Όσιος Ζωσιμάς ο Σολοβέτσκι
Μέσα στον βαρύ χειμώνα του απομονωμένου νησιού των Σολοβκών, δύο άγνωστοι ξένοι εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά στον πεινασμένο ασκητή και του άφησαν ψωμί, αλεύρι και λάδι. Πολλά χρόνια αργότερα, στο τραπέζι μιας πλούσιας αρχόντισσας του Νόβγκοροντ, ο ίδιος όσιος αντίκρισε με φρίκη έξι επιφανείς βογιάρους να κάθονται δίπλα του χωρίς κεφάλια. Αυτός ο άγιος ήταν ο Όσιος Ζωσιμάς, ο μεγάλος φωτιστής του ρωσικού Βορρά και ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού στο νησί Σολόφκι.
Γεννήθηκε στην επαρχία του Νόβγκοροντ, στο χωριό Τολβούι, κοντά στη λίμνη Ονέγκα, από γονείς ευσεβείς, τον Γαβριήλ και τη Βαρβάρα. Από τα παιδικά του χρόνια διδάχθηκε γράμματα και την αγάπη του Χριστού, μένοντας ήσυχος, πράος και ταπεινός στην καρδιά. Μελετούσε με ζήλο τις άγιες Γραφές και αποστρεφόταν κάθε νεανική ματαιότητα και κάθε δρόμο που τον απομάκρυνε από τον Θεό. Επιθυμώντας να φυλάξει την ψυχή και το σώμα του καθαρά, αρνήθηκε τον γάμο και, όταν οι γονείς του προσπάθησαν να τον πιέσουν, έφυγε κρυφά από το πατρικό.
Αποσύρθηκε σε ερημικό τόπο κοντά στο σπίτι του και άρχισε εκεί τους πρώτους ασκητικούς του αγώνες. Μετά την κοίμηση των γονέων του, ο Ζωσιμάς μοίρασε όλη την περιουσία στους φτωχούς και αναζήτησε έμπειρο γέροντα για να τον οδηγήσει στη ζωή της εσχάτης υπακοής και ασκήσεως. Στις ακτές της Λευκής Θάλασσας, κοντά στις εκβολές του ποταμού Σουμ, συνάντησε τον ενάρετο μοναχό Γερμανό, συνασκητή κάποτε του Οσίου Σαββατίου. Εκείνος του διηγήθηκε για το έρημο νησί των Σολοβκών, όπου είχε ζήσει έξι ολόκληρα χρόνια μαζί με τον Άγιο Σαββάτιο σε αγώνες πνευματικούς.
Άκουσε ακόμη ότι το νησί ήταν μακριά από κάθε ανθρώπινη κατοικία, γεμάτο δάση και λίμνες με άφθονα ψάρια. Η ψυχή του γέμισε χαρά και ζήτησε από τον Γερμανό να τον οδηγήσει εκεί ως διάδοχο του μακαρίου Σαββατίου. Γύρω στο έτος χίλια τετρακόσια τριάντα έξι, οι δύο ασκητές πέρασαν τη θάλασσα και έφτασαν με τη βοήθεια του Θεού στο νησί. Έστησαν εκεί μία πρόχειρη σκηνή και πέρασαν τη νύχτα ψάλλοντας και παρακαλώντας τη Θεοτόκο. Το επόμενο πρωί ο Ζωσιμάς αντίκρισε ουράνια λάμψη και είδε στα σύννεφα έναν μεγάλο και ολόλαμπρο ναό, σημείο της μέλλουσας μονής.
Όταν ο Γερμανός άκουσε το όραμα, θυμήθηκε την παλιά προφητεία του Σαββατίου για μοναστήρι στο νησί και τους δύο φωτεινούς νέους που είχαν διώξει από εκεί μια οικογένεια ψαράδων. Στήριξε τον Ζωσιμά λέγοντάς του ότι ο Κύριος ετοιμάζει μέσω αυτού πλήθος μοναχών. Οι δύο ασκητές άρχισαν να κόβουν ξύλα, έχτισαν κελιά, έφτιαξαν περίβολο και καλλιέργησαν τη γη με τον ιδρώτα τους. Όταν πλησίαζε το φθινόπωρο, ο Γερμανός πέρασε στη στεριά για προμήθειες, αλλά οι θύελλες και οι πάγοι τον εμπόδισαν να γυρίσει πίσω.
