Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Ιερομάρτυς Κυρίων ο Δεύτερος, Καθολικός Πατριάρχης πάσης Γεωργίας
Βρέθηκε δολοφονημένος μέσα στο ίδιο το πατριαρχικό του κελί, στη μονή Μαρτκόπι, λίγες μόνο εβδομάδες μετά την ανακήρυξη της γεωργιανής ανεξαρτησίας. Είχε αγωνιστεί όλη του τη ζωή για την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Γεωργίας, και πλήρωσε αυτόν τον αγώνα με το ίδιο του το αίμα. Ο κατά κόσμον Γεώργιος Σαντζαγκλισβίλι γεννήθηκε στο χωριό Νικόζι, στην επαρχία Γκόρι, από πατέρα ιερέα. Φοίτησε στην ενοριακή σχολή του Ανανούρι, έπειτα στη θεολογική σχολή του Γκόρι και τέλος στο Σεμινάριο της Τιφλίδας.
Όταν αποφοίτησε από τη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου, διορίστηκε βοηθός κοσμήτορα στο Σεμινάριο της Οδησσού. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε στην εκπαιδευτική ζωή του Γκόρι, του Τελάβι, του Κουταΐσι και της Τιφλίδας με αληθινό ζήλο. Ανέλαβε τη γενική εποπτεία των γεωργιανών μοναστηριών και τη διεύθυνση των σχολείων της Εταιρείας για την Ανανέωση του Χριστιανισμού στον Καύκασο. Διηύθυνε τις ενοριακές σχολές, ίδρυσε μέσα σε αυτές βιβλιοθήκες και συλλογές σπάνιων βιβλίων με ιδιαίτερη φροντίδα.
Δημοσίευσε άρθρα για την ιστορία της γεωργιανής Εκκλησίας, τη λαογραφία και τη λογοτεχνία, με τα ψευδώνυμα Ιβέριελι, Σαντζάγκελοφ και Λιάχβελι, παίρνοντας το όνομα από τον ποταμό της πατρίδας του. Όταν χειροτονήθηκε μοναχός, έλαβε το όνομα Κυρίων και ενθρονίστηκε ηγούμενος στη μονή Κβαμπταχέβι, μικρός ακόμη στην ηλικία. Συνέχισε τις επιστημονικές του μελέτες και εντατικοποίησε τους πνευματικούς του αγώνες με αξιοζήλευτη συνέπεια. Συγκέντρωνε λαογραφικό και εθνογραφικό υλικό και μελετούσε τα κειμήλια των αρχαίων γεωργιανών εκκλησιών με βαθιά αγάπη.
Όσα λειψανοθήκες και χειρόγραφα ανακάλυπτε, τα δώριζε γενναιόδωρα στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Τιφλίδας και στην Εταιρεία Διάδοσης της Παιδείας. Στη συνέχεια δημοσίευσε μια λεπτομερή περιγραφή των ιστορικών μνημείων του φαραγγιού Λιάχβι. Το έργο του αποτελεί πολύτιμη πηγή για τους μελετητές και τους ιστορικούς της γεωργιανής παράδοσης. Τα περισσότερα από τα μνημεία που περιέγραψε γκρεμίστηκαν τα επόμενα χρόνια από ιδεολογικούς και εθνικούς εχθρούς της πατρίδας του.
Αργότερα έγινε μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας της Μόσχας και διεύρυνε ακόμη περισσότερο τους επιστημονικούς του ορίζοντες. Τον Αύγουστο του ίδιου εκείνου έτους χειροτονήθηκε επίσκοπος Αλαβέρδι και ανέλαβε νέα ευθύνη. Άρχισε αμέσως την ανοικοδόμηση του ναού του Αλαβέρδι και διέθεσε τους δικούς του προσωπικούς πόρους για το μεγάλο εκείνο εγχείρημα. Συγχρόνως μελετούσε τα αρχαία κειμήλια του Κακέτι και του Χερέτι, στην ανατολική Γεωργία, με αδιάκοπη επιστημονική περιέργεια και ζήλο.
