Οσία Παρασκευή η Νέα η Επιβατηνή

Εικόνα: Οσία Παρασκευή η Νέα η Επιβατηνή

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Οσία Παρασκευή η Νέα η Επιβατηνή

Σε μια εποχή που η ορθόδοξη Ανατολή στέκονταν ανάμεσα σε μεγάλες δοκιμασίες και σε φλογερούς πνευματικούς αγώνες, αναδείχθηκε μια ταπεινή κόρη που έμελλε να δοξαστεί από τη Σερβία ως τη Μολδαβία. Η Οσία Παρασκευή γεννήθηκε κοντά στην πόλη Καλλικράτεια, στο μικρό χωριό των Επιβατών, ανάμεσα στη Σηλυβρία και την Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς της ήταν άνθρωποι θεοσεβείς, που εφάρμοζαν ανελλιπώς όλες τις θείες εντολές και ξεχώριζαν παντού για τις πλούσιες ελεημοσύνες και τις αγαθοεργίες τους.

Εκτός από την Παρασκευή είχαν αποκτήσει και ένα γιο, που τον έστειλαν στο σχολείο για να σπουδάσει τα ιερά γράμματα. Ο αδελφός της Παρασκευής μελέτησε επιμελώς τις Άγιες Γραφές και τελικά, με τη σύμφωνη γνώμη των γονέων του, εκάρη μοναχός με το όνομα Ευθύμιος. Αργότερα ο Ευθύμιος χειροτονήθηκε επίσκοπος Μαδύτου, όπου διέπρεψε για τον ενάρετο βίο του και τα πολλά θαύματα. Η μικρή Παρασκευή αναθράφηκε στο σπίτι των ευσεβών γονιών της, ζώντας από νωρίς μέσα στο φως της ορθόδοξης παράδοσης.

Από παιδί ήδη έκανε αγαθοεργίες και προτιμούσε την προσευχή από τα συνηθισμένα παιχνίδια της ηλικίας της. Μετά την κοίμηση των γονιών της η αγία αποφάσισε να ζήσει βίο γεμάτο θλίψεις, στερήσεις και ασκητικούς αγώνες. Φλεγόμενη από θείο πόθο για τον ουράνιο Κύριο, στράφηκε ολοκληρωτικά προς τον μοναχικό δρόμο της σωτηρίας και της αρετής. Η Παρασκευή δεν θέλησε να παραμείνει στην πολυτάραχη κοινωνία του κόσμου και απαρνήθηκε γρήγορα κάθε επίγειο δεσμό και κάθε φιλόκοσμη συντροφιά.

Έφυγε από τα πατρικά της εδάφη και κατέφυγε στην έρημο του Ιορδάνη, εκεί όπου παλαιότερα είχαν ασκηθεί οι μεγάλοι πατέρες της Παλαιστίνης. Στην έρημο αυτή έζησε ισάγγελο βίο, μιμούμενη τον προφήτη Ηλία και τον τίμιο Πρόδρομο Ιωάννη μέσα στη φλόγα της προσευχής. Τρεφόταν αποκλειστικά με χορταρικά της ερήμου, και αυτά σε ελάχιστη ποσότητα, ενώ τα γευόταν μόνο μετά τη δύση του ηλίου. Δοκιμαζόταν αλύπητα από τις σκληρές εναλλαγές της ζέστης και του ψύχους, αλλά κρατούσε σταθερά το βλέμμα της στραμμένο μόνο προς τον αληθινό Θεό.

Έχυνε αδιάκοπα δάκρυα μετανοίας και έκανε αναρίθμητες γονυκλισίες, χωρίς να καταγράφονται ποτέ ολόκληρες οι σωματικές της ασκήσεις από κανέναν συγκαιρινό της. Μόνο ο πανταχού παρών Θεός γνώριζε τους κρυφούς αγώνες της και τις βαθιές πνευματικές αναζητήσεις της μέσα στην ησυχία. Έλεγε ασταμάτητα στον Νυμφίο Χριστό ότι μόνο εκείνον αναζητούσε η ψυχή της και κρατούσε στον νου της λόγια από το Άσμα Ασμάτων. Αγωνιζόταν να ετοιμάσει τη λαμπάδα της και να εξέλθει μαζί με τις φρόνιμες παρθένες σε υπάντηση του ουρανίου Νυμφίου.