Ο Ζωσιμάς έμεινε μόνος του στο νησί όλον τον χειμώνα, παλεύοντας με την ακηδία, τις φοβέρες των δαιμόνων και τα άγρια οράματα. Έπιαναν μορφές θηρίων και φιδιών για να τον τρομάξουν, εκείνος όμως τους έδιωχνε με το σημείο του σταυρού και τους ψαλμούς του Δαβίδ. Όταν τα τρόφιμά του τέλειωσαν και η πείνα τον απείλησε, εμφανίστηκαν δύο άγνωστοι άνδρες με καλάθι γεμάτο ψωμί, αλεύρι και λάδι. Του είπαν να τρώει ελεύθερα και αμέσως έγιναν άφαντοι, δείχνοντας ότι ήταν θεϊκή επίσκεψη και πρόνοια.
Την άνοιξη επέστρεψε ο Γερμανός μαζί με τον ψαρά Μάρκο, φέρνοντας τρόφιμα και δίχτυα για το ψάρεμα. Σύντομα ο Μάρκος εκάρη μοναχός και πολλοί άλλοι άνθρωποι ήρθαν στο νησί, χτίζοντας κελιά και ζώντας από τον κόπο των χεριών τους. Στο σημείο όπου ο Όσιος είχε δει την ουράνια εκκλησία, σήκωσε μικρό ξύλινο ναό προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και κοντά του ίδρυσε τράπεζα για την κοινή ζωή της αδελφότητας. Ζήτησε από τον αρχιεπίσκοπο του Νόβγκοροντ Ιωνά ευλογία και ηγούμενο για το νέο μοναστήρι.
Εκείνος έστειλε τον ιερομόναχο Παύλο μαζί με τα απαραίτητα για τη θεία λατρεία. Έτσι θεμελιώθηκε η περίφημη μονή των Σολοβκών στον μακρινό βορρά. Ο Παύλος όμως δεν άντεξε τις στερήσεις της ερήμου και έφυγε, όπως κι ο διάδοχός του Θεοδόσιος. Τότε οι αδελφοί αποφάσισαν να μη δέχονται πια ηγουμένους ξένους, αλλά να εκλέξουν κάποιον από τη συνοδεία τους. Με μία ψυχή ζήτησαν τον ίδιο τον Ζωσιμά.
Ο αρχιεπίσκοπος τον κάλεσε στο Νόβγκοροντ, τον χειροτόνησε ιερέα και ηγούμενο, και τον έστειλε πίσω με δώρα και ευλογίες. Όταν ο Όσιος Ζωσιμάς τέλεσε την πρώτη του Θεία Λειτουργία στο νησί, το πρόσωπό του έλαμψε σαν αγγέλου από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ενώ ο ναός γέμισε με ευωδία. Οι αδελφοί κατάλαβαν ότι ο ποιμένας τους ήταν αληθινό σκεύος του Θεού και αγαλλίασαν. Ο Όσιος εισήγαγε αυστηρό κοινοβιακό τυπικό και φρόντισε για την εσωτερική πνευματική ζωή της μονής.
Έχτισε μεγαλύτερη εκκλησία, καθώς το πλήθος των μοναχών αυξανόταν συνεχώς, καθώς και νέα κελιά για όσους έρχονταν. Μετά από χρόνια, στενοχωρήθηκε που τα λείψανα του Οσίου Σαββατίου αναπαύονταν μακριά, στις όχθες του ποταμού Βιγκ. Την ίδια εποχή έλαβε επιστολή από τη μονή του Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης, που τον προέτρεπε να μεταφέρει εκεί τα τίμια λείψανα του Σαββατίου. Συγκινημένος βαθιά, ξεκίνησε με συνοδεία αδελφών, άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν το σώμα ακέραιο και ευωδιάζον.