Ανάμεσα στα χειρόγραφα που παρέδωσε στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Τιφλίδας υπήρχε ένα Ιερό Ευαγγέλιο, άγνωστο μέχρι τότε στους μελετητές. Ως ακάματος ερευνητής, ο επίσκοπος Κυρίων είχε εξαιρετικά ευρύ φάσμα επιστημονικών ενδιαφερόντων και βαθιά καλλιέργεια. Στην πένα του ανήκουν πάνω από σαράντα μονογραφίες για διάφορα θέματα της ιστορίας της γεωργιανής Εκκλησίας και του χριστιανικού πολιτισμού. Συνέταξε ένα σύντομο ορολογικό λεξικό της αρχαίας γεωργιανής γλώσσας και, μαζί με τον γλωσσολόγο Γκρίγκολ Κιπσίντζε, μία Ιστορία της Γεωργιανής Φιλολογίας.
Παράλληλα αγωνίστηκε σθεναρά εναντίον της οικειοποίησης γεωργιανών εκκλησιών από τους Αρμένιους μονοφυσίτες της εποχής του. Απέστειλε λεπτομερές υπόμνημα στον Ρώσο έξαρχο της Γεωργίας και ζητούσε την επιστροφή των ορθοδόξων ναών που είχαν δημευθεί. Λίγα χρόνια αργότερα διορίστηκε επίσκοπος Γκόρι και η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα. Έγινε φανερό στην εξαρχία ότι οι μορφωμένοι και προοδευτικοί κληρικοί στήριζαν τον ιεράρχη Κυρίωνα και αμφισβητούσαν την κατάργηση της αυτοκεφαλίας.
Η ρωσική κυβέρνηση βρήκε διέξοδο μεταθέτοντάς τον συχνά σε διάφορα μέρη της απέραντης αυτοκρατορίας. Τον έστειλαν στη Χερσώνα, ύστερα στο Όρελ και κατόπιν στο Σοχούμι, μακριά από την αγαπημένη του πατρίδα. Στο Σοχούμι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την αναστήλωση των ιστορικών γεωργιανών ναών και μοναστηριών. Πολύ σύντομα όμως μετατέθηκε ξανά, αυτή τη φορά στη μητρόπολη του Κοβνό, μακριά από τους ομοεθνείς του. Στο μεταξύ, με την πίεση της γεωργιανής διανόησης και του αγίου Ηλία του Δικαίου, σχηματίστηκε ειδική επιτροπή για την αυτοκεφαλία.
Ο άγιος Κυρίων παρουσίασε δύο εμπεριστατωμένες εισηγήσεις, για τους λόγους του αγώνα και για τον ρόλο της εθνικής ταυτότητας στην Εκκλησία. Η επιτροπή απέρριψε τα γεωργιανά αιτήματα και υπέβαλε τους πρωτεργάτες του κινήματος σε σκληρές διώξεις. Όταν δολοφονήθηκε ο άγιος Ηλίας ο Δίκαιος, η κυβέρνηση απαγόρευσε στον Κυρίωνα να ταξιδέψει στη Γεωργία για το τελευταίο χαίρε. Κατάφερε μόνο να στείλει ένα συγκινητικό γράμμα παρηγοριάς στους οικείους του δολοφονημένου πνευματικού του φίλου.
Τους επόμενους μήνες το καθεστώς έσφιξε ακόμη περισσότερο τον κλοιό γύρω από τον αδιάλλακτο ιεράρχη. Κατηγορήθηκε ψευδώς ότι συνωμότησε στη δολοφονία του εξάρχου Νίκωνα, καθαιρέθηκε από τον βαθμό του επισκόπου και συνελήφθη. Η ύπουλη αυτή πράξη ξεσήκωσε την αγανάκτηση όχι μόνο των Γεωργιανών αλλά και πολλών πιστών της Ρωσίας. Ακόμη και δημοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης ίδρυσαν σωματείο για την προστασία των δικαιωμάτων του και ζητούσαν την αποφυλάκισή του.
Ο ίδιος ο επίσκοπος σήκωνε ταπεινά τον σταυρό των διωγμών του και παρηγορούσε όσους τον συμπονούσαν με βαθιά πραότητα. Θυμόταν τα λόγια του μεγάλου Γεωργιανού ποιητή Σότα Ρουσταβέλι, ότι κανένα ρόδο δεν κόβεται χωρίς αγκάθια στον κόσμο. Δίδασκε ότι πρέπει να βαστάζουν τον πόνο με αγάπη, αφού ο πόνος είναι καρπός της αγάπης. Μέσα στη δοκιμασία, έλεγε, βρίσκει κανείς την αληθινή του δύναμη και την πραγματική του ελευθερία. Έπειτα από πολλά χρόνια το καθεστώς σταμάτησε επιτέλους τις διώξεις, του απέδωσε τον επισκοπικό βαθμό και τον τίμησε.
