Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Ευλάλιος ο Επίσκοπος της Λαμπούσης
Στην ευλογημένη γη της Κύπρου, εκεί όπου ο Απόστολος Βαρνάβας έσπειρε πρώτος τον σπόρο του Ευαγγελίου, διασώθηκε η μνήμη ενός θαυμαστού επισκόπου. Ο Άγιος Ευλάλιος ποίμανε την ιερή πόλη της Λαμπούσης και άφησε ίχνη βαθιά στην ψυχή του πιστού λαού. Πληροφορίες για τη ζωή του μας δίνουν δύο σπουδαίοι κύπριοι χρονικογράφοι, ο Λεόντιος Μαχαιράς και ο Φλώριος Βουστρώνιος. Για την ποιμαντική του δράση δεν σώζονται λεπτομέρειες, και η ακριβής εποχή της ακμής του παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα.
Όσα γνωρίζουμε σήμερα προέρχονται κυρίως από δύο τοπικές παραδόσεις της Κύπρου και από όσα διασώζει η εκκλησιαστική του ακολουθία. Την ακολουθία αυτή δημοσίευσε για πρώτη φορά σε νεότερα χρόνια ο σπουδαίος βυζαντινολόγος ερευνητής Κωνσταντίνος Χατζηψάλτης. Η εργασία του φιλοξενήθηκε στον ένατο τόμο του Δελτίου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, παρέχοντας ένα πολύτιμο λειτουργικό υλικό. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη παράδοση, ο Άγιος Ευλάλιος ήταν αρχικά επίσκοπος στη μακρινή Έδεσσα της Συρίας.
Εκείνη η Έδεσσα ήταν παγκοσμίως γνωστή για ένα μοναδικό κειμήλιο, το ιερό και Αχειροποίητο Άγιο Μανδήλιο. Επρόκειτο για το άγιο εκείνο πανί στο οποίο είχε αποτυπωθεί κατά θαυμαστό τρόπο η θεϊκή μορφή του Σωτήρα Χριστού. Η ιστορία της εικόνας αυτής συνδέθηκε με τον βασιλιά της Εδέσσης Αύγαρο, που υπέφερε από φοβερή λέπρα. Όταν ο βασιλιάς Αύγαρος έμαθε για τον μέγα θεραπευτή της γειτονικής Παλαιστίνης, έστειλε ανθρώπους του να μεταφέρουν μια επιστολή στον Κύριο.
Παρακαλούσε ταπεινά μέσα από την επιστολή τον Σωτήρα να έλθει στην Έδεσσα ή να τον γιατρέψει με κάποιον άλλο τρόπο. Ο Κύριος δεν πήγε αυτοπροσώπως στη μακρινή Έδεσσα, αλλά πήρε ένα καθαρό μαντήλι και σπόγγισε το άγιό Του πρόσωπο. Πάνω στο απλό εκείνο μαντήλι αποτυπώθηκε αμέσως κατά τρόπο θαυμαστό και αχειροποίητο η ολόλαμπρη εικόνα της θείας Του μορφής. Το παρέδωσε στους απεσταλμένους και τους είπε ότι ο βασιλιάς μόλις θα το δει θα γίνει αμέσως καλά.
Ο Αύγαρος θεραπεύτηκε αμέσως και ολοκληρωτικά από τη λέπρα μόλις αντίκρισε την αχειροποίητη εκείνη μορφή και πίστεψε στον Χριστό. Το ιερό Μανδήλιο φυλάχθηκε για πολλά χρόνια με μεγάλη ευλάβεια μέσα στο βασιλικό παλάτι της Εδέσσης. Όμως ένας μεταγενέστερος διάδοχος του Αυγάρου ήταν φανατικός ειδωλολάτρης και αποφάσισε να καταστρέψει το ιερό κειμήλιο. Έκανε γνωστή την ανίερη πρόθεσή του στον τότε επίσκοπο της Εδέσσης Ευλάλιο, ο οποίος τρόμαξε για την τύχη της εικόνας.
Ο επίσκοπος δεν έχασε καθόλου καιρό, και μέσα στη νύχτα πήρε κρυφά το Μανδήλιο και έφυγε από την Έδεσσα. Περπάτησε ολόκληρη τη νύχτα και την επομένη μέρα έφτασε στην ακρογιαλιά, αναζητώντας μέσο για να φύγει. Στην ακτή ο Ευλάλιος βρήκε ένα καράβι που ταξίδευε προς την Κύπρο και ανέβηκε αμέσως σε αυτό. Καθώς όμως το πλοίο πλησίαζε στα νερά της Κύπρου, ξέσπασε ξαφνικά μια τρομερή τρικυμία πάνω του. Τα κύματα ορθώνονταν σαν βουνά πελώρια απειλώντας να βυθίσουν αμέσως το ξύλινο σκαρί στα βάθη της θάλασσας.
Οι επιβάτες τρομαγμένοι έτρεχαν εδώ και εκεί χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν για να σωθούν. Τότε ο επίσκοπος Ευλάλιος έβγαλε από τον κόρφο του τον πολύτιμο θησαυρό του, σχημάτισε με ευλάβεια το σημείο του τιμίου σταυρού και άπλωσε το Μανδήλιο. Το άπλωσε με ιερό σεβασμό πάνω στη φουρτουνιασμένη θάλασσα και κάθισε ο ίδιος πάνω στο άγιο πανί. Την ίδια στιγμή η θάλασσα γαλήνεψε και τα κύματα μετέφεραν με σιγουριά τον επίσκοπο μέχρι την παραλία της Λαμπούσης.