Με ψαλμωδίες μετέφεραν τα λείψανα στη μονή και τα τοποθέτησαν σε ιδιαίτερο παρεκκλήσιο πίσω από τον ναό της Κοιμήσεως. Από τότε πολλοί ασθενείς έβρισκαν εκεί την υγεία τους με πίστη και προσευχή. Η μονή υπέφερε αργότερα από τους ευγενείς του Νόβγκοροντ, που έστελναν δούλους και χωρικούς να ψαρεύουν στα νερά του νησιού. Εμπόδιζαν τους μοναχούς και απειλούσαν να καταστρέψουν ολόκληρη την αδελφότητα. Ο Όσιος Ζωσιμάς πήγε ξανά στο Νόβγκοροντ, στον αρχιεπίσκοπο Θεόφιλο, και ζήτησε την προστασία της Εκκλησίας.
Επισκέφθηκε τα σπίτια των βογιάρων και ζητούσε με ταπείνωση να μην αδικείται η μονή. Η πλούσια αρχόντισσα Μάρθα, της οποίας οι δούλοι πίεζαν τους μοναχούς, διέταξε αρχικά να τον διώξουν με ντροπή από την αυλή της. Ο πράος δούλος του Θεού υπέμεινε και είπε στους μαθητές του πως θα έρθουν ημέρες που το σπίτι εκείνο θα ερημωθεί τελείως. Αργότερα η αρχόντισσα μετάνιωσε, τον κάλεσε σε γεύμα και ζήτησε συγχώρεση. Κατά τη διάρκεια του δείπνου ο Όσιος είδε τρεις φορές έξι από τους πιο επιφανείς βογιάρους να κάθονται στο τραπέζι χωρίς κεφάλια.
Αναστέναξε, δάκρυσε και δεν άγγιξε τίποτε άλλο. Στον μαθητή του Δανιήλ προφήτευσε τον επικείμενο θάνατό τους. Η πρόβλεψη εκπληρώθηκε όταν ο μέγας ηγεμόνας της Μόσχας Ιωάννης ο Τρίτος κατέλαβε το Νόβγκοροντ και αποκεφάλισε τους έξι βογιάρους. Όταν πλησίασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, ο Όσιος Ζωσιμάς ετοίμασε ο ίδιος με τα χέρια του τον τάφο του πίσω από το ιερό του ναού της Μεταμορφώσεως. Συγκέντρωσε τους αδελφούς, τους παρηγόρησε, τους εμπιστεύθηκε στη Θεοτόκο και όρισε διάδοχο τον ενάρετο Αρσένιο.
Με το σημείο του σταυρού και την εύχη της ειρήνης παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. Η αδελφότητα τον έθαψε με δάκρυα στον τάφο που ο ίδιος είχε ανοίξει. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να γίνονται στον τάφο του πολλά θαύματα και σημεία, διότι είχε υποσχεθεί ότι δεν θα εγκαταλείψει τον τόπο των αγώνων του. Παρουσιαζόταν σε ναυτικούς που κινδύνευαν στη θάλασσα, σταματούσε καταιγίδες και έσωζε καράβια από τον βυθό. Εμφανιζόταν μαζί με τον Όσιο Σαββάτιο και σε ψαράδες ξεχασμένους σε ερημικά νησιά, παρηγορώντας τους και στέλνοντας ανθρώπους να τους σώσουν.
Θεράπευσε δαιμονισμένους, ανέστησε νεκρούς ώστε να μεταλάβουν, χάρισε ξανά το φως σε τυφλούς. Θεωρείται προστάτης των μελισσοκόμων και των κυψελών, αλλά και των αρρώστων που τρέχουν στη μεσιτεία του. Πολλοί ναοί και νοσοκομεία μαρτυρούν μέχρι σήμερα τη θαυματουργική του δύναμη και την ακοίμητη χάρη του. Μέσα στον βαρύ χειμώνα του απομονωμένου νησιού των Σολοβκών, δύο άγνωστοι ξένοι εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά στον πεινασμένο ασκητή και του άφησαν ψωμί, αλεύρι και λάδι.
