Όσιος Ευθύμιος ο Νέος της Θεσσαλονίκης

Εικόνα: Όσιος Ευθύμιος ο Νέος της Θεσσαλονίκης

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Όσιος Ευθύμιος ο Νέος της Θεσσαλονίκης

Στις μέρες του αυτοκράτορα Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου γεννήθηκε ο Νικήτας, ο μετέπειτα μέγας ασκητής της Θεσσαλονίκης. Η γενέτειρά του ήταν η κωμόπολη Οψώ της Γαλατίας, κοντά στην Άγκυρα, σε μια εποχή ταραγμένη από την εικονομαχία. Οι γονείς του, ο Επιφάνιος και η Άννα, ήταν άνθρωποι πλούσιοι και ευσεβείς και αποτελούσαν ζωντανό παράδειγμα αρετής για όλους τους κατοίκους της περιοχής. Είχαν ακόμη δύο κόρες, την Μαρία και την Επιφάνια, και ο μικρός Νικήτας μεγάλωνε ανάμεσά τους με κατάνυξη και πραότητα.

Από βρέφος ακόμη ξεχώριζε για την υπακοή, την σεμνότητα και την αγάπη του προς τη θεία λατρεία και τις ιερές ακολουθίες. Όταν ήταν επτά ετών, έχασε αιφνίδια τον πατέρα του και ανέλαβε νωρίς πολλές ευθύνες απέναντι στη μητέρα και τις αδελφές του. Κατατάχθηκε στον στρατό όπως όριζε ο νόμος, και υπηρέτησε με τιμή, παραμένοντας στήριγμα και φύλακας της οικογένειάς του. Με επιμονή της μητέρας του παντρεύτηκε μια ευσεβή κοπέλα, την Ευφροσύνη, και απέκτησε μαζί της μια κόρη, την Αναστασώ.

Όμως η ψυχή του φλεγόταν από νέα για τη μοναχική πολιτεία, και τη δέκατη πέμπτη ημέρα του Σεπτεμβρίου εγκατέλειψε κρυφά το σπίτι του. Είπε στους δικούς του ότι θα έψαχνε το άλογο που είχε χαθεί, και δεν επέστρεψε ποτέ στην πατρική εστία. Περιπλανήθηκε σε πολλούς τόπους, επισκέφθηκε αρκετούς ονομαστούς ασκητές, και έφθασε τελικά στα δυσπρόσιτα ύψη του Ολύμπου της Βιθυνίας. Εκεί άκμαζε με τους αγώνες του ο μέγας Όσιος Ιωαννίκιος, στον οποίο πλήθος μοναχών μαζευόταν για να ακούσει λόγο σωτηρίας και πνευματικής στηρίξεως.

Ανάμεσα σε αυτό το πλήθος στάθηκε και ο νεαρός Νικήτας, με δίψα μεγάλη και κρυμμένη ταπείνωση. Ο διορατικός Ιωαννίκιος αντιλήφθηκε τη φλόγα της ψυχής του και θέλησε να δοκιμάσει την υπακοή και την αρετή του ενώπιον όλων. Προσποιήθηκε λοιπόν ότι ο νέος ήταν εγκληματίας και πρόσταξε τους αδελφούς να τον πιάσουν και να τον δέσουν αμέσως. Ο Νικήτας έσκυψε το κεφάλι αδιαμαρτύρητα και δέχθηκε με χαρά την κατηγορία, χωρίς να ζητήσει υπεράσπιση ή δικαίωση.

Όλοι οι αδελφοί θαύμασαν τότε τη βαθιά ταπείνωση του νέου άνδρα και κατάλαβαν τη μεγάλη ασκητική δύναμη που τον περίμενε. Για να αποφύγει όμως τους επαίνους, ο Νικήτας έφυγε από τον Ιωαννίκιο και ακολούθησε άλλον γέροντα, τον αββά Ιωάννη της ησυχίας. Στο κελί εκείνου εκάρη μοναχός το χίλια οκτακόσια σαράντα δύο, και έλαβε το όνομα Ευθύμιος, αφήνοντας πίσω τον κοσμικό του βίο. Στη συνέχεια στάλθηκε στην κοινοβιακή μονή Πισσαδινών, ώστε να μάθει βαθιά την υπακοή, το αυτομέμφεστο και την ταπεινή διακονία προς τους αδελφούς.

Στο κοινόβιο εκείνο ο Ευθύμιος δέχθηκε τις πιο ευτελείς διακονίες χωρίς γογγυσμό και τις θεώρησε σωτήριο φάρμακο για τη νέα του σάρκα. Λογισμοί για τους δικούς του τον επισκέπτονταν συχνά, αλλά τους νικούσε με τον λόγο του Κυρίου περί απαρνήσεως. Ύστερα από πολλά χρόνια ασκήσεως, με την ευλογία του διδασκάλου του Θεοδώρου, έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα. Μαζί με τον συνοδοιπόρο Θεοστήρικτο ξεκίνησε για τα Ιεροσόλυμα της ησυχίας, το ίδιο το Άγιον Όρος, αναζητώντας τέλεια μόνωση.

