Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οι ασκητές της συριακής ερήμου Ιωάννης, Αντίοχος, Αντωνίνος και Μωυσής
Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια έζησε ο όσιος Ιωάννης πάνω σε έναν γυμνό λόφο, χωρίς στέγη, χωρίς δέντρο, χωρίς καμιά παρηγοριά από τη φύση. Όταν κάποιος φύτεψε μια αμυγδαλιά για να του χαρίσει λίγη σκιά, εκείνος ζήτησε αμέσως να την κόψουν, για να μη βρει ποτέ ανάπαυση το σώμα του. Η ασκητική αυτή μορφή έζησε στη Συρία τον πέμπτο αιώνα και υπήρξε μαθητής του οσίου Λιμναίου, που ασκήτευε στα περίχωρα του χωριού Τάργαλα. Από εκείνον διδάχθηκε τον τρόπο της σκληρής και ανυπόκριτης άσκησης, και τον ακολούθησε με πιστότητα σε όλη του τη ζωή.
Διάλεξε για κατοικία του έναν λόφο δίπλα σε ποτάμι, εντελώς εκτεθειμένο στους ανέμους από κάθε πλευρά. Δεν είχε ούτε καλύβα ούτε σπήλαιο, μόνο τον ουρανό από πάνω του και τη γη κάτω από τα πόδια του. Σε όλα αυτά τα χρόνια έτρωγε μόνο ψωμί και αλάτι, ενώ φορούσε ένα τραχύ ένδυμα από μαλλί προβάτου. Το σώμα του ήταν φορτωμένο με βαριές σιδερένιες αλυσίδες, που τον πίεζαν μέρα και νύχτα χωρίς καμία ανακούφιση. Κάτω από τον φλογερό ήλιο της Συρίας ο όσιος Ιωάννης δεν αναζήτησε ποτέ ψυχρό νερό ούτε δροσερή σκιά για το ταλαιπωρημένο κορμί του.
Όταν ο επισκέπτης που φύτεψε την αμυγδαλιά είδε το δέντρο να μεγαλώνει και να ρίχνει σκιά πάνω στον άγιο, χάρηκε για την παρηγοριά που του πρόσφερε. Ο όσιος όμως δεν δέχθηκε καμιά ανακούφιση και ζήτησε να κοπεί αμέσως το δέντρο, για να μη βρεθεί πουθενά γύρω του τόπος δροσιάς. Έτσι ασκήτευε ώσπου παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο μέσα σε αυτή τη σκληρή πολιτεία. Κοντά στον όσιο Ιωάννη άναψε η ίδια φλόγα αγάπης για την άσκηση και στην καρδιά του οσίου Μωυσή.
Εκείνος ανέβηκε σε μια κορυφή βουνού, που υψωνόταν πάνω από το χωριό Ραμά, και ακολούθησε τον ίδιο τρόπο ζωής χωρίς στέγη. Είχε για πρότυπο τον άγιο Ιωάννη και προσπαθούσε να τον μιμηθεί σε όλα, στην τροφή, στην ένδυση και στην ολονύκτια προσευχή. Ποτέ δεν αναζήτησε ανθρώπινη ανάπαυση, αλλά παρέμεινε σταθερός στον αγώνα του μέχρι το τέλος της επίγειας πορείας του. Σε έναν άλλο ερημικό τόπο της Συρίας ο όσιος Αντίοχος, ήδη γέροντας στην ηλικία, ύψωσε γύρω του έναν απλό φράχτη και άρχισε τον δικό του αγώνα μέσα στην ύπαιθρο.
Δεν έχτισε σπίτι, δεν αναζήτησε στέγη, αλλά παρέμεινε εκτεθειμένος στα στοιχεία της φύσης για χάρη του Χριστού. Κοντά του εγκαταστάθηκε και ο όσιος Αντωνίνος, γέροντας και αυτός, που σε όλα μιμήθηκε με ακρίβεια τον συνασκητή του. Είχαν την ίδια ξηρή τροφή, την ίδια φτωχή ενδυμασία, την ίδια αγρυπνία και τις ίδιες αδιάκοπες προσευχές μέρα και νύχτα. Ούτε τα προχωρημένα χρόνια ούτε οι φυσικές αδυναμίες του γήρατος μπόρεσαν να λυγίσουν την αντοχή των δύο γερόντων.
Υπέμεναν με υπομονή κάθε δυσκολία της ασκητικής ζωής, σαν να ένιωθαν μέσα τους νεανική δύναμη και ακμή. Αγωνίζονταν για να ευαρεστήσουν τον Θεό με τόσο ζήλο, ώστε φαίνονταν ασύγκριτα νεότεροι από την πραγματική τους ηλικία. Μέσα σε αυτούς τους αγώνες παρέδωσαν και οι δύο ειρηνικά τις ψυχές τους στον Κύριο. Στους κόπους της νηστείας και της σωματικής άσκησης εργάστηκαν εξίσου με τον όσιο Ιωάννη, τον μεγάλο πρότυπο της ασκητικής Συρίας. Η μνήμη τους τιμάται από την Εκκλησία στις είκοσι τρεις Φεβρουαρίου κάθε χρόνου.