
Κοινοποίηση ιστορίας
Η χύτρα με τα χρυσά νομίσματα
Κάποτε ένας μοναχός αρρώστησε. Τον παρέλαβε ο ηγούμενος ενός γειτονικού κοινοβίου και τον περιποιόταν, επειδή ο άρρωστος δεν είχε ούτε τα στοιχειώδη μέσα για τις ανάγκες του. Έλεγε μάλιστα ο ηγούμενος στους υποτακτικούς του:
—Κουραστείτε λίγο, για να περιποιηθούμε τον ασθενή.
Ο άρρωστος είχε μια χύτρα γεμάτη χρυσά νομίσματα. Έσκαψε λοιπόν έναν λάκκο κάτω από το αχυρόστρωμα στο οποίο ήταν ξαπλωμένος και έκρυψε εκεί τη χύτρα. Ύστερα από λίγο πέθανε, χωρίς να πει στις τελευταίες του στιγμές τίποτε για τον κρυμμένο θησαυρό.
Μόλις τον έθαψαν, είπε ο ηγούμενος στους μοναχούς:
—Πάρτε τώρα από εδώ αυτό το αχυρόστρωμα.
Καθώς όμως οι μοναχοί μάζευαν το στρώμα, βρήκαν τη χύτρα με τα χρυσά νομίσματα, που ήταν θαμμένα εκεί. Γιατί το πράγμα φανερώθηκε από τον λάκκο που υπήρχε εκεί. Κατάπληκτοι τα έφεραν στον ηγούμενο.
Όταν ο ηγούμενος είδε εκείνον τον μικρό θησαυρό και έμαθε πώς βρέθηκε, είπε στους μοναχούς του:
—Επειδή ο μοναχός αυτός ούτε όσο ζούσε ούτε όταν πέθαινε ομολόγησε τίποτε για το χρυσάφι αυτό, αλλά σε αυτό στήριξε όλες του τις ελπίδες, εγώ δεν το αγγίζω καθόλου. Πάρτε το όπως είναι και θάψτε το στον τάφο μαζί με τον νεκρό.
Οι μοναχοί εκτέλεσαν την εντολή του ηγουμένου. Και καθώς γύρισαν από τον τάφο, είδαν ότι επάνω στο μνήμα έπεσε φωτιά από τον ουρανό, η οποία διατηρήθηκε πολλές ημέρες χωρίς να σβήσει, ώσπου κατέφαγε ακόμη και τις πέτρες, και το χώμα του τάφου, και όλα όσα βρίσκονταν μέσα στο μνήμα. Όσοι είδαν αυτό το φοβερό θέαμα έμεναν έκπληκτοι και θαύμαζαν.