Τον ανύψωσε σε αρχιεπίσκοπο του Πόλοτσκ και του Βίτεμπσκ, σε περιοχές της δυτικής Ρωσίας μακριά από τους δικούς του. Δεν του επέτρεψαν όμως να επιστρέψει στην αγαπημένη του πατρίδα, παρά τις θερμές παρακλήσεις και τα αιτήματα. Όταν η Εκκλησία της Γεωργίας ανακήρυξε αποκαταστημένη την αυτοκεφαλία της, ο άγιος Κυρίων επέστρεψε στους δικούς του. Στο φαράγγι του Αραγκβί τον υποδέχτηκαν εκατόν είκοσι ιππείς και τον συνόδευσαν με σεβασμό μέχρι την πρωτεύουσα.
Στην Τιφλίδα ο λαός τον υποδέχτηκε με ασύλληπτες τιμές, σαν να επέστρεφε ένας πατέρας στο σπίτι του ύστερα από μακρά εξορία. Η Ιερά Σύνοδος της Γεωργιανής Ορθόδοξης Εκκλησίας τον ενθρόνισε Καθολικό Πατριάρχη πάσης Γεωργίας στον επιβλητικό καθεδρικό του Σβετιτσχοβέλι. Στον λόγο του στράφηκε προς το έθνος του ως αγαπημένη πατρίδα, προστατευόμενη από την Υπεραγία Θεοτόκο και καθαρισμένη μέσα από δοκιμασίες. Είπε ότι επιστρέφει όχι ως άσωτος υιός, αλλά ως έμπιστος φύλακας και ως η ίδια η συνείδηση της γεωργιανής Εκκλησίας.
Θύμισε στους πιστούς τα λόγια του Κυρίου, ότι ήρθε όχι για να διακονηθεί, αλλά για να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του. Δήλωσε ότι και ο ίδιος έρχεται όχι ως μισθωτός εργάτης, αλλά ως πιστός και υπάκουος υιός της πατρίδας του. Λίγο αργότερα απέστειλε εκκλητική επιστολή προς όλους τους ορθοδόξους πατριάρχες της οικουμένης, με λεπτομερή ιστορία της Εκκλησίας. Ζητούσε την επίσημη αναγνώριση της αυτοκεφαλίας από τα πρεσβυγενή πατριαρχεία και τις αδελφές ορθόδοξες Εκκλησίες.
Όταν η Γεωργία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, την επομένη ο πατριάρχης Κυρίων προέστη δοξολογίας ευχαριστίας. Ο πρωθιεράρχης και το ποίμνιό του χαίρονταν για την αυτοκεφαλία και την κρατική ανεξαρτησία, αλλά ένιωθαν ήδη τον κίνδυνο. Η σοσιαλιστική επανάσταση φανέρωνε σιγά σιγά το αληθινό της πρόσωπο και απειλούσε τη νεαρή δημοκρατία και την Εκκλησία. Λίγο πριν συμπληρωθεί μήνας από τη δοξολογία της ανεξαρτησίας, ο πατριάρχης βρέθηκε δολοφονημένος στο κελί του στο Μαρτκόπι.
Η ανάκριση υπήρξε απλή τυπική διαδικασία και οι ένοχοι του φρικτού εκείνου εγκλήματος δεν βρέθηκαν ποτέ. Διαδόθηκαν μάλιστα κακόβουλες φήμες ότι ο άγιος Κυρίων είχε αυτοκτονήσει, για να καλυφθούν οι πραγματικοί δολοφόνοι. Όμως ο λαός ποτέ δεν πίστεψε τα ψεύδη και κράτησε ζωντανή τη μνήμη του ως αληθινού ιερομάρτυρα. Όταν συνήλθε η Ιερά Σύνοδος της Γεωργιανής Αποστολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον κατέταξε επίσημα στο αγιολόγιο της Εκκλησίας. Η ζωή του υπήρξε αδιάκοπη διακονία στην παιδεία, στην επιστήμη, στην ιστορία της Εκκλησίας και στην ποιμαντική μέριμνα.
