Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής, ο μετανοημένος ερημίτης
Ένας ασκητής που έζησε δέκα πέντε ολόκληρα χρόνια μέσα σε ένα σπήλαιο, βυθίστηκε ξαφνικά στο σκοτάδι του πιο φρικτού εγκλήματος. Σκότωσε μια κοπέλα και τον μικρό αδελφό της, και έπειτα έγινε ο άνθρωπος που έφερε τη βροχή στη γη. Ο Όσιος Ιάκωβος ασκήτευε κοντά στην κωμόπολη Πορφυρεώνη, παραδομένος σε κάθε είδος κακουχίας και σκληρής πνευματικής εργασίας. Η φήμη της αρετής του απλώθηκε γρήγορα στα γύρω μέρη και προκάλεσε τον φθόνο μερικών ακόλαστων ανθρώπων.
Εκείνοι έστειλαν στο κελί του μια πόρνη, με σκοπό να τον ρίξουν σε σαρκική αμαρτία και να ντροπιάσουν τη ζωή του. Η γυναίκα μπήκε μέσα με δόλο και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον παρασύρει στην πτώση. Ο Όσιος όμως της θύμισε με σοβαρότητα την τιμωρία της μέλλουσας πύρινης κολάσεως. Τα λόγια του άγγιξαν βαθιά την ψυχή της και ξύπνησαν μέσα της επίγνωση της αμαρτωλής της ζωής. Έτσι η γυναίκα μετανόησε ειλικρινά, άλλαξε εντελώς τρόπο ζωής και ακολούθησε αναγεννημένη πνευματικά τον Χριστό.
Κανένας όμως άνθρωπος δεν ξεφεύγει εντελώς από τις ενέδρες του πονηρού, και ο Ιάκωβος έπεσε σε φοβερό παράπτωμα. Ένας επιφανής άρχοντας έφερε στον Όσιο την κόρη του, η οποία υπέφερε από δαιμονική ενέργεια και αναζητούσε θεραπεία. Ο ασκητής προσευχήθηκε με πίστη και αμέσως το δαιμόνιο έφυγε και άφησε ελεύθερη τη νεαρή κοπέλα. Ο πατέρας της φοβήθηκε όμως μήπως ο δαίμονας επιστρέψει και ταλαιπωρήσει ξανά το παιδί του. Άφησε λοιπόν την κόρη του στο σπήλαιο του Αγίου και μαζί της τον μικρότερο αδελφό της για συντροφιά.
Ο ασκητής Ιάκωβος νικήθηκε τότε από την επιθυμία της σαρκός και διέφθειρε με βία τη νέα. Στη συνέχεια, για να μη γίνει γνωστή η μυσαρή πράξη του και εξευτελιστεί, σκότωσε και τα δύο παιδιά. Έριξε τα σώματά τους στο ποτάμι που κυλούσε εκεί κοντά και προσπάθησε να κρύψει το έγκλημα. Μετά από αυτά τα φρικτά εγκλήματα έχασε κάθε ελπίδα σωτηρίας και ένιωσε μια ακατάσχετη επιθυμία να εγκαταλείψει την έρημο. Στον δρόμο όμως τον συνάντησε ένας ευλαβής μοναχός, στις παραινέσεις του οποίου ο Όσιος υπάκουσε με ταπείνωση.
Ο Ιάκωβος αποφάσισε να κλειστεί μέσα σε έναν τάφο και να υπομείνει εκεί κάθε σκληραγωγία ως απάντηση στις αμαρτίες του. Έλεγε με δάκρυα στον Θεό πως δεν τολμούσε ούτε να σηκώσει τα μάτια, διότι είχε κάνει πορνεία και φόνο και είχε χύσει αίμα αθώο. Παρακαλούσε τον Κύριο να μη τον αφήσει να καταποντιστεί από την καταιγίδα του εχθρού, αλλά να στείλει το πλούσιο έλεός του. Εκείνον τον καιρό η χώρα δοκιμάστηκε από μεγάλη ξηρασία και ο λαός υπέφερε από την παρατεταμένη ανομβρία.
Ο Θεός φανέρωσε με θαυμαστό τρόπο στον Επίσκοπο της πόλεως ότι η βροχή θα έρθει μόνο μέσω της προσευχής του Ιακώβου. Αμέσως ο Επίσκοπος επισκέφθηκε τον Όσιο μαζί με όλο τον λαό και τον παρακάλεσαν θερμά να μεσιτεύσει. Ο Ιάκωβος προσευχήθηκε με άκρα ταπείνωση και βαθιά πίστη και ο Θεός άκουσε ευθύς την παράκληση. Αν και είχε διαπράξει βαρύτατα αμαρτήματα, η ειλικρινής μετάνοιά του έφερε πλούσια βροχή στη διψασμένη γη. Το θαύμα αυτό του χάρισε τη βεβαιότητα της θείας συγχωρήσεως και συνέχισε με ελπίδα τον επίπονο ασκητικό βίο του, μέχρι που κοιμήθηκε με ειρήνη.