Άγιος Θωμάς ο Απόστολος

Εικόνα: Άγιος Θωμάς ο Απόστολος

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Άγιος Θωμάς ο Απόστολος

Σε μιαν εποχή που η ψηλάφηση μιας πληγής έγινε ομολογία πίστεως, ένας απόστολος φώτισε τα έθνη της Ανατολής. Ο Άγιος Θωμάς ο Απόστολος, ο επονομαζόμενος και Δίδυμος, γεννήθηκε στη γαλιλαϊκή πόλη Πανεάδα από οικογένεια αλιέων. Όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός περιόδευε στην Παλαιστίνη διδάσκοντας τον λαό και θεραπεύοντας κάθε ασθένεια, ο Θωμάς άκουσε το κήρυγμά του. Είδε επίσης τα μεγάλα θαύματα του Κυρίου και προσκολλήθηκε σε αυτόν με όλη την καρδιά και ψυχή του.

Τρεφόταν με τα γλυκά λόγια του Ιησού και με τη θέα του πανάγιου προσώπου του και τον ακολουθούσε παντού στα οδοιπορικά του. Ο Κύριος τον τίμησε να καταταγεί στους δώδεκα Αποστόλους, με τους οποίους ο Θωμάς ακολούθησε τον Χριστό μέχρι το σωτηριώδες πάθος του. Μετά την Ανάσταση του Κυρίου, ο Θωμάς ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πίστη της Εκκλησίας με τη δυσπιστία του στα λόγια των άλλων μαθητών. Όταν οι λοιποί μαθητές του έλεγαν με χαρά ότι είδαν τον αναστάντα Κύριο, εκείνος δεν ήθελε να τους πιστέψει εύκολα.

Διακήρυξε τότε ότι δεν θα πιστέψει, αν δεν δει με τα μάτια του τις πληγές και δεν ψαύσει με τα χέρια του τον αναστημένο. Η δυσπιστία του αυτή έγινε εν τέλει ακρογωνιαία απόδειξη της αληθινής σωματικής Αναστάσεως για ολόκληρη την Εκκλησία. Οκτώ ημέρες μετά την Ανάσταση, όταν όλοι οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι μαζί και ο Θωμάς βρισκόταν ανάμεσά τους, εμφανίστηκε πάλι ο Κύριος. Ο Χριστός είπε τότε στον Θωμά: «Δώσε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, δώσε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός».

Όταν ο Θωμάς είδε τον Χριστό και άγγιξε τη ζωοποιό πλευρά του, αναφώνησε με δέος: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Το γεγονός αυτό αποδεικνύει με τον πιο ζωντανό τρόπο σε όλους την αλήθεια της Αναστάσεως του Κυρίου. Ο Χριστός εμφανίστηκε στους μαθητές όχι ως φάντασμα ή σε άλλο σώμα, αλλά στο ίδιο σώμα με το οποίο έπαθε χάριν της σωτηρίας μας. Σε ορισμένες εικόνες αυτό το γεγονός επιγράφεται λανθασμένα ως «Η δυσπιστία του Θωμά» από μερικούς αντιγραφείς.

Στην ελληνική γλώσσα η σωστή επιγραφή είναι «Η ψηλάφηση του Θωμά» και στη σλαβονική «Η πίστη του Θωμά». Όταν ο άγιος Θωμάς άγγιξε τη ζωοποιό πλευρά του Κυρίου, δεν είχε πλέον καμιά αμφιβολία για την Ανάσταση. Μετά την Ανάληψη του Ιησού στους ουρανούς και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος έγινε ο κλήρος μεταξύ των Αποστόλων. Στον Θωμά έπεσε ο κλήρος να πάει στην Ινδία για να φωτίσει τις χώρες που τις σκίαζε η ειδωλολατρία. Έπρεπε λοιπόν να διδάξει την αληθινή πίστη στους Πάρθους, Μήδους, Πέρσες, Υρκανούς, Βακτριανούς, Βραχμάνες και σε όλους τους πιο μακρινούς λαούς εκείνων των μερών.

