Ο Άγιος Μαυρίκιος και η συνοδεία των εβδομήντα μαρτύρων

Εικόνα: Ο Άγιος Μαυρίκιος και η συνοδεία των εβδομήντα μαρτύρων

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Ο Άγιος Μαυρίκιος και η συνοδεία των εβδομήντα μαρτύρων

Δέκα ολόκληρα μερόνυχτα δεμένοι σε δέντρα, αλειμμένοι με μέλι, παραδόθηκαν στα σμήνη των εντόμων μέσα σε ένα ελώδες τοπίο της Απάμειας. Μπροστά στα μάτια του πατέρα του, ο νεαρός Φωτεινός αποκεφαλίστηκε, και ο Μαυρίκιος αντί να λυγίσει γέμισε χαρά για το στεφάνι του παιδιού του. Ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός Γαλέριος είχε αναλάβει ο ίδιος να περιοδεύει τις ανατολικές επαρχίες, θυσιάζοντας στα είδωλα και πιέζοντας τους πάντες να επιστρέψουν στην παλιά πλάνη.

Φτάνοντας στη συριακή Απάμεια, οι ιερείς των ειδώλων τον πλησίασαν και κατηγόρησαν τον στρατιωτικό διοικητή Μαυρίκιο μαζί με εβδομήντα στρατιώτες του. Τους παρουσίασαν ως αχάριστους που, ενώ είχαν τιμές και δώρα, περιφρονούσαν τον Δία και τον Απόλλωνα. Ο θυμός του αυτοκράτορα άναψε σαν φλόγα καμινιού, καθώς δεν ανεχόταν τέτοιους άντρες μέσα στα τάγματά του. Διέταξε αμέσως να στηθεί δικαστήριο σε δημόσιο χώρο της πόλης, κοντά στη βόρεια πύλη που ονομαζόταν Αμαξική.

Ήθελε όλος ο λαός να γίνει μάρτυρας της δίκης και να δει την τύχη όσων αντιστέκονταν στα προστάγματα. Έτσι, σε επίσημη ημέρα, με πλήθος συγκεντρωμένο, οδηγήθηκαν οι άγιοι μάρτυρες μπροστά του. Ο Μαξιμιανός θύμισε στον Μαυρίκιο τις τιμές και τους μισθούς που είχε λάβει, και ζήτησε να γίνει υπόδειγμα υπακοής στα είδωλα. Ο άγιος όμως απάντησε με παρρησία ότι ποτέ δεν δέχτηκε χάρες από τους ψεύτικους θεούς, ούτε επρόκειτο να τιμήσει κωφά και αναίσθητα αγάλματα.

Δόξαζε μόνο τον αληθινό Θεό, τον δημιουργό του ουρανού και της γης, και αρνιόταν να ονομάσει θεούς τα δαιμόνια που οδηγούσαν τους ανθρώπους στην απώλεια. Ο αυτοκράτορας τότε ξεχώρισε τον Μαυρίκιο και στράφηκε με γλυκά λόγια στους εβδομήντα στρατιώτες, ελπίζοντας πως θα τους έπειθε. Ο Θεοδώρητος και ο Φίλιππος μίλησαν εξ ονόματος όλων, ομολογώντας την πίστη στην Αγία Τριάδα, στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Δήλωσαν ότι αποστρέφονται την ασέβεια του αυτοκράτορα και αφήνουν πρόθυμα τον επίγειο στρατιωτικό βαθμό, για να καταταγούν στον στρατό του Βασιλέως των δυνάμεων.

Ο γέροντας Φίλιππος αρνήθηκε να γίνει σκάνδαλο για τους συντρόφους του, θυμίζοντας τα λόγια του Κυρίου για όποιον σκανδαλίζει. Όλοι μαζί κήρυξαν ότι δεν τους τρομάζει καμία απειλή, γιατί στην ψυχή που αγαπά τον Χριστό δεν χωράει φόβος. Ο τύραννος, εξοργισμένος, διέταξε να τους αφαιρέσουν ζώνες και στρατιωτικές στολές, για να τους ταπεινώσει δημόσια ως ανυπάκουους. Οι άγιοι όμως αποκρίθηκαν ότι ο Θεός των ουρανών θα τους έντυνε με ζώνες και στολές αφθαρσίας, εφόσον στον αυτοκράτορα ενεργούσε ο σατανάς.