Πολλά χρόνια αργότερα, στο τραπέζι μιας πλούσιας αρχόντισσας του Νόβγκοροντ, ο ίδιος όσιος αντίκρισε με φρίκη έξι επιφανείς βογιάρους να κάθονται δίπλα του χωρίς κεφάλια. Αυτός ο άγιος ήταν ο Όσιος Ζωσιμάς, ο μεγάλος φωτιστής του ρωσικού Βορρά και ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού στο νησί Σολόφκι. Γεννήθηκε στην επαρχία του Νόβγκοροντ, στο χωριό Τολβούι, κοντά στη λίμνη Ονέγκα, από γονείς ευσεβείς, τον Γαβριήλ και τη Βαρβάρα. Από τα παιδικά του χρόνια διδάχθηκε γράμματα και την αγάπη του Χριστού, μένοντας ήσυχος, πράος και ταπεινός στην καρδιά.
Μελετούσε με ζήλο τις άγιες Γραφές και αποστρεφόταν κάθε νεανική ματαιότητα και κάθε δρόμο που τον απομάκρυνε από τον Θεό. Επιθυμώντας να φυλάξει την ψυχή και το σώμα του καθαρά, αρνήθηκε τον γάμο και έφυγε κρυφά από το πατρικό σπίτι. Αποσύρθηκε σε ερημικό τόπο κοντά στο σπίτι του και άρχισε εκεί τους πρώτους ασκητικούς του αγώνες. Μετά την κοίμηση των γονέων του, ο Ζωσιμάς μοίρασε όλη την περιουσία στους φτωχούς και αναζήτησε έμπειρο γέροντα για να τον οδηγήσει στη ζωή της υπακοής.
Στις ακτές της Λευκής Θάλασσας, κοντά στις εκβολές του ποταμού Σουμ, συνάντησε τον ενάρετο μοναχό Γερμανό, συνασκητή κάποτε του Οσίου Σαββατίου. Εκείνος του διηγήθηκε για το έρημο νησί των Σολοβκών, όπου είχε ζήσει έξι ολόκληρα χρόνια μαζί με τον Άγιο Σαββάτιο σε αγώνες πνευματικούς. Άκουσε ακόμη ότι το νησί ήταν μακριά από κάθε ανθρώπινη κατοικία, γεμάτο δάση και λίμνες με άφθονα ψάρια. Η ψυχή του γέμισε χαρά και ζήτησε από τον Γερμανό να τον οδηγήσει εκεί ως διάδοχο του μακαρίου Σαββατίου.
Γύρω στο έτος χίλια τετρακόσια τριάντα έξι, οι δύο ασκητές πέρασαν τη θάλασσα και έφτασαν με τη βοήθεια του Θεού στο νησί. Έστησαν εκεί μία πρόχειρη σκηνή και πέρασαν τη νύχτα ψάλλοντας και παρακαλώντας τη Θεοτόκο για ευλογία. Το επόμενο πρωί ο Ζωσιμάς αντίκρισε ουράνια λάμψη και είδε στα σύννεφα έναν μεγάλο και ολόλαμπρο ναό, σημείο της μέλλουσας μονής. Ο Γερμανός θυμήθηκε αμέσως την παλιά προφητεία του Σαββατίου για το νησί. Συνέχισε ο Γερμανός να στηρίζει τον σύντροφό του, λέγοντας ότι ο Κύριος ετοιμάζει μέσω αυτού πλήθος μοναχών στον τόπο εκείνο.
Του διηγήθηκε επίσης πώς δύο φωτεινοί νέοι είχαν διώξει από το νησί μια οικογένεια ψαράδων που ήθελε να το κρατήσει για τον εαυτό της. Οι δύο ασκητές άρχισαν να κόβουν ξύλα, έχτισαν κελιά, έφτιαξαν περίβολο και καλλιέργησαν τη γη με τον ιδρώτα τους. Όταν πλησίαζε το φθινόπωρο, ο Γερμανός πέρασε στη στεριά για προμήθειες, αλλά οι θύελλες και οι πάγοι τον εμπόδισαν να γυρίσει πίσω. Ο Ζωσιμάς έμεινε μόνος του στο νησί όλον τον χειμώνα, παλεύοντας με την ακηδία, τις φοβέρες των δαιμόνων και τα άγρια οράματα.
