Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οι δεσμοφύλακες που έγιναν μάρτυρες του Χριστού
Μέσα στη σκοτεινή φυλακή Μαμερτίνου της Ρώμης, δύο ειδωλολάτρες δεσμοφύλακες είδαν τον απόστολο Πέτρο να βγάζει νερό από βράχο με τη δύναμη της προσευχής. Εκείνη τη στιγμή ο Πρόκεσσος και ο Μαρτινιανός πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίστηκαν μαζί με σαράντα επτά άλλους κρατουμένους της φυλακής. Η ζωή τους άλλαξε ριζικά μέσα στο υγρό και κρύο αυτό κελί, εκεί όπου ο Ρωμαϊκός νόμος έκλεινε τους πιο επικίνδυνους κρατουμένους του κράτους. Παρακολουθούσαν για καιρό τους χριστιανούς αιχμαλώτους και άκουγαν με προσοχή το κήρυγμά τους για τον αληθινό Θεό.
Σιγά σιγά οι καρδιές τους μαλάκωσαν και άρχισαν να αναζητούν τη σωτηρία με όλη τους τη δύναμη. Όταν οδηγήθηκε στη φυλακή ο κορυφαίος απόστολος Πέτρος, η πίστη τους ωρίμασε και έλαβαν από τα ίδια του τα χέρια το άγιο βάπτισμα. Οι δύο νέοι χριστιανοί ένιωσαν αμέσως τη φλόγα της αγάπης του Θεού μέσα στην ψυχή τους. Με τόλμη αποφάσισαν να βοηθήσουν τον απόστολο και άνοιξαν τις πόρτες της φυλακής, ώστε να διαφύγει από τη Ρώμη. Όμως ο ίδιος ο Κύριος τον συνάντησε στον δρόμο και του είπε πως πάλι πορεύεται για να σταυρωθεί.
Με τα λόγια αυτά ο Πέτρος γύρισε πίσω στην πόλη και παραδόθηκε ξανά στους στρατιώτες χωρίς καμία αντίσταση. Στο μεταξύ ο επικεφαλής δεσμοφύλακας Παυλίνος πληροφορήθηκε πως οι υφιστάμενοί του είχαν γίνει χριστιανοί και πάγωσε από την οργή. Κάλεσε αμέσως τους δύο μάρτυρες κοντά του και τους ζήτησε με αυστηρό ύφος να αρνηθούν την πίστη τους. Οι άγιοι όμως ομολόγησαν με παρρησία το όνομα του Χριστού και έφτυσαν το χρυσό άγαλμα του Δία. Εξοργισμένος εκείνος διέταξε να τους χτυπήσουν δυνατά στο πρόσωπο μπροστά σε όλους τους παρευρισκομένους.
Όταν είδε πως δεν λύγιζαν, πρόσταξε νέα και πιο φρικτά βασανιστήρια εναντίον τους. Τους κρέμασαν σε ξύλο μαρτυρίου και έσχισαν τις σάρκες τους με αιχμηρά σιδερένια εργαλεία. Έπειτα έκαψαν τα πλευρά τους με αναμμένες λαμπάδες και τους έριξαν πάλι μέσα στη φυλακή. Οι άγιοι υπέμειναν τους πόνους με θαυμαστή γενναιότητα και δόξαζαν τον Θεό για την τιμή που τους χάρισε. Στις δύσκολες αυτές στιγμές μια ευσεβής αρχόντισσα της Ρώμης, η Λουκίνα, τους επισκεπτόταν κρυφά και τους ενίσχυε με τροφή και θερμά λόγια παρηγοριάς.
Η οργή του Θεού δεν άργησε να αγγίξει τον σκληρό διώκτη των δύο μαρτύρων μέσα στην ίδια του την έπαρση. Λίγο μετά τα φοβερά βασανιστήρια ο Παυλίνος έχασε ξαφνικά το αριστερό του μάτι και βασανιζόταν από πονηρό πνεύμα. Σε τρεις μόνο ημέρες ξεψύχησε μέσα σε φρικτούς πόνους, χωρίς ποτέ να μετανοήσει για τις πράξεις του. Ο γιος του όμως δεν διδάχθηκε από το τέλος του πατέρα του και κινήθηκε με σφοδρό μίσος εναντίον των αγίων. Έσπευσε μάλιστα στον έπαρχο της Ρώμης και απαίτησε να εκτελεστούν αμέσως οι δύο ομολογητές.
Έτσι ο Πρόκεσσος και ο Μαρτινιανός οδηγήθηκαν έξω από τα τείχη της πόλεως και αποκεφαλίστηκαν με ξίφος γύρω στο έτος εξήντα επτά από τη Γέννηση του Χριστού. Η ευλαβής Λουκίνα παρέλαβε με ευλάβεια τα τίμια λείψανά τους και τα ενταφίασε με τιμές που άρμοζαν σε γενναίους μάρτυρες. Σήμερα ο τάφος των δύο αγίων βρίσκεται στο νότιο εγκάρσιο κλίτος της μεγαλειώδους Βασιλικής του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους κάθε χρόνο στις ένδεκα Απριλίου με βαθιά κατάνυξη και ευγνωμοσύνη.