Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Παρθενομάρτυς Θεοδώρα της Τύρου
Μέσα στο σκοτάδι μιας νύχτας, μια κοπέλα δεκαεπτά ετών ρίχτηκε στα βαθιά νερά της θάλασσας, κρατώντας στα χείλη της μόνο το όνομα του Χριστού. Η Θεοδώρα από την Τύρο της Φοινίκης στάθηκε άφοβη μπροστά στον ηγεμόνα Ουρβανό, αρνούμενη με σθένος να απαρνηθεί την πίστη της. Η νεαρή αυτή παρθένος έφερε μέσα της τη χάρη του Θεού, που δίνει αληθινή σοφία στα πιστά παιδιά Του. Η ίδια χάρη χάριζε στους μάρτυρες ανδρεία και τόλμη, ώστε να σταθούν όρθιοι μπροστά στους διώκτες τους.
Όταν παρουσιάστηκε ενώπιον του άρχοντα της Παλαιστίνης, ομολόγησε καθαρά και χωρίς δισταγμό την πίστη της στον Χριστό. Ο τύραννος νόμισε πως θα ήταν εύκολο να μεταπείσει μια κοπέλα τόσο μικρής ηλικίας με υποσχέσεις και κολακείες. Έλπιζε πως η νεότητα θα λύγιζε γρήγορα μπροστά στις γήινες απολαύσεις και στις απειλές της εξουσίας. Συνέβη όμως ακριβώς το αντίθετο από αυτό που περίμενε ο Ουρβανός. Η Θεοδώρα έμεινε ακλόνητη και πιστή στον Νυμφίο της ψυχής της, χωρίς να καμφθεί ούτε στιγμή.
Βλέποντας ο άρχοντας πως οι προσπάθειές του να πείσει την αγία πήγαιναν χαμένες, διέταξε να την υποβάλουν σε σκληρά βασανιστήρια. Η νεαρή αθλήτρια χάρηκε βαθιά μόλις άκουσε την απόφαση του τυράννου να την παραδώσει στα μαρτύρια. Πίστευε πως το πιο λαμπρό και πολύτιμο στεφάνι θα ήταν να υποφέρει για την αγάπη του Χριστού. Έτσι, σαν αληθινή ηρωίδα της πίστεως, δέχτηκε το μαρτύριο χωρίς τον παραμικρό δισταγμό στην ψυχή της. Της ξέσχισαν τα πλευρά και τους μαστούς με σκληρότητα, μα εκείνη υπέμενε τους πόνους με θαυμαστή καρτερία.
Μετά από αυτά τα φρικτά βασανιστήρια, ο Ουρβανός πήγε ξανά κοντά της για να δοκιμάσει την αντοχή της. Ήθελε να δει αν είχε αλλάξει γνώμη η νεαρή κοπέλα από την ένταση του πόνου. Όμως εκείνη, με ενθουσιασμό αγγελικό, του είπε την πιο αγαπημένη φράση όλων των μαρτύρων της Εκκλησίας. Με σταθερή φωνή ομολόγησε ξανά πως είναι χριστιανή και ανήκει ολόκληρη στον Χριστό. Ο τύραννος εξαγριώθηκε ακόμη περισσότερο μπροστά στο ακατάβλητο φρόνημα της νεαρής αυτής παρθένου.
Διέταξε λοιπόν να την πάρουν και να τη ρίξουν στη μέση της φουρτουνιασμένης θάλασσας. Η απόφαση ήταν τελεσίδικη και αμετάκλητη. Μέσα στη νύχτα την οδήγησαν στα ανοιχτά, εκεί όπου τα βαθιά νερά απλώνονταν σιωπηλά και τρομακτικά. Γνωρίζοντας καλά το τέλος που την περίμενε, εκείνη προσευχόταν θερμά με τα μάτια υψωμένα στον ουρανό. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας γεννήθηκε στην ψυχή της το φως μιας ανέκφραστης αγαλλίασης.
Χαιρόταν στη σκέψη πως πολύ σύντομα θα βρισκόταν εκεί όπου βασιλεύει το ανέσπερο φως του Θεού. Η στιγμή που περίμενε με λαχτάρα είχε πια φτάσει στα ήσυχα και απέραντα νερά. Ο σκοτεινός βυθός της θάλασσας θα γινόταν ο τάφος του τιμημένου σώματός της. Πρώτα έκανε το σημείο του σταυρού με ευλάβεια και αγαλλίαση μέσα στην ψυχή της. Έπειτα φώναξε με δυνατή φωνή το γλυκύτατο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Αμέσως μετά οι δήμιοι την έριξαν στα βαθιά νερά, και η ψυχή της παραδόθηκε στα χέρια του Θεού. Ακόμη και οι ίδιοι οι δήμιοι, παρά τη σκληρότητα της ψυχής τους, συγκινήθηκαν από την ανδρεία της κοπέλας. Ας πρεσβεύει η αγία Θεοδώρα στον Χριστό για τη σωτηρία των ψυχών μας.