Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Γεννάδιος ο Κερκυραίος και η Μονή της Κασσωπίτρας
Στα χίλια οκτακόσια πενήντα ένας ταπεινός ιερομόναχος από τους Καλαρρύτες της Ηπείρου παρέλαβε ένα μικρό ναΰδριο στην Κέρκυρα και ονειρεύτηκε γυναικείο μοναστήρι. Λίγα χρόνια αργότερα, στα πενήντα τέσσερά του μόλις χρόνια, άφηνε πίσω του φήμη αγίου και μια ολόκληρη αδελφότητα αφιερωμένη στην Παναγία. Το όνομά του ήταν Γεννάδιος Βασίλης, γιος του Αθανασίου, και η μνήμη του τιμάται κάθε δεύτερη Ιανουαρίου. Η ιστορία του δένεται αχώριστα με ένα από τα ωραιότερα προσκυνήματα του νησιού, τη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου της Κασσωπίτρας.
Το μικρό αυτό μονύδριο στέκει μέσα σε καταπράσινο τοπίο, στο Φιγαρέτο του Κανονίου, και μετράει σχεδόν πέντε αιώνες ζωής. Η ίδρυσή του τοποθετείται στα χίλια πεντακόσια τριάντα, όταν ολόκληρη η Κέρκυρα ζούσε ήδη μέσα στη χάρη ενός μεγάλου θαύματος της Παναγίας. Στις οκτώ Μαΐου του ίδιου εκείνου έτους, στον ξακουστό ναό της Παναγίας στην Κασσιώπη, βορειοανατολικά του νησιού, ένας νέος ονόματι Στέφανος βρήκε ξανά το φως του. Είχε τυφλωθεί άδικα ύστερα από καταδίκη του δικαστηρίου και είχε καταφύγει εκεί μαζί με τη μητέρα του.
Το υπερφυές αυτό σημείο γέννησε αμέτρητους ναούς προς τιμήν της θαυματουργής Κυρίας Κασσωπίτρας. Ναοί αφιερωμένοι στη Θεοτόκο σηκώθηκαν όχι μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και στη γειτονική Άρτα, ακόμη και στη Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου. Οι πρώτες επίσημες ιστορικές μαρτυρίες για το μοναστήρι του Φιγαρέτου σώζονται από το χίλια επτακόσια έξι και έπειτα. Στα χίλια επτακόσια πενήντα τέσσερα η ιδιοκτησία του ναού πέρασε στον ιερέα και νοτάριο Ιωάννη Κόσμο, ή Κοσμά Φίλιο, άνθρωπο ευγενούς καταγωγής.
Η οικογένειά του ήταν μάλιστα καταγεγραμμένη στο περίφημο Χρυσό Βιβλίο των αρχοντικών οίκων της Κέρκυρας. Ο κληρονόμος του Αναστάσιος Φίλιος πούλησε αργότερα τον ναό, στα χίλια οκτακόσια είκοσι, στον ιερομόναχο Νικόλαο Πατρίκιο από την Κεφαλληνία. Τριάντα χρόνια μετά, ο ετεροθαλής αδελφός και κληρονόμος εκείνου, ο Ηλίας, παραχώρησε τον ναό στον ευλαβή ιερομόναχο Γεννάδιο. Η παραχώρηση έγινε με τη μορφή παντοτινής εδαφονομής, αντί ετήσιου τιμήματος είκοσι βενετικών ταλήρων.
Ο γέροντας ανέλαβε τότε τον τόπο σαν παρακαταθήκη της Παναγίας και άρχισε σιγά σιγά να ωριμάζει το μεγάλο του όραμα. Ήθελε να μετατρέψει το ταπεινό ναΰδριο σε ζωντανή γυναικεία μονή, με κοινοβιακή ζωή και προσευχή. Έτσι ξεκίνησε μια πορεία πίστης, ταπείνωσης και ακατάπαυστης πνευματικής εργασίας μέσα στον ιερό αυτό χώρο της Κασσωπίτρας. Στα χίλια οκτακόσια πενήντα έξι ο Γεννάδιος απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ναού, καταβάλλοντας στους κληρονόμους του Ηλία Πατρικίου το ποσό των τετρακοσίων ταλήρων.