Έτσι μεταμόρφωσε την ερημία σε αληθινό παράδεισο και την ψυχή της σε κατοικητήριο της Αγίας Τριάδος. Ο πονηρός εχθρός φθόνησε σφοδρά τις πολλές αρετές της Παρασκευής και επιχειρούσε με πλήθος φαντασμάτων και απάτες να την εκφοβίσει. Πολλές φορές μεταμορφωνόταν σε διάφορα άγρια θηρία και επιτίθονταν εναντίον της ασκήτριας, προσπαθώντας να της κλείσει τον δρόμο των ασκήσεων. Η καλή νύμφη του Χριστού επαναλάμβανε όμως ότι κατέφυγε στον Ύψιστο ως καταφύγιό της και σήκωνε πάντοτε το σημείο του τιμίου σταυρού.

Με το σημείο του σταυρού και την επίκληση του ονόματος του Ιησού αποδιώχνε τους εχθρούς σαν ευτελή ιστούς αράχνης. Νίκησε τελείως τον διάβολο, αν και είχε γυναικεία φύση, διότι κατέκτησε αληθινά ανδρείο φρόνημα και χάρη πολεμική του Αγίου Πνεύματος. Όπως ο νεαρός Δαβίδ κατάβαλε τον γίγαντα Γολιάθ, έτσι και η Παρασκευή νίκησε τον υπερήφανο αρχέκακο αντίπαλο της ψυχής της. Με τις λαμπρές αρετές της η Οσία στόλισε την ψυχή της και έγινε αληθινή αγαπημένη νύμφη του Χριστού.

Ο ουράνιος Βασιλεύς της πραγματικά επιθύμησε την ομορφιά της και κατοίκησε μέσα της μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Έγινε ζωντανός ναός του Θεού του Ζώντος, ένα δοχείο εκλεκτό για τη χάρη που ξεχύνεται από τον ουρανό. Έτσι, αν και πορευόταν πάνω στη γη, η ζωή της εξυψώθηκε ως φωτεινό πρότυπο σε ολόκληρη την ορθόδοξη οικουμένη. Κάποια νύχτα, μετά από πολυετή παραμονή στην έρημο, η αγία στεκόταν στην προσευχή με τα χέρια της απλωμένα προς τον ουρανό.

Είδε ξαφνικά μπροστά της έναν λαμπρό άγγελο σε σχήμα νεανίσκου, ο οποίος την πλησίασε με στοργή και την προσφώνησε. Της παρήγγειλε να εγκαταλείψει την έρημο και να γυρίσει στην πατρίδα της, διότι εκεί έπρεπε να αποθέσει το σώμα της και να φύγει προς τον Κύριο. Η Παρασκευή κατάλαβε αμέσως ότι μέσα από το όραμα μιλούσε καθαρά το θεϊκό θέλημα και χάρηκε για την επικείμενη λύσηνε από τα δεσμά του σώματος. Της κόστιζε όμως να αποχωριστεί την ερημία, αφού τίποτε δεν καθαρίζει την ψυχή τόσο όσο η σιωπή και η μοναξιά.

Παρά τη θλίψη της, υπάκουσε αμέσως στο ουράνιο πρόσταγμα και ξεκίνησε για την πατρίδα της με μοναδική συνοδεία την προσευχή. Πέρασε πρώτα από την βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη και προσκύνησε στον περικαλλή ναό της Αγίας Σοφίας, μυσταγωγημένη από τη μεγαλοπρέπεια της λατρείας. Επισκέφθηκε στη συνέχεια τον ιερό ναό των Βλαχερνών και ασπάστηκε εκεί τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου. Συνέχισε ύστερα για το χωριό των Επιβατών, όπου παρέμεινε για ένα διάστημα χωρίς να αλλάξει ποτέ τον ασκητικό της κανόνα.

Στον τόπο της καταγωγής της ολοκλήρωσε ειρηνικά τη ζωή της και παρέδωσε την αγία της ψυχή στον Νυμφίο της Χριστό. Μετά την κοίμησή της, το τίμιο σώμα της Παρασκευής τάφηκε από ευσεβείς πιστούς, αλλά όχι στο κοινό κοιμητήριο, διότι κανείς δεν γνώριζε ποια ήταν στην πραγματικότητα. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να φανερωθεί η αγιότητά της, ώσπου ο Θεός θέλησε να δοξάσει την υπηρέτριά του με θαυμαστό τρόπο. Κοντά στον τόπο όπου είχε ταφεί η οσία ασκούνταν σε ψηλό στύλο ένας ευλαβής στυλίτης μοναχός.

