
Κοινοποίηση ιστορίας
Η ξενιτεία και η παρηγοριά του Θεού
Ένας από τους Πατέρες διηγήθηκε το εξής:
Κάποτε είχα δύο γείτονες· ο ένας ήταν ξένος και ο άλλος ντόπιος. Ο ξένος ήταν λίγο αμελής, ενώ, αντίθετα, ο ντόπιος ήταν πάρα πολύ επιμελής. Συνέβη λοιπόν να πεθάνει πρώτος ο ξένος. Ο Γέροντας, επειδή είχε διορατικό χάρισμα, είδε πλήθος αγγέλων να οδηγούν την ψυχή του προς τον ουρανό. Μόλις όμως έφτασε στον ουρανό και πλησίαζε να μπει, έγινε εξέταση αν ήταν άξιος να μπει. Τότε ακούστηκε μια φωνή από ψηλά να λέει:
—Είναι πράγματι φανερό ότι υπήρξε λίγο αμελής· ανοίξτε του όμως για την ξενιτεία του.
Ύστερα από λίγο κοιμήθηκε και ο ντόπιος. Για την κηδεία του ήρθαν όλοι οι συγγενείς του. Ο διορατικός Γέροντας είδε ότι πουθενά δεν φαινόταν άγγελος και θαύμασε. Τότε έπεσε με δάκρυα μπροστά στον Θεό και έλεγε:
—Πώς ο ξένος, αν και ήταν αμελής, απόλαυσε τέτοια δόξα, ενώ αυτός, αν και επιμελής, δεν πέτυχε τίποτε παρόμοιο;
Αμέσως φωνή από τον ουρανό τον πληροφόρησε τα εξής:
—Αυτός εδώ ο επιμελής, όταν έφτασε η ώρα να πεθάνει, άνοιξε τα μάτια του, είδε τους συγγενείς του να κλαίνε και παρηγορήθηκε η ψυχή του. Ο ξένος όμως, αν και ήταν αμελής, κανέναν δικό του δεν είδε την ώρα του θανάτου του· η μοναξιά του αυτή τον έκανε να αναστενάξει και να κλάψει. Γι’ αυτό και ο Θεός τον παρηγόρησε.