Ο Θωμάς ένιωθε αρχικά μεγάλη λύπη που στελνόταν σε τόσο άγρια έθνη και άγνωστους μακρινούς τόπους. Όμως ο ίδιος ο Κύριος του εμφανίστηκε σε όραμα, για να τον ενισχύσει και να τον προτρέψει να είναι θαρραλέος και χωρίς φόβο. Του υποσχέθηκε επίσης ότι θα είναι μαζί του πάντοτε και του έδειξε σύντομα και τον τρόπο να εισέλθει σε αυτές τις χώρες. Ο βασιλιάς της Ινδίας Γουνδαφόρος, θέλοντας να χτίσει για τον εαυτό του ένα ωραίο παλάτι, έστειλε τον έμπορο Αβάν στην Παλαιστίνη.

Ζητούσε εκεί έναν επιδέξιο και έμπειρο αρχιτέκτονα ικανό να ανεγείρει παλάτια όμοια με εκείνα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Με αυτόν ακριβώς τον Αβάν διέταξε ο Κύριος τον Θωμά να πάει στις μακρινές ινδικές χώρες. Όταν ο Αβάν αναζητούσε αρχιτέκτονες στην Πανεάδα, ο Θωμάς τον συνάντησε και παρουσιάστηκε σε αυτόν ως επιδέξιος οικοδόμος. Ο Αβάν τον προσέλαβε με χαρά και αναχώρησαν μαζί με πλοίο για την Ινδία, με ευνοϊκό άνεμο. Όταν προσέγγισαν σε κάποια πόλη, άκουσαν εκεί ήχους από σάλπιγγες και μουσικά όργανα μέσα στα δρομάκια.

Ο βασιλιάς της πόλεως πάντρευε την κόρη του και είχε διατάξει να συγκεντρωθούν όλοι στους γάμους με την απειλή της τιμωρίας. Φοβούμενοι την οργή του βασιλιά, ο Αβάν και ο Θωμάς πήγαν στους γάμους και κάθισαν στο τραπέζι ως ξένοι περαστικοί. Ο απόστολος όμως δεν έτρωγε και δεν συμμετείχε στο γλέντι, αλλά καθόταν βυθισμένος σε στοχασμό και αδιάκοπη προσευχή. Μια Εβραία μουσικός, που έπαιζε σύριγγα στα τραπέζια, αντιλήφθηκε πως ο ξένος ήταν ομόθρησκός της και ομοεθνής της.

Τραγουδούσε λοιπόν εμπρός του στα εβραϊκά: «Ένας είναι ο Θεός, ο Θεός των Ιουδαίων, αυτός που έφτιαξε ουρανό και γη». Ο οινοχόος όμως, βλέποντας ότι ο Θωμάς δεν διασκέδαζε, τον χτύπησε στο πρόσωπο σκληρά μπροστά σε όλους. Ο Απόστολος του είπε με ηρεμία ότι θα έβλεπε σύντομα το χέρι που τον χτύπησε σπαραγμένο από σκυλιά μέσα στους δρόμους. Πράγματι, λίγο μετά ο οινοχόος βγήκε στο πηγάδι και τον επιτέθηκε ένα λιοντάρι που τον σκότωσε επιτόπου. Έπειτα τρέξαν σκυλιά και ένας μαύρος σκύλος έσυρε το δεξί του χέρι μέσα στους καλεσμένους του γάμου.

Όλοι έπιασαν τρόμος και η μουσικός φώναξε ότι ανάμεσά τους βρίσκεται είτε Θεός είτε σταλμένος από τον Θεό. Ο βασιλιάς, ακούγοντας το συμβάν, κάλεσε τον Θωμά στο παλάτι και του ζήτησε να ευλογήσει την κόρη του. Ο απόστολος δίδαξε με σοφία τους νεονύμφους να φυλάξουν την παρθενία και την καθαρότητα της ψυχής τους. Έπειτα από θερμή προσευχή τους ευλόγησε με πατρική αγάπη και αναχώρησε αθόρυβα από το βασιλικό παλάτι. Τη νύχτα ο Κύριος εμφανίστηκε στους νεονύμφους με τη μορφή του Θωμά και τους έδειξε τη βασιλεία των αφθάρτων στεφάνων.