Συνδύασε με σπάνιο τρόπο τη βαθιά πνευματικότητα με τη συστηματική επιστημονική έρευνα της εκκλησιαστικής παράδοσης. Αγωνίστηκε για την ελευθερία και την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας του χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς να φοβηθεί τις απειλές. Υπέφερε εξορίες, κατηγορίες, καθαίρεση και φυλάκιση, αλλά παρέμεινε σταθερός στην πίστη και στη μαρτυρία του. Στη συνείδηση των Γεωργιανών έμεινε ως πατέρας του έθνους, ως υπερασπιστής της Εκκλησίας και ως μάρτυρας του Χριστού. Η μνήμη του τιμάται με κατάνυξη, ενώ ο τόπος της μαρτυρικής του τελειώσεως παραμένει προσκύνημα ευλάβειας.
Δεύτερη διήγηση
Σε εποχή ιδιαιτέρως σκοτεινή για την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Γεωργίας, ο πιστός υπερασπιστής των δικαίων της έπεσε νεκρός μέσα στο ίδιο το πατριαρχικό κελί του χωρίς ποτέ να αποκαλυφθεί ο πραγματικός δολοφόνος. Ολόκληρη η ζωή του ιερομάρτυρος Κυρίωνος υπήρξε συνεχής αγώνας υπέρ της ορθοδόξου παραδόσεως και της εθνικής ταυτότητος του ποιμνίου του. Γεννήθηκε στο μικρό ορεινό χωριό Νικόζι της επαρχίας Γκόρι κατά τη διάρκεια του χιλιοστού οκτακοσιοστού πεντηκοστού πέμπτου έτους από την κατά σάρκα γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Ο πατέρας του υπηρετούσε ως ιερεύς της εκκλησιαστικής επαρχίας και ενέπνευσε τον μικρό Γεώργιο Σαντζαγκλισβίλι προς την αγαπημένη ζωή της Εκκλησίας.
Φοίτησε αρχικά στο ενοριακό σχολείο της κωμοπόλεως Ανανούρι και κατόπιν στη θεολογική σχολή της επαρχιακής πόλεως Γκόρι. Ολοκλήρωσε τις βασικές θεολογικές σπουδές του στο φημισμένο Ιερατικό Σεμινάριο της πρωτεύουσας Τιφλίδος και ταξίδεψε προς τη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Έλαβε το πτυχίο του κατά τη διάρκεια του χιλιοστού οκτακοσιοστού ογδοηκοστού έτους και ανέλαβε αμέσως καθήκοντα βοηθού κοσμήτορος στη Θεολογική Σχολή της μεγάλης πόλεως Οδησσού. Διακρίθηκε ήδη από την αρχή της σταδιοδρομίας του για την αγάπη του προς τη μελέτη και την έρευνα των πατερικών κειμένων.
Ο νεαρός θεολόγος υπήρξε προικισμένος με σπάνια χαρίσματα και βαθιά πίστη προς την παράδοση των πατέρων της Εκκλησίας. Από τα πρώτα έτη της εκκλησιαστικής διακονίας του εκδηλώθηκε η μεγάλη αγάπη του προς την παιδεία και την ιστορία της γεωργιανής Εκκλησίας. Διετέλεσε επόπτης πολλών γεωργιανών μοναστηριών και κοσμήτωρ των σχολείων της Εταιρείας προς Ανανέωσιν του Χριστιανισμού στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου. Ίδρυσε αξιόλογες βιβλιοθήκες και πλούσιες συλλογές σπανίων εντύπων μέσα στα ενοριακά σχολεία ολοκλήρου της εκκλησιαστικής επαρχίας του.