Σαν βγήκε σώος και ευγνώμων στη στεριά της Κύπρου, ο Ευλάλιος φρόντισε αμέσως να ιδρύσει εκεί ένα νέο μοναστήρι. Στο μοναστήρι εκείνο αφιέρωσε με ευλάβεια το ιερό Μανδήλιο μαζί με την αχειροποίητη εικόνα του Σωτήρος Χριστού. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η νέα μονή ονομάστηκε από τους πιστούς της περιοχής Μονή της Αχειροποιήτου. Η εικόνα του Χριστού που φυλασσόταν εκεί δεν είχε γίνει από χέρια θνητού ανθρώπου, αλλά από την ίδια τη θεία μορφή. Έτσι η Κύπρος δέχθηκε στους κόλπους της έναν ασύγκριτο πνευματικό θησαυρό από τη μακρινή και βασανισμένη Έδεσσα.
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη τοπική παράδοση των Κυπρίων για τον Άγιο Ευλάλιο, αρκετά διαφορετική από την πρώτη διήγηση. Σύμφωνα με αυτήν τη δεύτερη εκδοχή, ο επίσκοπος της Λαμπούσης Ευλάλιος δεν έχει καμία σχέση με τον επίσκοπο της Εδέσσης. Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό και άσχετο πρόσωπο, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ίδια τη Λάμπουσα. Από μικρό παιδί υπήρξε αληθινός άνθρωπος του Θεού, αναθρεμμένος μέσα σε ένα σπιτικό βαθιάς ορθόδοξης ευσέβειας.
Οι θεοσεβείς γονείς του φύτεψαν στην ψυχή του από αυτή την παιδική ηλικία την αγάπη στα ιερά γράμματα και στην αρετή. Τα αποτελέσματα αυτής της σοβαρής χριστιανικής ανατροφής δεν άργησαν διόλου να φανούν στη ζωή του νέου. Από νωρίς άρχισε να ξεχωρίζει μέσα στην κοινότητα της Λαμπούσης για την άγια και παραδειγματική του ζωή. Όλοι τον θαύμαζαν για τη σπάνια αρετή του, για την ταπείνωση και τη σεμνότητα της συμπεριφοράς του. Όταν τελείωσε με επιμέλεια τις σπουδές του, οι ευσεβείς πιστοί της πόλεως ζήτησαν από τον επίσκοπό τους ένα συγκεκριμένο πράγμα.
Παρακάλεσαν τον αρχιερέα τους να προωθήσει με τη σειρά τον αξιόλογο νέο πρώτα σε διάκονο και στη συνέχεια σε πρεσβύτερο. Ο επίσκοπος δέχθηκε με χαρά την επίμονη παράκληση του ποιμνίου, αναγνωρίζοντας ο ίδιος τη γνήσια αξία του εκλεκτού εκείνου νέου της Λαμπούσης. Χειροτονήθηκε λοιπόν διάκονος και αμέσως μετά ιερέας, υπηρετώντας με ζήλο και ευλάβεια τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας. Λίγο όμως μετά τη χειροτονία του εκοιμήθη εν Κυρίω ο γέροντας επίσκοπος της Λαμπούσης σε βαθύ γήρας.
Τότε όλοι μαζί, κληρικοί και λαϊκοί, με μία φωνή κάλεσαν τον φιλόθεο ιερέα να δεχθεί το επισκοπικό αξίωμα. Με βαθιά ταπείνωση και ιερό φόβο Θεού ο ευλαβής κληρικός έσκυψε τον αυχένα του και αποδέχθηκε τον σταυρό αυτό. Δέχθηκε με ευγνωμοσύνη το θείο χάρισμα της αρχιερωσύνης και άρχισε να το καλλιεργεί με όλη τη φλόγα της ψυχής του. Διέπρεψε στη συνέχεια ως άξιος και υποδειγματικός επίσκοπος, ποιμαίνοντας με αγάπη και διάκριση το ποίμνιο της Λαμπούσης.
Σε προχωρημένη πλέον ηλικία ο μακάριος ποιμένας της Εκκλησίας του Χριστού, γεμάτος καρπούς αρετής, έκλινε ταπεινά την κεφαλή. Παρέδωσε ειρηνικά τη μακάρια ψυχή του στη θεία βουλή του Κυρίου και αναχώρησε για τη Βασιλεία των ουρανών. Ο θάνατος του προκάλεσε συγκλονισμό σε ολόκληρη την περιφέρεια και βαθιά θλίψη σε ολόκληρη τη μεγαλόνησο της Κύπρου. Οι άνθρωποι που ευεργετήθηκαν από την αγάπη του και την καλοσύνη του έτρεξαν από όλα τα μέρη να τον δουν.
Ήθελαν να ασπασθούν το λείψανό του και να λάβουν την τελευταία αρχιερατική του ευλογία πριν την ταφή. Αργότερα οι κάτοικοι έχτισαν ναό στο όνομά του κοντά στη μονή της Αχειροποιήτου, που ξανακτίστηκε τον δέκατο έκτο αιώνα. Ταις πρεσβείαις του αγίου Ευλαλίου επισκόπου Λαμπούσης της Κύπρου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.