διάδοση της πίστεως.
Ενταφιάστηκε μέσα στο μοναστήρι της Καρελίας, στον τόπο που είχε αγιάσει με τους κόπους και τις προσευχές του. Εκεί αναπαύθηκαν επίσης οι μαθητές του Στέφανος ο Ασκητής, Ησαΐας και Νικάνωρ, συνεχιστές του πνευματικού του έργου. Πολλά χρόνια αργότερα, το έτος χίλια εξακόσια σαράντα ένα, ο Όσιος Ευθύμιος της Καρελίας δοξάστηκε επίσημα από την Εκκλησία για τους αποστολικούς κόπους του στις βορινές περιοχές. Έξι χρόνια μετά, το χίλια εξακόσια σαράντα επτά, αποκαλύφθηκαν με ευλάβεια τα τίμια λείψανά του, που σκορπούσαν χάρη και ευωδία.
Σήμερα τα ιερά λείψανα αναπαύονται σε κρυφό τόπο μέσα στο ίδιο μοναστήρι, φυλαγμένα με σεβασμό από τους πιστούς της περιοχής. Έχει συνταχθεί μάλιστα και ειδική εκκλησιαστική Ακολουθία προς τιμή του Οσίου Ευθυμίου και των αγίων νέων Αντωνίου και Φήλικος. Η μνήμη τους τιμάται ιδιαίτερα την δεκάτη ογδόη Απριλίου, ενώ τιμώνται ξανά την εικοστή πρώτη Μαΐου, στη Σύναξη όλων των Αγίων της Καρελίας. Στο Ημερολόγιο της Αδελφότητας του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας, ο Όσιος μνημονεύεται ως Φωτιστής της Καρελίας και της Φινλανδίας.
Η μορφή του παραμένει σύμβολο υπομονής, ιεραποστολικού ζήλου και βαθιάς αγάπης προς τον Χριστό, μέσα σε δύσκολους τόπους. Έτσι, μέσα από τα παγωμένα δάση του Βορρά, η λάμψη του ορθοδόξου μοναχισμού άπλωσε φως ζωής και ελπίδας σε γενεές πιστών.