Οι δαίμονες έπαιρναν μορφές θηρίων και φιδιών για να τον τρομάξουν, εκείνος όμως τους έδιωχνε με το σημείο του σταυρού. Έλεγε στους ψαλμούς του Δαβίδ ότι στο όνομα του Κυρίου τους κατατροπώνει και τους διασκορπίζει σαν σκόνη. Όταν τα τρόφιμά του τέλειωσαν και η πείνα τον απείλησε, εμφανίστηκαν δύο άγνωστοι άνδρες με καλάθι γεμάτο ψωμί, αλεύρι και λάδι. Του είπαν να τρώει ελεύθερα και αμέσως έγιναν άφαντοι, σαν θεϊκή επίσκεψη στην ώρα της ανάγκης.
Την άνοιξη επέστρεψε ο Γερμανός μαζί με τον ψαρά Μάρκο, φέρνοντας τρόφιμα και δίχτυα για το ψάρεμα. Σύντομα ο Μάρκος εκάρη μοναχός και πολλοί άλλοι άνθρωποι ήρθαν στο νησί, χτίζοντας κελιά και ζώντας από τον κόπο των χεριών τους. Στο σημείο όπου ο Όσιος είχε δει την ουράνια εκκλησία, σήκωσε μικρό ξύλινο ναό προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και κοντά του ίδρυσε τράπεζα για την κοινή ζωή. Ζήτησε από τον αρχιεπίσκοπο του Νόβγκοροντ Ιωνά ευλογία και ηγούμενο για το νέο μοναστήρι.
Εκείνος έστειλε τον ιερομόναχο Παύλο μαζί με τα απαραίτητα για τη θεία λατρεία και την τέλεση των μυστηρίων. Έτσι θεμελιώθηκε η περίφημη μονή των Σολοβκών στον μακρινό βορρά της ρωσικής γης. Ο Παύλος όμως δεν άντεξε τις στερήσεις της ερήμου και έφυγε, όπως κι ο διάδοχός του Θεοδόσιος. Τότε οι αδελφοί αποφάσισαν να μη δέχονται πια ηγουμένους ξένους, αλλά να εκλέξουν κάποιον από τη δική τους συνοδεία. Με μία ψυχή ζήτησαν τον ίδιο τον Ζωσιμά για ποιμένα και πατέρα τους.
Ο αρχιεπίσκοπος τον κάλεσε στο Νόβγκοροντ, τον χειροτόνησε ιερέα και ηγούμενο, και τον έστειλε πίσω. Όταν ο Όσιος Ζωσιμάς τέλεσε την πρώτη του Θεία Λειτουργία στο νησί, το πρόσωπό του έλαμψε σαν αγγέλου από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Συγχρόνως ο ναός γέμισε με ουράνια ευωδία και οι αδελφοί κατάλαβαν ότι ο ποιμένας τους ήταν αληθινό σκεύος του Θεού. Ο Όσιος εισήγαγε αυστηρό κοινοβιακό τυπικό και φρόντισε με κάθε τρόπο για την εσωτερική πνευματική ζωή της μονής.
Έχτισε μεγαλύτερη εκκλησία, καθώς το πλήθος των μοναχών αυξανόταν συνεχώς, καθώς και νέα κελιά για όσους έρχονταν. Μετά από χρόνια, στενοχωρήθηκε που τα λείψανα του Οσίου Σαββατίου αναπαύονταν μακριά, στις όχθες του ποταμού Βιγκ. Την ίδια εποχή έλαβε επιστολή από τη μονή του Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης, που τον προέτρεπε να μεταφέρει τα τίμια λείψανα στο νησί. Συγκινημένος βαθιά, ξεκίνησε με συνοδεία αδελφών, άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν το σώμα ακέραιο και ευωδιάζον.
