Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής και Απόστολος
Στην ένδοξη Αντιόχεια της Συρίας γεννήθηκε ένας νέος που έμελλε να γίνει το τρίτο φωτεινό βλέμμα της Καινής Διαθήκης. Από μικρό παιδί ξεχώριζε για τη φιλομάθεια και τη δίψα του για κάθε επιστημονική γνώση και κάθε καλλιτεχνική τέχνη. Σπούδασε με επιμέλεια τις επιστήμες και τις τέχνες της εποχής του και ταξίδεψε σε πολλούς τόπους για να μάθει περισσότερα. Ξεχώρισε ιδιαίτερα στην ιατρική και στη ζωγραφική, δύο τέχνες που αργότερα θα έβαζε ολόκαρδα στη διακονία του Χριστού.
Πέρα από την ελληνική γλώσσα, την οποία γνώριζε άριστα, μάθαινε επίσης και την εβραϊκή και την αραμαϊκή των ημερών του. Η οικογένειά του δεν ανήκε στο εβραϊκό γένος, όπως μαρτυρεί έμμεσα ο απόστολος Παύλος στην επιστολή προς τους Κολοσσαείς. Το ίδιο το όνομα Λουκάς, σύντμηση του λατινικού Λουκανός, φανερώνει εθνική καταγωγή και ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στην ελληνιστική Συρία. Παρά ταύτα, γνώριζε σε βάθος τον μωσαϊκό νόμο και τις ιουδαϊκές συνήθειες, γεγονός που δείχνει προηγούμενη προσέγγιση και συμπάθεια στην ιουδαϊκή πίστη.
Η μόρφωσή του ήταν προσεγμένη και πλήρης, όπως φανερώνει το καθαρό και ακριβές γλωσσικό ύφος των ιερών του κειμένων. Αυτός ο εξαιρετικά καλλιεργημένος νέος ετοιμαζόταν, χωρίς να το ξέρει, για τη μεγάλη συνάντηση που θα άλλαζε την ίδια τη ζωή του. Ο Χριστός θα γινόταν για τον Λουκά η αιώνια αλήθεια, ο μοναδικός Διδάσκαλος και το αληθινό φως της καρδιάς του. Όταν διαδόθηκε στη Συρία η φήμη των θαυμάτων και της διδασκαλίας του Ιησού, ο Λουκάς ξεκίνησε από την Αντιόχεια και κατέβηκε στη Γαλιλαία.
Δέχτηκε με όλη του την καρδιά τη σωτηρία που κήρυσσε ο ίδιος ο Κύριος και έγινε ένας από τους πιο πιστούς ακολούθους του. Συγκαταλέχθηκε στους εβδομήντα αποστόλους και έλαβε εντολή να προηγείται του Σωτήρα στις πόλεις και στα χωριά της Παλαιστίνης. Στις τελευταίες ώρες του πάθους βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ λυπημένος, και μαζί με όσους γνώριζαν τον Ιησού στεκόταν από μακριά ατενίζοντας τον Εσταυρωμένο. Η μεγάλη του λύπη μεταβλήθηκε όμως σύντομα σε χαρά ανέκφραστη, διότι την ίδια ημέρα της Αναστάσεως ο Κύριος εμφανίστηκε στον Λουκά και τον Κλεόπα.
Καθώς πορεύονταν λυπημένοι προς το χωριό Εμμαούς, τους πλησίασε ένας οδοιπόρος και άρχισε με αγάπη να τους εξηγεί τα προφητικά κείμενα. Άνοιγε τα μάτια της ψυχής τους στον λόγο για το πάθος του Χριστού, και η καρδιά τους φλεγόταν από εσωτερική ζεστασιά. Μόλις έκοψε το ψωμί στο δείπνο, αναγνώρισαν αμέσως τον Αναστάντα Κύριο και έτρεξαν χαρούμενοι πίσω στην Ιερουσαλήμ για να αναγγείλουν τη συνάντηση. Στους συγκεντρωμένους αποστόλους κήρυξαν το γεγονός με δάκρυα χαράς, και τότε ο Κύριος εμφανίστηκε ξανά μέσα στο υπερώο.
Έδειξε τα σημάδια των ήλων στα χέρια και στα πόδια του και έδωσε στον Λουκά το χάρισμα να εννοεί όλες τις Γραφές. Από εκείνη τη στιγμή η αποστολική του πορεία ξεκίνησε ολοκληρωμένη και φωτισμένη από τη δύναμη του Αναστάντος Σωτήρα. Μετά την Πεντηκοστή ο Λουκάς παρέμεινε για κάποιο διάστημα στην Ιερουσαλήμ μαζί με τους άλλους αποστόλους και τους συνεργάτες της πρώτης Εκκλησίας. Έπειτα ξεκίνησε για την πατρίδα του την Αντιόχεια, όπου ζούσε ήδη μια ζωντανή και πολυπληθής χριστιανική κοινότητα.