Συνέταξε ακόμη πολυάριθμα μελετήματα και άρθρα για την ιστορία, τη λαογραφία και τη λογοτεχνία της αγαπημένης πατρίδος του υπό διάφορα ψευδώνυμα. Πολύτιμα χειρόγραφα και σπανιότατα αντικείμενα δωρήθηκαν με προσωπικές δαπάνες στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της πρωτεύουσας Τιφλίδος και σε άλλους εκκλησιαστικούς θησαυροφύλακες. Εκείνη ακριβώς την περίοδο της εντόνου εκκλησιαστικής δράσεως δέχθηκε το αγγελικό μοναχικό σχήμα και έλαβε το όνομα Κυρίων κατά τη μοναχική κουρά. Ενθρονίστηκε λίγο αργότερα ηγούμενος της ιστορικής μονής Κβαπταχέβι και ενέτεινε ταυτόχρονα τις πνευματικές και επιστημονικές προσπάθειές του προς αμφότερες τις κατευθύνσεις.
Συγκέντρωσε ακόμη πλουσιότατο λαογραφικό και εθνογραφικό υλικό και μελέτησε σπάνια αντικείμενα από τους αρχαίους ναούς της Γεωργίας με ιδιαίτερη φιλοπονία. Δημοσίευσε άρθρα στα γεωργιανά εκκλησιαστικά περιοδικά για την προστασία της κληρονομιάς της πατρώας Εκκλησίας από τους εχθρούς της. Ασχολήθηκε επίσης ενεργά με τη διάσωση πολυτίμων κειμηλίων που είχαν ξεχαστεί στα αρχαία μοναστικά κέντρα της εκκλησιαστικής επαρχίας του. Αναζήτησε διαρκώς αυθεντικές πηγές της γεωργιανής εκκλησιαστικής παραδόσεως μεταξύ των απομακρυσμένων ορεινών κοινοτήτων του ποιμνίου του.
Το έργο του ως ερευνητού των αρχαίων γεωργιανών μνημείων υπήρξε ιδιαιτέρως πολύτιμο και διασώζει σήμερα μνήμες πολυτίμων χαμένων μνημείων του παρελθόντος. Δημοσίευσε αξιόλογη περιγραφή των ιστορικών μνημείων του φαραγγιού του Λιάχβι, η οποία θεωρείται βασική πηγή πληροφοριών για όσους ερεύνησαν αργότερα την περιοχή. Πολλά από αυτά τα μνημεία κατεστράφησαν μετέπειτα από εχθρούς της Εκκλησίας και του γεωργιανού έθνους κατά τη διάρκεια των επομένων δυσχερών ετών. Κατά τη διάρκεια του χιλιοστού οκτακοσιοστού ενενηκοστού ογδόου έτους χειροτονήθηκε επίσκοπος Αλαβέρδι και ανέλαβε αμέσως με μεγάλο ζήλο την ανακαίνιση του ναού.
Διέθεσε ίδιους πόρους για το έργο της αναστηλώσεως και ξεκίνησε ταυτόχρονα συστηματική μελέτη των αρχαίων κειμηλίων της Καχετίας και της Χερετίας. Παρέδωσε στο Εκκλησιαστικό Μουσείο μεταξύ άλλων ένα Ιερό Ευαγγέλιο γραμμένο κατά τον ενδέκατο αιώνα, εντελώς άγνωστο μέχρι τότε στους ερευνητές της εποχής. Συνέγραψε επίσης περισσότερες από σαράντα αξιόλογες μελέτες πάνω σε ζητήματα ιστορίας της γεωργιανής Εκκλησίας και του χριστιανικού πολιτισμού στη Γεωργία γενικότερα. Συνέταξε ακόμη ένα μικρό λεξικό όρων της αρχαίας γεωργιανής γλώσσας μαζί με τον γνωστό γλωσσολόγο Γρηγόριο Κιπσίντζε.
Έγινε επίσης τιμητικό μέλος της φημισμένης Αρχαιολογικής Εταιρείας της Μόσχας μετά τις πολυετείς αξιόλογες ερευνητικές εργασίες του. Συγκαταλεχθηκε ακόμη μεταξύ των πλέον αξιόλογων ερευνητών της εκκλησιαστικής ιστορίας του ευρύτερου Καυκάσου κατά τη διάρκεια εκείνων των ετών. Η ποιμαντική και επιστημονική του προσφορά αποτελεί ζωντανή παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενεές της γεωργιανής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στις αρχές του εικοστού αιώνος ο Κυρίων αντιμετώπισε με αξιοθαύμαστο σθένος τις διάφορες επιθέσεις κατά της εκκλησιαστικής περιουσίας του ποιμνίου του.