Συνέβη να ξεβραστεί τότε από τα κύματα στην παραλία το πτώμα ενός θαλασσινού που είχε αρρωστήσει στο ταξίδι και είχε αποβιώσει. Από το πτώμα ξεκίνησε να αναβλύζει αφόρητη δυσοσμία, και ο στυλίτης ίδιος δεν άντεξε και διέταξε να σκαφτεί τάφος για να ταφεί ο νεκρός. Καθώς οι εργάτες έσκαβαν, βρήκαν με θεία οικονομία το άφθαρτο σώμα της οσίας Παρασκευής, αλλά μη γνωρίζοντας την αξία του δεν έδωσαν προσοχή. Έθαψαν λοιπόν ξανά το λείψανο μαζί με το δύσοσμο πτώμα και έφυγαν για τα σπίτια τους χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τη νύχτα ένας από αυτούς, ο ευλαβής Γεώργιος, είδε σε όνειρο μια βασίλισσα σε λαμπρό θρόνο, περιστοιχισμένη από φωτεινούς στρατιώτες ουρανίους. Ένας από τους στρατιώτες τον σήκωσε και του είπε αυστηρά να μεταφέρει αμέσως το ιερό λείψανο της οσίας σε άξιο τόπο. Η ίδια η Παρασκευή του φανέρωσε την ταυτότητα και την πατρίδα της, ζητώντας να μεταφέρουν επειγόντως τα τίμια λείψανά της. Το ίδιο όραμα είδε την ίδια νύχτα και μια ευλαβής γυναίκα ονόματι Ευφημία στο διπλανό σπίτι.

Το πρωί διηγήθηκαν και οι δύο όσα είχαν δει, και ο ευλαβής λαός των Επιβατών έσπευσε με αναμμένες λαμπάδες στον τόπο των λειψάνων. Οι κάτοικοι ανέσυραν με δέος τα ιερά λείψανα από τη γη και τα τοποθέτησαν στον ναό των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στο χωριό τους. Εκεί τα λείψανα παρέμειναν περίπου εκατόν εβδομήντα πέντε χρόνια, ενώ από αυτά αναβλυζαν αδιάκοπα ιάσεις, θεραπείες και θαύματα για κάθε αρρωστο ή δαιμονιζόμενο πιστό. Το χίλια διακόσια τριάντα οκτώ, στην εποχή της κατοχής των φραγκολατίνων στην Κωνσταντινούπολη, ο ευσεβέστατος Ιωάννης Ασέν, βασιλιάς Βουλγαρίας και Σερβίας, μετέφερε τα λείψανα στο Τύρνοβο.

Στην επόμενη περίοδο, με τη βαθμιαία κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Οθωμανούς, τα λείψανα μετακινήθηκαν για να σωθούν από βεβήλωση. Πρώτα μεταφέρθηκαν στη Βλαχία, και αργότερα, το χίλια τριακόσια ενενήντα έξι, μέσω της Σερβίδας βασίλισσας Μιλίτσας έφτασαν στο Βελιγράδι. Το χίλια πεντακόσια είκοσι ένα ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Δεύτερος κατέλαβε το Βελιγράδι και μετέφερε τα λείψανα στην Κωνσταντινούπολη, παραδίδοντάς τα τελικά στο Πατριαρχείο. Το χίλια εξακόσια σαράντα ένα ο ευσεβέστατος ηγεμόνας Βασίλειος Λούπουλ της Μολδαβίας ζήτησε τα ιερά λείψανα και τα μετέφερε επίσημα στο Ιάσιο.

Εκεί κατατέθηκαν με μεγάλες τιμές στον ναό των Τριών Ιεραρχών, σε ατμόσφαιρα πανηγυρικής χαράς ολόκληρου του λαού. Οσία Παρασκευή Επιβατηνή, νύμφη του Χριστού και προστάτιδα Σερβίας και Μολδαβίας, πρέσβευε στον Κύριο για όλους εμάς που τιμούμε την ιερή σου μνήμη, αμήν.

Το διάβασαν7μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Αγίες ΓυναίκεςΌσιοι