Στον δρόμο πέρασε από τη Νικομήδεια και έμαθε ότι οι δικοί του ζούσαν, και τους έστειλε σταυρό με μήνυμα παρηγοριάς. Τους καλούσε με αγάπη να μιμηθούν τη μοναχική του πορεία, και πράγματι όλοι μετέπειτα έγιναν μοναχοί στον Κύριο. Φθάνοντας στο Άγιον Όρος, ενώθηκε με τον Αρμένιο μοναχό Ιωσήφ και προέτειναν να ζήσουν ως άλογα κτήνη, τρώγοντας μόνο χόρτα. Σαράντα ολόκληρες μέρες έμειναν με αυτό το αυστηρό σιτηρέσιο, υπομένοντας πείνα, δίψα, καύσωνα και παγωνιά για την κάθαρση.

Έπειτα κλείστηκαν σε σπηλιά για τρία πλήρη χρόνια, χωρίς να εξέλθουν ποτέ, τρεφόμενοι μόνο με βελανίδια και κάστανα του βουνού. Η αδιάκοπη προσευχή, οι αμέτρητες γονυκλισίες, η αγρυπνία και η σιωπή τους έκαναν να μοιάζουν με μάρτυρες χωρίς διώκτη, ακόμη και χωρίς δικαστή. Ύστερα από τρία χρόνια ησυχίας ο Ευθύμιος εξήλθε από τη σπηλιά και βρήκε πλήθος μοναχών που τον περίμεναν για να διδαχθούν. Επέστρεψε στον Όλυμπο κατά την επιθυμία του γέροντος Θεοδώρου, και υπηρέτησε με αγάπη τα γηρατειά και τις ασθένειές του ως καλός μαθητής.

Όταν ο Θεόδωρος εκοιμήθη στη Θεσσαλονίκη, ο Ευθύμιος κατέβηκε να προσκυνήσει τον τάφο του, και ο λαός της πόλης τον υποδέχθηκε με τιμές. Για να αποφύγει τη δόξα, ανέβηκε σε στύλο έξω από την πόλη και άρχισε να διδάσκει και να θεραπεύει όσους τον επισκέπτονταν. Με τη συμβουλή του αρχιεπισκόπου Θεοδώρου, χειροτονήθηκε διάκονος, ώστε να μπορεί να μεταλαβαίνει συχνότερα τους ασκητές του Άθω. Επέστρεψε στο Άγιον Όρος μαζί με τους μαθητές Συμεών και Ιωάννη Κολοβό, και αποσύρθηκαν σε έρημο νησί, τη λεγόμενη Νέα.

Εκεί επιτέθηκαν οι Σαρακηνοί πειρατές, τους συνέλαβαν και θέλησαν να τους μεταφέρουν αιχμαλώτους, αλλά το πλοίο έμεινε ακίνητο μέσα στη θάλασσα. Οι ίδιοι οι βάρβαροι κατάλαβαν την αιτία και ζήτησαν με δάκρυα συγχώρηση, και μόνο τότε το πλοίο ξεκίνησε πάλι. Ένας από αυτούς όμως χτύπησε τον Ιωάννη και ο Ευθύμιος προφήτευσε ότι θα τον τιμωρούσε ο Θεός για την προσβολή. Σύντομα ρωμαϊκά πλοία αιχμαλώτισαν εκείνο ακριβώς το πλοίο, ενώ το άλλο διέφυγε ανέγγιχτο και ασφαλές, και έτσι ολοκληρώθηκε η θεία δικαιοσύνη.

Μια μέρα αποκαλύφθηκε στον Ευθύμιο να αναστηλώσει εγκαταλελειμμένη μονή στο όρος Περιστερά, ανατολικά της Θεσσαλονίκης, αφιερωμένη στον απόστολο Ανδρέα. Πήρε μαζί του τους μαθητές Ιγνάτιο και Εφραίμ και έφθασε εκεί γύρω στο όγδοο εβδομήκοντα ένα, αναζητώντας τα παλιά ερείπια. Ο τόπος είχε γίνει ποιμνιοστάσιο και κανείς δεν θυμόταν τον προηγούμενο ναό, αλλά ο όσιος έσκαψε και αποκάλυψε τα θεμέλια. Με τη βοήθεια του λαού και την επιμονή του οικοδομήθηκε μεγάλη εκκλησία προς τιμήν του αποστόλου, με παρεκκλήσια του Προδρόμου και του Ευθυμίου του Μεγάλου.

Πλήθος μαθητών συγκεντρώθηκαν γύρω του από τη Θεσσαλονίκη, και τους δίδασκε με υπομονή την απάρνηση των παθών και την εργασία των χεριών. Λίγο πιο πέρα ίδρυσε επίσης γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο τοποθέτησε ηγουμένη την αδελφή του Ευφημία, μαζί με όλες τις άλλες συγγενείς του. Αξιώθηκε πλούσια χαρίσματα από τον Κύριο, προφήτευσε στον μαθητή του Βασίλειο ότι θα γινόταν αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, και θεράπευσε δαιμονισμένους. Στα τελευταία του χρόνια κατέβαλε νέο αγώνα ησυχίας πάνω στον στύλο του κοντά στη Θεσσαλονίκη, με αδιάκοπη προσευχή και νηστεία.

Προγνωρίζοντας την ημέρα της κοιμήσεώς του, αποχαιρέτησε τους αδελφούς, αναχώρησε σε έρημο νησί του Άθω, και εκοιμήθη ειρηνικά τη δέκατη πέμπτη Οκτωβρίου. Τα ιερά λείψανά του μετακομίσθηκαν αργότερα στη Θεσσαλονίκη όπου τιμώνται έως σήμερα, και ας πρεσβεύει υπέρ ημών, αμήν.

Το διάβασαν7μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Όσιοι