Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ανακομιδή Λειψάνων Αγίου Γουρία Αρχιεπισκόπου Καζάν
Στα ρωσικά εδάφη του δέκατου έκτου αιώνα, εκεί όπου η Ορθοδοξία απλωνόταν προς τις στέπες της Ανατολής, ένας ταπεινός ιεράρχης έγραφε μια εξαιρετική σελίδα ιεραποστολικής αγάπης. Ο Άγιος Γουρίας, με κοσμικό όνομα Γρηγόριος, γεννήθηκε στην πόλη Ραντόνεζ της Ρωσίας από φτωχούς και μη γνωστούς ευγενείς της οικογένειας Ρουγκότιν. Σε νεαρή ηλικία ο Γρηγόριος δόθηκε σε υπηρεσία στο σπίτι του πρίγκιπα Ιωάννη Πένκωφ της περιοχής. Είχε χαρακτήρα πράο και υποχωρητικό, αγαπούσε να πηγαίνει συχνά στον ναό του Θεού για προσευχή και προσευχόταν επίσης μόνος στο σπίτι.
Φύλαγε πάντοτε προσεκτικά τη σωφροσύνη του, κρατούσε αυστηρή νηστεία και αγαπούσε ιδιαίτερα τη φιλανθρωπία προς τους πτωχούς. Η χρηστή του διαγωγή και η εντιμότητά του τού κέρδισαν την αγάπη του αυθέντη του στην υπηρεσία. Ο πρίγκιπας του ανέθεσε ολόκληρη τη διαχείριση του οίκου του και των κτημάτων της οικογενείας του. Αυτή η εκτίμηση όμως προκάλεσε μεγάλη ζήλεια στους άλλους συνυπηρέτες του Γρηγορίου, οι οποίοι τον συκοφάντησαν αδίκως ενώπιον του αυθέντη.
Ψευδώς τον κατηγόρησαν στον πρίγκιπα ότι δήθεν είχε διαπράξει αισχρή μοιχεία με τη νόμιμη σύζυγό του στο σπίτι. Ο εξοργισμένος πρίγκιπας πίστεψε αμέσως τους συκοφάντες και διέταξε με βιασύνη να εκτελεστεί ο εντελώς αθώος νέος. Ο γιος του πρίγκιπα, πιο συνετός και προσεκτικός από τον πατέρα του, μεσολάβησε για τη ζωή του Γρηγορίου. Παρακάλεσε με σύνεση τον πατέρα να μην ντροπιάσει την οικογένειά τους με αυτή τη βιαστική απόφαση της εκτέλεσης. Όταν εξακριβώθηκε αργότερα από έρευνες η σκοτεινή συκοφαντία, γλίτωσε τον αθώο Γρηγόριο από τον βέβαιο θάνατο.
Ο πρίγκιπας όμως, κυριευμένος ακόμη από κακία, έβαλε τον εντελώς αθώο νέο σε ένα βαθύ και σκοτεινό λάκκο. Δύο ολόκληρα χρόνια πέρασε εκεί κάτω ο μακάριος, βασανισμένος καθημερινά από την πείνα και τη σκληρή απομόνωση. Για ολόκληρη τροφή του έδιναν μια χούφτα βρώμη μια φορά στις τρεις ημέρες και λίγο νερό να πίνει. Παρά τη φοβερή κατάστασή του ο Γρηγόριος ενίσχυε την ψυχή του με το παράδειγμα των αρχαίων μαρτύρων. Σκεφτόταν ταυτόχρονα ότι η φυλάκιση τον είχε απαλλάξει από τους πειρασμούς και τις ταραχές του εξωτερικού κόσμου.
Όταν ένας παλιός του φίλος προσφέρθηκε να του φέρει κρυφά καλύτερο φαγητό, ο νέος αρνήθηκε ευγενικά. Δήλωσε ότι τον τρέφει αρκετά η πλούσια χάρη του Θεού στη βαθιά και ζωντανή ψυχική του πνευματικότητα. Ζήτησε όμως αντί για φαγητό χαρτί και μελάνι για να γράφει αλφαβητάρια προς διδασκαλία των παιδιών. Παρέδιδε αυτά στον φίλο του, ο οποίος τα πουλούσε και μοίραζε με δική του ευλάβεια τα χρήματα στους πτωχούς. Στο τέλος του δεύτερου χρόνου φυλάκισης ο ελεήμων Κύριος αποφάσισε να ελευθερώσει τον δούλο του από τα δεσμά.
