Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Βλάσιος ο εξ Αμορίου, ο ασκητής του Άθωνα
Στις άγριες ερημιές του Άθωνα, ένας μοναχός λειτουργούσε στο ύπαιθρο και οι ποιμένες άκουγαν αγγέλους να ψάλλουν μαζί του. Τα θηρία του δάσους τον πλησίαζαν με σεβασμό, καθώς εκείνος τρεφόταν μόνο με χόρτα του βουνού και τα θεία λόγια. Ο Όσιος Βλάσιος καταγόταν από το χωριό Απλατιανή του Αμορίου της Μικράς Ασίας, και στον κόσμο ονομαζόταν Βασίλειος. Στις αρχές του ένατου αιώνα μετά Χριστόν άφησε την πατρίδα του και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, αναζητώντας πνευματική ζωή.
Εκεί ο άγιος πατριάρχης Ιγνάτιος τον χειροτόνησε διάκονο στον ναό της Αγίας Σοφίας, όπου υπηρετούσε ήδη ο αδελφός του ως ιερέας. Στη συνέχεια έζησε μια περιπετειώδη φυγή προς τη Βουλγαρία, από την οποία σώθηκε με θαυμαστό τρόπο, και κατευθύνθηκε προς τη Ρώμη. Στην αιώνια πόλη παρέμεινε περίπου δώδεκα χρόνια και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος μέσα στο κοινόβιο του αγίου Καισαρίου. Η ζωή του εκεί ήταν θαυμαστή, καθώς τελούσε σημεία και θαύματα προς ωφέλεια των πιστών αδελφών.
Δύο φορές τον επισκέφθηκε σε όραμα η Θεοτόκος, στηρίζοντας τον αγώνα του και φωτίζοντας τα επόμενα βήματα της πορείας του. Μετά από αυτή την περίοδο στη Ρώμη επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε στη φημισμένη μονή του Στουδίου για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Εκεί συνδέθηκε στενά με ισχυρούς άρχοντες της αυτοκρατορίας, με τον σοφό αυτοκράτορα Λέοντα τον Έκτο και με τον άγιο πατριάρχη Αντώνιο. Παρά τις τιμές και τις γνωριμίες, η ψυχή του ποθούσε την ησυχία και τη μοναχική παλαίστρα μακριά από τον κόσμο.
Γύρω στο οκτακόσια ενενήντα έξι μετά Χριστόν, αναζητώντας μαρτυρικό αγώνα στη μοναξιά, έφτασε στον Άθωνα μαζί με μερικούς μαθητές του. Στις πλαγιές του ιερού βουνού ίδρυσε μικρό μονύδριο, το οποίο φρόντισε με αγάπη και στόλισε πνευματικά. Αφού άφησε διάδοχο έναν από τους μαθητές του, αποσύρθηκε στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του Όρους. Εκεί παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή, χωρίς καμία ανθρώπινη παρηγοριά. Έμενε μόνος στην έρημο και δεν ανησυχούσε ούτε για την τροφή ούτε για τα άγρια θηρία γύρω του.
Σύντομα τα ζώα του δάσους έγιναν φίλοι του και τον πλησίαζαν ήσυχα, αναγνωρίζοντας μέσα του τη χάρη και την πραότητα του Θεού. Στις υπαίθριες λειτουργίες του συλλειτουργούσαν άγγελοι μαζί του, και οι ποιμένες της περιοχής έμεναν έκθαμβοι από τις ουράνιες μελωδίες. Διηγούνταν παντού με δυνατή φωνή σε όλη τη γύρω περιοχή τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του Θεού. Για ολόκληρο τον Άθωνα ο Όσιος ήταν σαν λαμπρό αστέρι που φώτιζε τους πάντες με τα προτερήματα και τις αρετές του.
Το ίδιο το όρος και οι κάτοικοί του ζούσαν με βαθιά ειρήνη, αναπαυόμενοι στις αύρες του Αγίου Πνεύματος μέσω της καθοδήγησής του. Έπειτα από δώδεκα χρόνια σκληρών αγώνων στην έρημο, επέστρεψε στη μονή του Στουδίου, καθώς οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να ταράζουν την ησυχία του. Λίγο αργότερα τον κατέλαβε υψηλός πυρετός, και αφού προείδε με σαφήνεια το τέρμα της επίγειας ζωής του, λειτούργησε για τελευταία φορά. Παρέδωσε τότε την αγία ψυχή του στον Πλάστη του, γύρω στα εννιακόσια εννέα ή εννιακόσια δώδεκα μετά Χριστόν.
Ετάφη με μεγάλη τιμή στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου της μονής Στουδίου, όπου διατηρήθηκε η μνήμη του. Τον ωραίο βίο του κατέγραψε αργότερα Στουδίτης μοναχός, που υπήρξε μαθητής του Λουκά, του πιο αγαπημένου μαθητή του Οσίου.