Στον δρόμο πέρασε από τη Σεβαστή της Σαμάρειας και προσκύνησε με ευλάβεια τα ιερά λείψανα του Τιμίου Προδρόμου που φυλάσσονταν εκεί. Οι ευλαβικοί χριστιανοί του τόπου δεν του επέτρεψαν να πάρει ολόκληρο το σκήνωμα, του παραχώρησαν όμως τη δεξιά παλάμη του Βαπτιστή. Με αυτό το ανεκτίμητο θησαύρισμα έφτασε στην πατρίδα του και το προσέφερε στους πιστούς αδελφούς, με μεγάλη χαρά όλης της κοινότητας. Στην Αντιόχεια συνάντησε τον απόστολο Παύλο κατά τη δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία, και κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ήταν και συγγενείς μεταξύ τους.
Από εκείνη τη στιγμή έγινε αχώριστος συνοδοιπόρος και συνεργάτης του μεγάλου κήρυκα των εθνών, ακολουθώντας τον σε όλες τις δοκιμασίες του. Τον συνόδευσε από την Τρωάδα στους Φιλίππους, και ο Παύλος τον άφησε εκεί ώστε να στερεώσει την νεοσύστατη τοπική Εκκλησία. Παρέμεινε αρκετά χρόνια στη Μακεδονία και όταν ο Παύλος επισκέφθηκε ξανά τους Φιλίππους, τον έστειλε στην Κόρινθο για την οικονομική ενίσχυση. Η συλλογή αυτή προοριζόταν για τους πτωχούς αδελφούς της Παλαιστίνης και αποτέλεσε χειροπιαστό δείγμα ζωντανής αγάπης μεταξύ των Εκκλησιών.
Όταν ο Παύλος μεταφέρθηκε δεμένος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ο πιστός Λουκάς παρέμεινε κοντά του και δεν τον εγκατέλειψε ούτε στιγμή. Όταν ο απόστολος Παύλος αποστάλθηκε στη Ρώμη στην έδρα του Καίσαρα, ο Λουκάς τον συνόδευσε σε όλη τη δύσκολη και επικίνδυνη θαλασσινή πορεία. Έζησε μαζί του τους κινδύνους του ναυαγίου και όλες τις περιπέτειες του πελάγους, που αναφέρει στο τέλος των Πράξεων των Αποστόλων. Στη Ρώμη βρισκόταν συνεχώς κοντά στον δάσκαλό του και κήρυττε με μεγάλο ζήλο τον Χριστό στους εθνικούς κατοίκους της πρωτεύουσας.
Εκεί συνέγραψε το Ευαγγέλιό του, αφιερωμένο στον Θεόφιλο, τον επιφανή ηγεμόνα της Αχαΐας, ο οποίος είχε γίνει χριστιανός κάποια χρόνια πριν. Παρουσίασε με ακρίβεια χρονολογική τη ζωή του Σωτήρα, τονίζοντας ιδιαίτερα τη μεγάλη ευσπλαχνία και τη συγκαταβατική αγάπη του απέναντι στους αμαρτωλούς. Φύλαξε προσεκτικά την προφορική παράδοση της πρώτης Εκκλησίας και όσα του εμπιστεύθηκε η ίδια η Παναγία για τα παιδικά χρόνια του Κυρίου. Στη συνέχεια συνέγραψε και τις Πράξεις των Αποστόλων, προβάλλοντας ιδιαίτερα το αποστολικό έργο του δασκάλου του Παύλου σε όλη την οικουμένη.
Η Σύνοδος των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα αποτελεί κεντρικό σημείο της διηγήσεως, και έδειξε τη χωριστή πορεία του χριστιανισμού από τον ιουδαϊσμό. Διατυπώθηκε εκεί η ελεύθερη διάδοση του Ευαγγελίου προς όλη την οικουμένη, χωρίς τα φορτικά τυπικά της Παλαιάς Διαθήκης. Όλη η αφήγηση των Πράξεων φωτίζεται από την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος, που οδηγεί τη νεαρή Εκκλησία προς πάσα την αλήθεια. Μετά από διετή δεσμώτη στη Ρώμη ο Παύλος αφέθηκε ελεύθερος, και ο πιστός Λουκάς εξακολουθούσε να τον ακολουθεί στα νέα ιεραποστολικά ταξίδια.