Μια νύχτα ο Γρηγόριος είδε ξαφνικά λαμπρό φως να λάμπει επίμονα στην πόρτα της σκοτεινής φυλακής του. Φοβήθηκε αρχικά μήπως ήταν δαιμονική απάτη, καθώς εκείνη η πόρτα δεν είχε ανοίξει δύο χρόνια ολόκληρα. Σηκώθηκε αμέσως σταυρωτός και προσευχήθηκε με κατάνυξη στον Θεό, οπότε το φως φάνηκε ακόμη πιο δυνατό από προηγουμένως. Άγγιξε τότε διστακτικά την πόρτα με το ασθενικό χέρι του και εκείνη άνοιξε αμέσως διάπλατα μπροστά του. Κατάλαβε ότι ο ίδιος ο Θεός τον απελευθέρωνε και πήρε μαζί του τη μικρή εικόνα της Παναγίας.
Βγήκε αόρατος και ελεύθερος χωρίς να τον δει κανένας από τους φύλακες, αν και ήταν ήδη φωτεινή ημέρα στην πόλη. Έφυγε από εκεί και πορεύτηκε στη Μονή Κοιμήσεως του Αγίου Ιωσήφ, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Γουρίας. Έγινε σύντομα ζωντανό υπόδειγμα μοναχικής βιοτής και αξιώθηκε να γίνει ηγούμενος της μονής Ιωσήφ για περίπου εννέα ολόκληρα έτη. Λόγω ασθένειας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ηγουμενία και έζησε δύο χρόνια σε ησυχία με νηστεία και προσευχή.
Όταν ο τσάρος Ιωάννης ο Δ ο Τρομερός κατέκτησε την πόλη του Καζάν, χρειάστηκε ιεραπόστολος για τη νέα περιοχή. Με συμβουλή του μητροπολίτη Μακαρίου και απόφαση συνόδου ιεραρχών, ο Γουρίας εκλέχτηκε με κλήρο πρώτος αρχιεπίσκοπος Καζάν. Ο τσάρος τον έστειλε στο Καζάν με μεγάλη τιμή, δίνοντάς του πλήθος εικόνων, λειτουργικών σκευών και θεολογικών βιβλίων. Έφτασε στην πόλη μετά από δύο μήνες πορείας και ανέλαβε αμέσως το βαρύ ποιμαντικό του έργο. Ως αρχιεπίσκοπος συνέχισε τον ίδιο ασκητικό βίο, τρέφοντας τους πτωχούς και προστατεύοντας τις χήρες και τα ορφανά.
Περνούσε τις νύχτες σε προσευχή και την ημέρα δίδασκε στους απίστους την πίστη στην Αγία Τριάδα. Πολλούς πρώην απίστους οδήγησε στον Χριστό με τη φωτεινή διδασκαλία του και με τα ζωντανά έργα της αγάπης του. Η εξάντληση από τα νεανικά βάσανα της φυλακής κατέβαλε τελικά τη σωματική του υγεία και ασθένησε βαριά. Συνέχισε όμως να παρακολουθεί τη θεία λειτουργία στον ναό του Ευαγγελισμού, μεταφερόμενος εκεί από τους ακολούθους του. Πριν την κοίμησή του κάλεσε τον αγαπημένο του αρχιμανδρίτη Βαρσανούφιο και έλαβε από αυτόν το μεγάλο αγγελικό σχήμα.
Ο Άγιος Γουρίας εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω στις τέσσερις του μηνός Δεκεμβρίου του χιλιοστού πεντακοσιοστού εξηκοστού τετάρτου έτους. Τριάντα δύο χρόνια αργότερα, κατά τη θεμελίωση νέου ναού της Μεταμορφώσεως, βρέθηκαν τα ιερά λείψανά του. Ο τάφος του Αγίου ήταν γεμάτος ευωδιαστό και διαυγές μύρο, ενώ το σώμα του ήταν τελείως άφθαρτο. Πολλοί ασθενείς και ταλαιπωρημένοι πιστοί θεραπεύτηκαν αλειφόμενοι με το θαυματουργικό μύρο που έρρεε από τα τίμια λείψανά του. Ταις πρεσβείαις του αγίου σου ιεράρχου Γουρίου αρχιεπισκόπου Καζάν του ισαποστόλου φωτιστού της Ρωσίας Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.