Ο Άγιος Σούκιας και η συνοδεία του στα βουνά της Αρμενίας

Εικόνα: Ο Άγιος Σούκιας και η συνοδεία του στα βουνά της Αρμενίας

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Ο Άγιος Σούκιας και η συνοδεία του στα βουνά της Αρμενίας

Δεκαεπτά αυλικοί ενός βασιλιά εγκατέλειψαν τα παλάτια της Αρμενίας και ανέβηκαν σε ένα άγριο βουνό, για να ζήσουν σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια ως ασκητές. Φορούσαν χοντρά μάλλινα ρούχα, έτρωγαν ό,τι έβρισκαν στη φύση και δεν αρρώστησαν ποτέ μέχρι την ώρα του μαρτυρίου τους. Ο Άγιος Σούκιας και οι σύντροφοί του κατάγονταν από αρχοντικές οικογένειες και υπηρετούσαν στην αυλή του βασιλιά της Αρμενίας Αρταξάρ. Όταν ο άγιος Βοσκεάνκης, μαθητής του αποστόλου Θαδδαίου, έφτασε στην Αρμενία για να κηρύξει το Ευαγγέλιο, εκείνοι δέχτηκαν με μεγάλη χαρά το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας.

Βαφτίστηκαν αμέσως από τα χέρια του ιεραποστόλου και αφιέρωσαν ολόκληρη την καρδιά τους στον Χριστό. Όταν η βασίλισσα Σατενίκα έμαθε για τη μεταστροφή τους, απαγόρευσε στον Βοσκεάνκη την είσοδο στο παλάτι. Εκείνος αναγκάστηκε να φύγει και οι μαθητές του τον ακολούθησαν στην εξορία. Ύστερα από λίγο καιρό τους συνέλαβαν οι αυλικοί, οι οποίοι προσπάθησαν μάταια να τους πείσουν να επιστρέψουν στη βασιλική αυλή. Ο Σούκιας και οι σύντροφοί του απάντησαν με σταθερότητα ότι θα έμεναν ενωμένοι κοντά στον πνευματικό τους πατέρα.

Ο Άγιος Βοσκεάνκης μαρτύρησε εκεί με σκληρό τρόπο, αλλά οι στρατιώτες δεν τόλμησαν να αγγίξουν τους ευγενείς πρίγκιπες της αυλής. Εκείνοι κατέφυγαν στο βουνό Ζράμπας, το οποίο αργότερα πήρε το όνομα του αγίου και ονομάστηκε Σουκαβέτ. Στις απόκρημνες πλαγιές του βουνού πέρασαν σαράντα τέσσερα χρόνια σκληρής άσκησης μέσα στη σιωπή της φύσης. Ο Θεός τους σκέπασε με ένα πυκνό μάλλινο ένδυμα και τους χάρισε υγεία, ώστε να μην αρρωστήσουν ποτέ. Έτρωγαν μόνο όσα τους χάριζε η γη και έπιναν νερό από μια κρύα πηγή του βουνού.

Με τις αδιάλειπτες προσευχές τους μιμούνταν την αγγελική ζωή και μεταμόρφωσαν το βουνό σε τόπο αγιασμού. Όταν πέθανε ο βασιλιάς της Αρμενίας γύρω στο εκατόν τριάντα μετά Χριστόν, ο διάδοχος του θρόνου έμαθε για τους ασκητές. Πληροφορήθηκε ότι οι πρίγκιπες του βασιλείου είχαν εγκαταλείψει τα πάντα για χάρη του Χριστού και αναστατώθηκε βαθιά. Έστειλε αμέσως μια στρατιωτική μονάδα στο βουνό, για να τους αναζητήσει και να τους ξαναφέρει στη βασιλική αυλή.

Όταν οι στρατιώτες έφτασαν στο βουνό, αντίκρισαν τους ασκητές σκεπασμένους από τα τραχιά μάλλινα ενδύματά τους. Στην αρχή νόμισαν ότι δεν είχαν μπροστά τους ανθρώπους, αλλά κάποια παράξενα όντα της ερήμου. Ο Σούκιας απάντησε με ηρεμία στις ερωτήσεις του διοικητή και του εξήγησε την κατάσταση των ασκητών. Του είπε ότι είχαν αφήσει τον κόσμο, για να ζήσουν μια ζωή ειρηνική και αρεστή στον Θεό. Είχαν εναποθέσει όλη τους την ελπίδα στη θεία πρόνοια για κάθε ανάγκη του σώματος.

Ο αξιωματικός τους υποσχέθηκε μια ζωή γεμάτη απολαύσεις και τιμές, αν δέχονταν να γυρίσουν πίσω. Εκείνοι απάντησαν ότι ήταν δούλοι του Θεού και ότι πλησίαζε η ώρα της ουράνιας ανταμοιβής τους. Δήλωσαν με παρρησία ότι δεν θα έχαναν αυτή την ευκαιρία να μείνουν πιστοί στον Κύριό τους. Ο διοικητής τους κατηγόρησε ότι αντάλλαξαν την ελευθερία και την ευγένειά τους με τη θρησκεία ενός σταυρωμένου. Ο Σούκιας ομολόγησε ότι αυτός ο Σταυρωμένος είναι ο Χριστός και ο αληθινός Θεός όλης της κτίσης.

Πρόσθεσε ότι ο ίδιος ο αξιωματικός θα έπραττε το ίδιο, αν γνώριζε τη δύναμη της αιώνιας ζωής. Όταν ο αξιωματικός διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε με τίποτε να αλλάξει τη γνώμη των ασκητών, διέταξε σκληρά βασανιστήρια. Οι μάρτυρες υπέμειναν με υπομονή κάθε πόνο και έδειξαν θαυμαστή σταθερότητα στην ομολογία της πίστης τους. Στο τέλος, βλέποντας την ακλόνητη απόφασή τους, ο διοικητής έδωσε εντολή να τους αποκεφαλίσουν επιτόπου. Έτσι παρέδωσαν την ψυχή τους στον Κύριο, για τον οποίο είχαν θυσιάσει πλούτο, τιμές και κοσμική δόξα.

Από όλη τη συνοδεία γλίτωσαν μόνο ο άγιος Ιάκωβος και ο άγιος Θεοδόσιος, οι οποίοι κρύφτηκαν στο βουνό. Εκείνοι έθαψαν με ευλάβεια τα τίμια σώματα των δικαίων και έμειναν για πάντα στον τόπο εκείνο. Συνέχισαν την ίδια ασκητική ζωή, μέσα στην προσευχή και την ησυχία των κορυφών. Σιγά σιγά άρχισαν να φτάνουν προσκυνητές, που ήθελαν να τιμήσουν τα λείψανα των αγίων μαρτύρων. Πολλοί από αυτούς έμειναν κοντά στους δύο ασκητές και σχηματίστηκε μια μικρή αδελφότητα.

Έτσι γεννήθηκε εκεί μια ολόκληρη μοναστική κοινότητα, αφιερωμένη στη μνήμη των μαρτύρων. Στο τέλος του τρίτου αιώνα, ο άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής ανέγειρε εκεί μεγάλο ναό και ίδρυσε επίσημο μοναστήρι. Από τον τάφο των αγίων ανέβλυσε μια θαυματουργή πηγή, η οποία θεράπευε τους λεπρούς και πολλούς άλλους ασθενείς.

Το διάβασαν4μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Βίοι Αγίων
Επισκέπτες σήμερα: … Συνολικές επισκέψεις: …