Όταν ο αυτοκράτορας Νέρων ξεσήκωσε φοβερό διωγμό στη Ρώμη, ο Παύλος επέστρεψε στην πρωτεύουσα για να στηρίξει με τον λόγο και το παράδειγμά του τους πιστούς. Συνελήφθη και πάλι από τους ειδωλολάτρες με ακόμη σκληρότερες συνθήκες δεσμώσεως, και όλοι σχεδόν τον εγκατέλειψαν την ώρα της δοκιμασίας. Ο Λουκάς όμως δεν έφυγε ποτέ από κοντά του, και από τη φυλακή ο Παύλος έγραφε στον μαθητή του Τιμόθεο ότι μόνον ο Λουκάς έμενε δίπλα του. Παρακολούθησε με όλη την πιθανότητα και το μαρτυρικό τέλος του μεγάλου αποστόλου των εθνών, αν και δεν άφησε δική του γραπτή μαρτυρία γι αυτό.
Μετά τη μακαρία κοίμηση του δασκάλου του, ο Λουκάς ξεκίνησε νέες αποστολικές περιοδείες σε πολλές χώρες της Μεσογείου με ακούραστο ζήλο. Πέρασε από την Ιταλία, τη Δαλματία, τη Γαλατία και την αγαπημένη του Μακεδονία, στηρίζοντας τις τοπικές Εκκλησίες που είχε ιδρύσει με τον Παύλο. Στα γηρατειά του αποφάσισε να μεταβεί στην Αίγυπτο για να φωτίσει με τον λόγο του Χριστού τους εθνικούς πληθυσμούς της αρχαίας Λιβύης. Διέσχισε ολόκληρη τη Λιβύη και έφτασε στη Θηβαΐδα κηρύσσοντας τον αληθινό Θεό, μεταστρέφοντας πλήθη ειδωλολατρών στην ορθή πίστη.
Στην Αλεξάνδρεια χειροτόνησε επίσκοπο τον Άβιλο, διάδοχο του Ανιανού που είχε χειροτονήσει ο ίδιος ο ευαγγελιστής Μάρκος στην πόλη. Έπειτα γύρισε στην Ελλάδα και άρχισε νέο μεγάλο πνευματικό έργο στην ευρύτερη περιοχή της Βοιωτίας, ιδιαίτερα στη Θήβα. Έγινε επίσκοπος της Θήβας και ανέδειξε ιερείς, διακόνους και πλήθος ναούς, θεραπεύοντας πάμπολλους ασθενείς με τη θερμή προσευχή του. Σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών ο Λουκάς συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες της Βοιωτίας και οδηγήθηκε στο μαρτύριο για την ομολογία του Χριστού.
Επειδή έλειπε ξύλο για σταυρό, οι διώκτες του τον κρέμασαν ζωντανό σε ένα μεγάλο και αρχαίο ελαιόδεντρο της περιοχής. Έτσι τελείωσε με ένδοξο μαρτυρικό θάνατο τον καλό αγώνα της αποστολικής του διακονίας, αφήνοντας μνημείο πίστεως στους πιστούς. Το τίμιο σώμα του ενταφιάστηκε στις Θήβες, την κύρια πόλη της Βοιωτίας, όπου ξεκίνησαν αμέσως οι θαυματουργικές εκδηλώσεις. Από τον τάφο του ανέβλυζε μύρο θαυματουργό που χάριζε αμέτρητες ιάσεις στους προστρέχοντες πιστούς από κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Ιδιαίτερα θεράπευε όσους έπασχαν από βαριές παθήσεις των ματιών, γεγονός που έγινε γνωστό σε ολόκληρη τη γύρω περιφέρεια. Ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αυτοκράτορας Κωνστάντιος, πληροφορήθηκε για τα θαύματα του αγίου και θέλησε να μεταφέρει τα λείψανα στη βασιλεύουσα. Έστειλε στη Θήβα τον δούκα της Αιγύπτου, άγιο Αρτέμιο, ο οποίος με μεγάλη τιμή πραγματοποίησε την ιερή μετακομιδή. Τα ιερά λείψανα κατατέθηκαν στον περίφημο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, σε ολόλαμπρη και πανηγυρική θεία τελετή.
Τοποθετήθηκαν κάτω από την αγία Τράπεζα μαζί με τα λείψανα του Αποστόλου Ανδρέα και του Τιμοθέου, για κοινή προσκύνηση. Η αρχαία παράδοση αναφέρει ακόμη ότι ο Λουκάς πρώτος ζωγράφισε ιερές εικόνες της Παναγίας, και η Θεοτόκος ευλόγησε το έργο του. Πρέσβευε υπέρ ημών, άγιε ένδοξε Απόστολε και Ευαγγελιστά Λουκά, στον φιλάνθρωπο Κύριο, ώστε να ελεήσει τις ψυχές μας, αμήν.