Με ψαλμωδίες μετέφεραν τα λείψανα στη μονή και τα τοποθέτησαν σε ιδιαίτερο παρεκκλήσιο πίσω από τον ναό. Από τότε πολλοί ασθενείς έβρισκαν εκεί την υγεία τους με πίστη και θερμή προσευχή. Ο Ζωσιμάς προσευχόταν κάθε νύχτα στον τάφο του διδασκάλου του. Η μονή υπέφερε αργότερα από τους ευγενείς του Νόβγκοροντ, που έστελναν δούλους και χωρικούς να ψαρεύουν στα νερά του νησιού. Εμπόδιζαν τους μοναχούς να ψαρέψουν και απειλούσαν ότι θα καταστρέψουν ολόκληρη την αδελφότητα της μονής.
Ο Όσιος Ζωσιμάς πήγε ξανά στο Νόβγκοροντ, στον αρχιεπίσκοπο Θεόφιλο, και ζήτησε την προστασία της Εκκλησίας. Επισκέφθηκε τα σπίτια των βογιάρων και ζητούσε με ταπείνωση να μην αδικείται η μονή των Σολοβκών. Η πλούσια αρχόντισσα Μάρθα, της οποίας οι δούλοι πίεζαν τους μοναχούς, διέταξε αρχικά να τον διώξουν με ντροπή από την αυλή της. Ο πράος δούλος του Θεού υπέμεινε και είπε στους μαθητές του πως θα έρθουν ημέρες που το σπίτι θα ερημωθεί. Αργότερα η αρχόντισσα μετάνιωσε για τη συμπεριφορά της, τον κάλεσε σε γεύμα και ζήτησε ταπεινά συγχώρεση.
Κατά τη διάρκεια του δείπνου ο Όσιος είδε τρεις φορές έξι από τους πιο επιφανείς βογιάρους να κάθονται χωρίς κεφάλια. Αναστέναξε βαθιά, δάκρυσε και δεν άγγιξε τίποτε άλλο από όσα του πρόσφεραν. Στον αγαπημένο μαθητή του Δανιήλ προφήτευσε τον επικείμενο φοβερό θάνατο των αρχόντων εκείνων. Η πρόβλεψη εκπληρώθηκε όταν ο μέγας ηγεμόνας της Μόσχας Ιωάννης ο Τρίτος κατέλαβε την πόλη και τους αποκεφάλισε. Όταν πλησίασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, ο Όσιος Ζωσιμάς ετοίμασε ο ίδιος με τα χέρια του τον τάφο του πίσω από το ιερό του ναού της Μεταμορφώσεως.
Συγκέντρωσε τους αδελφούς, τους παρηγόρησε, τους εμπιστεύθηκε στη Θεοτόκο και όρισε διάδοχό του τον ενάρετο Αρσένιο. Με το σημείο του σταυρού και την ευχή της ειρήνης παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο που από νεότητας αγάπησε. Η αδελφότητα τον έθαψε με πολλά δάκρυα στον τάφο που ο ίδιος είχε ανοίξει με τα χέρια του. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να γίνονται στον τάφο του πολλά θαύματα και σημεία πάνω στη γη. Είχε υποσχεθεί στους μαθητές του ότι δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τον τόπο των ασκητικών του αγώνων.
Παρουσιαζόταν σε ναυτικούς που κινδύνευαν στη θάλασσα, σταματούσε καταιγίδες και έσωζε καράβια από βέβαιο βυθό. Εμφανιζόταν μαζί με τον Όσιο Σαββάτιο σε ψαράδες ξεχασμένους σε ερημικά νησιά, στέλνοντας ανθρώπους να τους σώσουν. Θεράπευσε δαιμονισμένους, ανέστησε αδελφούς νεκρούς για να μεταλάβουν, χάρισε ξανά το φως σε τυφλούς. Θεωρείται προστάτης των μελισσοκόμων και των κυψελών, αλλά και των αρρώστων που τρέχουν στη μεσιτεία του. Πολλοί ναοί και νοσοκομεία μαρτυρούν μέχρι σήμερα τη θαυματουργική δύναμη της προσευχής του.