Έπειτα από τριήμερη φυλάκιση και κοινή προσευχή για φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα, οδηγήθηκαν πάλι στο βήμα της Αμαξικής πύλης. Εκεί στάθηκε ανάμεσά τους ο νεαρός Φωτεινός, γιος του Μαυρικίου κατά σάρκα και κατά πνεύμα, ο οποίος δήλωσε με θάρρος το όνομά του και την ρωμαϊκή του καταγωγή. Ομολόγησε ότι έλαβε από τον πατέρα του τη γνώση του αληθινού Θεού και ντρόπιασε ανοιχτά την ειδωλολατρία του Μαξιμιανού. Τότε διατάχθηκε φοβερή μαστίγωση με νεύρα βοδιών, και τα σώματα των μαρτύρων ποτίστηκαν με αίμα.

Ακολούθησε μεγάλη φωτιά, μέσα στην οποία οι άγιοι μπήκαν μόνοι τους και περπατούσαν άθικτοι, σαν να βάδιζαν πάνω σε νερό. Όλος ο λαός εξεπλάγη από το θαύμα, όμως ο αυτοκράτορας δεν αναγνώρισε τη δύναμη του Θεού. Διέταξε αμέσως να ξεσχίσουν τις σάρκες τους με σιδερένια νύχια πάνω σε ξύλα. Βλέποντας τον νεαρό Φωτεινό να αντέχει με γενναιότητα όσα δεν άντεχαν ώριμοι άντρες, ο Μαυρίκιος κατηγόρησε τον Μαξιμιανό για αδυναμία, αφού νικιόταν από ένα μικρό παιδί.

Ο αυτοκράτορας, τρίζοντας τα δόντια, πρόσταξε τον αποκεφαλισμό του νεαρού μπροστά στα μάτια του πατέρα, για να συντρίψει ψυχικά τον διοικητή. Όμως ο Μαυρίκιος γέμισε αγαλλίαση, καθώς έβλεπε τον γιο του να προπορεύεται στον ουρανό. Είπε μάλιστα στον τύραννο πως πλέον δεν απείχε ούτε η δική τους αναχώρηση, και τον προκάλεσε να επινοήσει σκληρότερα βασανιστήρια. Τότε ένας από τους πιο απάνθρωπους συμβούλους πρότεινε ένα μέρος έξω από την πόλη, ανάμεσα σε δύο ποτάμια και μια λίμνη, γεμάτο κουνούπια, σφήκες και αλογόμυγες.

Πρότεινε να γυμνώσουν τους μάρτυρες, να τους αλείψουν με μέλι και να τους δέσουν στα δέντρα δίπλα στο βάλτο. Η ιδέα άρεσε στον Μαξιμιανό και η απόφαση εκτελέστηκε αμέσως. Έριξαν επιπλέον μπροστά στον πατέρα το σώμα του Φωτεινού, για επιπλέον οδύνη. Πλήθος εντόμων κάλυψε τους αγίους σαν πυκνό σύννεφο, και τους κεντούσαν ανελέητα μέρα και νύχτα. Οι μάρτυρες ύψωσαν τα μάτια τους και προσευχήθηκαν στον Θεό της αλήθειας.

Δέκα ολόκληρες ημέρες και δέκα νύχτες υπέμειναν εκείνο το αβάσταχτο μαρτύριο, παρακαλώντας τον Κύριο να τους συγκαταριθμήσει με όλους τους αγίους που από αιώνες ευαρέστησαν ενώπιόν του. Παρέδωσαν τέλος τις ψυχές τους στον Κύριο και έλαβαν στεφάνια αιώνιας δόξας, αφήνοντας τη γη για την ατελεύτητη ζωή της βασιλείας. Ο Μαξιμιανός όμως δεν καταλάγιασε ούτε μετά τον θάνατό τους. Διέταξε να αποκεφαλιστούν τα ιερά σώματα και να μείνουν άταφα, σκορπισμένα στο λιβάδι και στη δρυωσιά γύρω από το βάλτο.

Θεωρούσε πως έτσι θα τους ταπείνωνε ακόμα και νεκρούς, παραδίδοντάς τους στα πουλιά και στα θηρία ως τροφή. Όμως μερικοί πιστοί ήρθαν νύχτα, με φόβο και τρόμο, και μάζεψαν με ευλάβεια τα διασκορπισμένα λείψανα. Τα ενταφίασαν στον ίδιο τόπο του μαρτυρίου, δοξάζοντας τον Κύριο Ιησού Χριστό μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Ο άγιος Μαυρίκιος ήταν στρατιωτικός διοικητής στη συριακή Απάμεια και έπαθε για τον Χριστό περί το έτος τριακόσια πέντε, επί Μαξιμιανού Γαλερίου. Από τους εβδομήντα στρατιώτες σώθηκαν μόνο τα ονόματα του Θεοδώρητου και του Φιλίππου. Η μνήμη τους τιμάται στις είκοσι δύο Φεβρουαρίου.

Το διάβασαν9μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Μάρτυρες
Επισκέπτες σήμερα: … Συνολικές επισκέψεις: …