Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Παναγία της Ασίνου, το βυζαντινό στολίδι του Τροόδους
Στις βόρειες πλαγιές του Τροόδους κρύβεται ένα μικρό εκκλησάκι που η UNESCO το έχει κατατάξει ανάμεσα στα σπουδαιότερα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Πρόκειται για την Παναγία της Ασίνου, που ο κτήτοράς της, ο Μάγιστρος Νικηφόρος Ισχύριος, έγινε αργότερα μοναχός με το όνομα Νικόλαος. Το ταπεινό αυτό καθολικό ανήκε κάποτε στη Μονή των Φορβίων, από την οποία πήρε και την παλαιότερη ονομασία του ως Παναγία η Φορβιώτισσα. Είναι κτισμένο στην ανατολική όχθη ενός μικρού χειμάρρου, τρία χιλιόμετρα νότια του χωριού Νικητάρι, μέσα σε ένα τοπίο γαλήνιο και κατάφυτο.
Η ίδρυση της μονής τοποθετείται στα χίλια ενενήντα εννέα μετά Χριστόν και η λειτουργία της συνεχίστηκε αδιάκοπα ακόμη και στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η μονή έσβησε στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, όταν εγκαταλείφθηκε οριστικά από τους μοναχούς της. Σήμερα δεν σώζονται ίχνη από τα υπόλοιπα μοναστηριακά κτίσματα και μένει μόνο ο ναός να διηγείται την παλιά ιστορία. Σε επιγραφή πάνω από τη νότια είσοδο, που χρονολογείται στα χίλια εκατόν πέντε με χίλια εκατόν έξι μετά Χριστόν, καταγράφεται με σαφήνεια το όνομα του κτήτορα.
Η μνήμη της Παναγίας της Ασίνου τιμάται κάθε χρόνο την Τρίτη της Λαμπρής με μεγάλη λαμπρότητα. Ο ναός αποτελείται από δύο μέρη που μαρτυρούν την ιστορική του πορεία μέσα στους αιώνες. Το πρώτο είναι το μονόκλιτο καμαροσκεπές κυρίως κτίριο και το δεύτερο ο νάρθηκας, ο οποίος προστέθηκε αργότερα. Η προσθήκη του νάρθηκα έγινε κατά το δεύτερο μισό του δωδέκατου αιώνα και έδωσε νέα μορφή στο σύνολο. Οι πλαϊνοί τοίχοι του νάρθηκα καταλήγουν σε αψίδα και το χαρακτηριστικό αυτό θεωρείται έντονη επίδραση από την Κωνσταντινούπολη.
Ήδη από τον δωδέκατο αιώνα το οικοδόμημα είχε καλυφθεί με μια δεύτερη ξύλινη στέγη, στρωμένη με επίπεδα αγκιστρωτά κεραμίδια. Αυτή η διπλή στέγη προστάτευσε το μνημείο και βοήθησε να διατηρηθούν οι θαυμάσιες τοιχογραφίες του εσωτερικού. Το εσωτερικό της Παναγίας της Ασίνου είναι ολόκληρο γεμάτο ζωγραφιές, χωρίς να μένει σχεδόν κανένα κενό σημείο στους τοίχους. Οι τοιχογραφίες που σώζονται ανήκουν σε διαφορετικές χρονολογικές περιόδους και αποκαλύπτουν την πορεία του ναού μέσα στον χρόνο.
Το παλαιότερο σύνολο χρονολογείται στα χίλια εκατόν πέντε με χίλια εκατόν έξι μετά Χριστόν και αποτελεί ορόσημο για την τέχνη της εποχής. Οι παραστάσεις εκφράζουν τις νέες τάσεις της ζωγραφικής που αναπτύχθηκαν την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών. Απηχούν την υψηλή τέχνη της Κωνσταντινούπολης και ο ζωγράφος που τις φιλοτέχνησε προερχόταν πιθανότατα από την ίδια την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Η ισχυρή επίδραση της Πόλης εξηγείται από έναν συγκεκριμένο ιστορικό λόγο που σημάδεψε την Κύπρο εκείνη την εποχή.
Ο αυτοκράτορας Αλέξιος ο Πρώτος Κομνηνός, που βασίλεψε από το χίλια ογδόντα ένα έως το χίλια εκατόν δεκαοκτώ μετά Χριστόν, μετέτρεψε το νησί σε σπουδαία στρατιωτική βάση. Οι γεωπολιτικές συνθήκες της εποχής έκαναν την Κύπρο τον σημαντικότερο προμαχώνα του βυζαντινού κράτους στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Πολλές παραστάσεις από το αρχικό σύνολο σώζονται κυρίως στην αψίδα του Ιερού και στον δυτικό τοίχο του ναού, που υπέστη διάφορες ζημιές κατά καιρούς.
Οι σεισμοί ταλαιπώρησαν αρκετά το οικοδόμημα και τον δέκατο τέταρτο αιώνα κατέρρευσε το τεταρτοσφαίριο της αψίδας του Ιερού. Ο ναός ξανακτίστηκε τότε σε εκείνο το σημείο και διακοσμήθηκε με νέες τοιχογραφίες από έμπειρους τεχνίτες. Παράλληλα προστέθηκαν οι εξωτερικές αντηρίδες και λίγο αργότερα η τοξωτή αντηρίδα στο ανατολικό άκρο του βόρειου τοίχου. Ο νάρθηκας διακοσμήθηκε για πρώτη φορά λίγο μετά την οικοδόμησή του και ξαναζωγραφίστηκε στα χίλια τριακόσια τριάντα δύο με χίλια τριακόσια τριάντα τρία μετά Χριστόν.
Οι νεότερες αυτές τοιχογραφίες φέρουν έντονες φράγκικες επιδράσεις και ανάμεσά τους ξεχωρίζει η απεικόνιση μεγάλου αριθμού δωρητών. Στον ναό σώζονται ακόμη και μερικές μεταγενέστερες τοιχογραφίες που χρονολογούνται στον δέκατο έβδομο αιώνα και ολοκληρώνουν το μοναδικό αυτό εικονογραφικό πρόγραμμα.