Πολέμησε σθεναρώς την οικειοποίηση γεωργιανών ορθοδόξων ναών από τους Αρμενίους Μονοφυσίτες και ζήτησε επισήμως την επιστροφή τους στους πιστούς. Απέστειλε λεπτομερές υπόμνημα προς τον ρώσο έξαρχο της Γεωργίας απαιτώντας την άμεση επιστροφή των ορθοδόξων ναών στους κανονικούς ποιμένες. Κατά τη διάρκεια του χιλιοστού εννιακοσιοστού πρώτου έτους ενθρονίστηκε επίσκοπος της επαρχίας Γκόρι και ανεδείχθη σύμβολο του αγώνος υπέρ της αυτοκεφαλίας. Η ρωσική κυβέρνηση τον μετέθετε διαρκώς σε διάφορες απομακρυσμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας προκειμένου να τον απομακρύνει από το γεωργιανό ποίμνιο.
Πέρασε διαδοχικά από την μακρινή Χερσώνα, το Ορέλ, το Σοχούμι και τέλος τη Λιθουανία υπηρετώντας πάντοτε με μεγάλη ταπείνωση. Στο απομακρυσμένο Σοχούμι εργάστηκε με συστηματικό τρόπο για την αναστήλωση των ιστορικών γεωργιανών ναών και μονών της ιστορικής περιοχής. Συκοφαντήθηκε χυδαία κατά τη διάρκεια του χιλιοστού εννιακοσιοστού ογδόου έτους ως δήθεν συνωμότης στη δολοφονία του εξάρχου Νίκωνος και φυλακίστηκε αδίκως. Στερήθηκε επισήμως τον επισκοπικό του βαθμό και υπέστη πολυετείς διωγμούς από τις ρωσικές πολιτικές αρχές της εποχής εκείνης.
Η αδικία αυτή προκάλεσε μεγάλη αγανάκτηση τόσο μεταξύ του γεωργιανού όσο και μεταξύ του ρωσικού ορθοδόξου ποιμνίου της εποχής. Η σθεναρή και θεοφιλής υπομονή του Κυρίωνος μέσα στη σκοτεινή φυλακή προκάλεσε μεγάλη αγανάκτηση μεταξύ των πιστών της Γεωργίας και της Ρωσίας. Ακόμη και δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης συνέλεξαν υπογραφές απαιτώντας την άμεση απελευθέρωση του αδίκως διωκομένου ορθοδόξου ιεράρχου. Ο ίδιος δεχόταν τους διωγμούς με ταπεινό φρόνημα και παρηγορούσε τους συμπαθούντας με τα φωτεινά λόγια του ποιητή Σότα Ρουσταβέλι.
Μέχρι το χιλιοστό εννιακοσιοστό δέκατο πέμπτο έτος αποκαταστάθηκε επισήμως ως επίσκοπος και ονομάστηκε αρχιεπίσκοπος των πόλεων Πολότσκ και Βιτέμπσκ. Δεν του επιτράπηκε όμως η επιστροφή στην αγαπημένη πατρίδα του παρά μόνον μετά την οριστική πτώση του τσαρικού καθεστώτος. Επανήλθε θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα Τιφλίδα συνοδευόμενος από εκατόν είκοσι ιππείς που τον υποδέχθηκαν στο φαράγγι του ιστορικού ποταμού Αραγκβί. Ενθρονίστηκε επισήμως Καθολικός Πατριάρχης πάσης Γεωργίας τον Σεπτέμβριο του χιλιοστού εννιακοσιοστού δεκάτου εβδόμου έτους από τον Σωτήρα Χριστόν.
Στις είκοσι επτά Ιουνίου του επομένου ευλογημένου έτους βρέθηκε νεκρός μέσα στο πατριαρχικό κελί της ιστορικής μονής Μαρτκόπι. Η Σύνοδος της Γεωργιανής Ορθοδόξου Εκκλησίας τον κατέταξε επισήμως μεταξύ των αγίων κατά τη διάρκεια του δισχιλιοστού δευτέρου έτους από Χριστού γεννήσεως. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις είκοσι επτά Ιουνίου από ολόκληρη την ορθόδοξη γεωργιανή Εκκλησία.