Αμέσως μετά έβαλε μπροστά ένα τεράστιο οικοδομικό έργο, ασυνήθιστο για τις δυνάμεις ενός μοναχού. Έκτισε διώροφο κοινοβιακό κτίριο, περιτείχισε τον ιερό χώρο και ανακαίνισε εκ βάθρων τον παλαιό ναό. Αφιέρωσε ασημένιες εικόνες, πολύτιμα καντήλια και μία περίχρυση λειψανοθήκη που περιείχε ιερά λείψανα Αγίων Μαρτύρων. Παράλληλα εγκατέστησε τριμελή γυναικεία αδελφότητα και έδωσε στο μοναστήρι τη μορφή που ονειρευόταν χρόνια. Η Παναγία όμως τον κάλεσε γρήγορα κοντά της, στα χίλια οκτακόσια πενήντα εννέα, σε ηλικία μόλις πενήντα τεσσάρων ετών.
Έφυγε ήρεμος και αγιασμένος, αφήνοντας πίσω του φήμη αγίου ιερομονάχου και ενάρετου ανδρός. Ο κληρονόμος του παρέδωσε την κατοχή του ναού και των κειμηλίων στη Μαρία Μαυρογιάννη. Με δική της φροντίδα η Μονή οργανώθηκε εκ νέου, με ηγουμένη τη μοναχή Ευπραξία Ζαμπίρα και τις αυτάδελφες Αθανασία και Συγκλητική Μεταλληνού. Στα χίλια οκτακόσια εξήντα δύο εδραιώθηκε επίσημα το κοινοβιακό καθεστώς της αδελφότητας. Η Μονή έγινε τόπος προσευχής, αυστηρής τάξης και αδιάλειπτης δοξολογίας προς την Κυρία της Κασσωπίτρας.
Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα το μοναστήρι γνώρισε ξεχωριστή άνθηση από κάθε άποψη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος Δήμογλου το ενέγραψε ως προσωρινό μετόχι της γειτονικής και τότε ακμάζουσας Μονής των Αγίων Θεοδώρων Στρατιάς. Με τον τρόπο αυτόν εξασφάλισε στη Μονή της Κασσωπίτρας πενήντα και πλέον χρόνια ζωής και προστασίας. Εκείνα τα χρόνια ασκήτεψε εκεί η ενάρετη μοναχή Θέκλα Αμπελά, μέχρι την κοίμησή της το χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε.
Στα χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα ο Μητροπολίτης Τιμόθεος Τριβιζάς αναγνώρισε ξανά τη Μονή ως Κυρίαρχη και την μετέτρεψε σε ανδρώα. Σήμερα, με την ευλογία του Μητροπολίτη Νεκταρίου Ντόβα, προΐσταται ο αρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Ζερβός, ένας από τους αδελφούς της. Φροντίζει για τη στερέωση, τη συντήρηση και την ανακαίνιση όλου του ιερού σκηνώματος. Οι προσκυνητές μπορούν να ασπαστούν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, ιερά λείψανα, τον τάφο και το κελλί του Οσίου Γενναδίου.
Το κειμηλιοφυλάκιο φυλάσσει σπάνια βιβλία, άμφια, χειρόγραφα και την εικόνα του Μυστικού Δείπνου του Φιλόθεου Σκούφου από το χίλια εξακόσια εξήντα πέντε. Η Μονή πανηγυρίζει στις οκτώ Μαΐου, στις είκοσι μία Νοεμβρίου και στις επτά Φεβρουαρίου, με ζωντανή λειτουργική και φιλανθρωπική ζωή. Final file: **`01_02_Όσιος_Γεννάδιος_Κερκύρας_Ελληνικά_Καθαρά.