Όταν ο βασιλιάς έμαθε ότι τους έπεισε ο Θωμάς να ζήσουν εν παρθενία, οργίστηκε σφοδρά και έστειλε υπηρέτες να τον συλλάβουν. Ο Θωμάς όμως είχε ήδη φύγει μαζί με τον Αβάν για την Ινδία και τον τόπο του προορισμού του. Φτάνοντας στον βασιλιά Γουνδαφόρο, ο Θωμάς ανέλαβε να χτίσει το πολυτελές παλάτι σύμφωνα με τις προδιαγραφές που του έδωσαν. Έλαβε από τον βασιλιά μεγάλη ποσότητα χρυσού για την οικοδόμηση και ο βασιλιάς αναχώρησε σε άλλη χώρα για χρόνια.

Ο Θωμάς όμως διαμοίρασε όλο τον χρυσό στους φτωχούς και απόρους και κήρυττε ασταμάτητα το Ευαγγέλιο. Βάπτισε πολλούς στο όνομα του Χριστού και έχτισε για αυτούς πνευματικά παλάτια στη βασιλεία των ουρανών. Όταν ο βασιλιάς επέστρεψε στη χώρα του και έμαθε τι έγινε με όλον τον βασιλικό χρυσό του, εξοργίστηκε φρικτά. Διέταξε να ριχθούν στη φυλακή ο Θωμάς και ο Αβάν, μέχρι να αποφασιστεί ο τρόπος του βασανισμού τους. Εκείνη όμως τη νύχτα ο αδελφός του βασιλιά αρρώστησε ξαφνικά βαριά και πέθανε από τη μεγάλη θλίψη του.

Άγγελος Κυρίου πήρε την ψυχή του και του έδειξε λαμπρότατο παλάτι στους ουρανούς, το οποίο ανήκε στον αδελφό του. Επιστρέφοντας στη ζωή, ο νεκρός ζήτησε από τον βασιλιά να του χαρίσει το ουράνιο παλάτι του. Ο βασιλιάς κατάλαβε τότε τη μεγάλη αλήθεια του Ευαγγελίου και ζήτησε συγνώμη από τον απόστολο Θωμά. Ο Θωμάς βάπτισε τότε τον βασιλιά μαζί με τον αδελφό του και πολλούς αξιωματούχους του παλατιού. Έπειτα συνέχισε την αποστολική του πορεία στη χώρα του βασιλιά Μουζδίου, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο με μεγάλη παρρησία.

Εκεί προσέλκυσε στην πίστη του Χριστού τη βασίλισσα Τερτία και τη Μυγδονία, σύζυγο του πρώτου αυλικού Καρίσιου. Βάπτισε επίσης τον γιο του βασιλιά τον Αζάνη και πολλούς άλλους ευγενείς και ανθρώπους του λαού. Ο βασιλιάς οργίστηκε για τις αλλαγές στις ζωές της γυναίκας του και των άλλων και διέταξε τη σύλληψη του Θωμά. Στην απολογία του ο απόστολος ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό ως Θεό του ουρανού και της γης. Ο βασιλιάς διέταξε φοβερά βασανιστήρια, αλλά ο Άγιος βγήκε αβλαβής από τις πύρινες πλάκες και τη φλεγόμενη κάμινο.

Τον οδήγησαν τότε στο ιερό του ηλιακού ειδώλου και εκείνο διαλύθηκε αμέσως σαν κερί από τη δύναμη του Θεού. Τελικά πέντε στρατιώτες τον ανέβασαν σε ένα όρος έξω από την πόλη Αξιούμη με εντολή του βασιλιά. Πριν τον φονεύσουν, ο Θωμάς ζήτησε χρόνο και χειροτόνησε ιερέα τον Σιφόρα και διάκονο τον βασιλόπαιδα Αζάνη. Έπειτα τον λόγχισαν θανάσιμα με πέντε λόγχες και ο μακάριος απόστολος παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο. Ταις πρεσβείαις του αγίου σου ενδόξου αποστόλου Θωμά του Διδύμου και ισαποστόλου των Ινδιών Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν6μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Απόστολοι