Όσιος Σάββας ο εν Βησερία ο Θαυματουργός

Εικόνα: Όσιος Σάββας ο εν Βησερία ο Θαυματουργός

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Όσιος Σάββας ο εν Βησερία ο Θαυματουργός

Στις παγωμένες πεδιάδες της Ρωσίας του δεκάτου τετάρτου αιώνα γεννήθηκε ένας μοναχός που έμελλε να συγκλονίσει με τη ζωή του ολόκληρο το Νοβγκορόντ. Ο όσιος Σάββας ήρθε στον κόσμο γύρω στο έτος χίλια τριακόσια ογδόντα ένα, στην πόλη Κάσιν του πριγκιπάτου του Τβερ. Καταγόταν από επιφανή και ευλαβέστατη οικογένεια του βογιάρου Ιβάν Μπορόζντα, μέσα στην οποία πέρασε όλα τα παιδικά του χρόνια. Από πολύ μικρή ηλικία ξεχώρισε για την ευσέβειά του και τη ζήλεια του προς τη μοναστική ζωή.

Φορώντας ακόμα τον κοσμικό ρούχο, μιμούταν τους αγώνες των μοναχών με αυστηρή νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Επισκεπτόταν συχνά τους ναούς της περιοχής και αναζητούσε με σοβαρότητα τον πραγματικό προορισμό της ψυχής του. Σύντομα έλαβε την απόφαση να γίνει μοναχός και πήγε σε ένα από τα μοναστήρια της πόλεως του Τβερ. Εκεί εκάρη ταπεινός μοναχός και άρχισε να αναλαμβάνει διάφορα δύσκολα διακονήματα μέσα στην αδελφότητα της μονής. Δούλεψε στο μαγειρείο, στον φούρνο και σε άλλες ταπεινές υπηρεσίες, χωρίς ποτέ να γογγύζει ή να παραπονιέται.

Η αρετή του γρήγορα έλαμψε σαν φως μπροστά στα μάτια όλων των πατέρων εκείνης της μονής. Όταν αργότερα εγκαταστάθηκε στη Σαββινή έρημο του Τβερ, οι αδελφοί τον αγάπησαν τόσο πολύ ώστε τον εξέλεξαν ηγούμενο. Ο Σάββας δέχτηκε με βαριά καρδιά την προσωρινή αυτή ευθύνη μέσα στη μονή που τον είχε τόσο τιμήσει. Οι βογιάροι και όλος ο λαός της περιοχής άρχισαν να τον τιμούν σαν πραγματικό άγιο ζωντανό. Η φήμη της ταπείνωσής του, της εγκράτειας και των άλλων αρετών του ξεπέρασε σύντομα τα όρια του Τβερ.

Ο όσιος όμως δεν άντεξε το βάρος της ανθρώπινης δόξας και αποφάσισε να φύγει κρυφά από τα μέρη εκείνα. Έζησε για πολύ καιρό σε άγνωστη γη ως ταπεινός ξένος, χωρίς να αποκαλύπτει ποτέ την πραγματική του ταυτότητα. Έχοντας μέσα του ζωηρή την επιθυμία για ανώτερους μοναχικούς αγώνες, ξεκίνησε για το ιερό Άγιον Όρος του Άθω. Έφτασε στον Άθω και ζήτησε να φιλοξενηθεί σε μία από τις μονές για να μάθει την ασκητική ζωή. Πέρασε εκεί πολλά χρόνια κοντά στους αγίους πατέρες του Άθωνα και εμβάθυνε στις παραδόσεις της ανατολικής μοναχικής εμπειρίας.

Επέστρεψε αργότερα στη Ρωσία φέρνοντας μαζί του πολύτιμα αντίγραφα ιερών βιβλίων από την αγία τράπεζα του Άθωνα. Μεταξύ αυτών ήταν και το Πηδάλιον, που αργότερα χρησιμοποίησε εκτενώς ο αρχιεπίσκοπος Βασιανός Ρύλε του Ροστόβ. Έφτασε στη Μεγάλη Νοβγκορόντ μεταμφιεσμένος ως φτωχός ξένος και κανείς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον πρώην ηγούμενο. Με την οδηγία του Θεού πορεύτηκε προς τον ποταμό Βίσερα και εγκαταστάθηκε σε μια ολότελα έρημη όχθη του. Στην έρημη εκείνη γη ο όσιος Σάββας στερέωσε έναν σταυρό και έστησε μια μικρή ξύλινη καλύβα για κατοικία.

Είχε πάντοτε μαζί του την ιερά εικόνα της Παναγίας, μπροστά στην οποία προσευχόταν αδιαλείπτως νύχτα και μέρα. Κάποια μέρα ένας Νοβγκοροντιανός περνούσε από εκεί κατά την περίοδο της νηστείας των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ο καιρός ήταν φοβερά καυτός εκείνες τις μέρες του καλοκαιριού, και τα κουνούπια κάλυπταν ολόκληρο το πρόσωπο του αγίου. Ο όσιος ήταν τόσο βυθισμένος στην προσευχή, ώστε δεν αισθανόταν καθόλου τα κουνούπια πάνω στο σώμα του.

Ο διαβάτης έμεινε έκπληκτος από αυτό το θέαμα και διηγήθηκε σε άλλους όσα είχε δει με τα μάτια του. Η φήμη του ασκητή εξαπλώθηκε γρήγορα, και ο όσιος αναγκάστηκε να μετακινηθεί ακόμη πιο μακριά στον ποταμό Σόσνιτσα. Στον νέο εκείνο τόπο συνέχισε τους ασκητικούς του αγώνες με ακόμα μεγαλύτερες στερήσεις και αυστηρή νυχτερινή προσευχή. Η φήμη του έφτασε τελικά στον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη του Νοβγκορόντ, ο οποίος έστειλε άνθρωπό του για να ερευνήσει. Ο απεσταλμένος ρώτησε αυστηρά τον Σάββα γιατί εγκαταστάθηκε σε εκείνα τα μέρη χωρίς την ευλογία του αρχιερέως.

Ο όσιος απάντησε ταπεινά με μία παραβολή για δύο κοπέλες σε δύο διαφορετικά παράθυρα και μίλησε για παρθενική αγνότητα. Όταν ο αρχιεπίσκοπος έμαθε την απάντηση εκείνη, κατάλαβε αμέσως ότι ο Σάββας ήταν αληθινός και πνευματικός άνθρωπος. Έσπευσε αμέσως να τον συναντήσει στην έρημο και ευλόγησε με δάκρυα την αγία του πορεία και ζωή. Με την ευλογία του αρχιεπισκόπου ο Σάββας ίδρυσε επίσημα τη μονή του στις όχθες του ποταμού Βίσερα. Άρχισε να κτίζει με τα ίδια του τα χέρια κελιά για τους μοναχούς που έρχονταν προς αυτόν.

Έπειτα ανήγειρε με τη βοήθεια των αδελφών ναό αφιερωμένο στην ένδοξη Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η μονή ανθούσε πνευματικά και πολλοί προσκυνητές κατέφθαναν για να λάβουν συμβουλή ή να μονάσουν δίπλα του. Όταν συμπλήρωσε το έργο, ο Σάββας έστησε μια ψηλή κολώνα δίπλα στη μονή για ακόμα μεγαλύτερη άσκηση. Όλη την εβδομάδα μέχρι το Σάββατο ζούσε ως στυλίτης πάνω στην κολώνα μέσα σε νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Κάθε Σάββατο κατέβαινε από την κολώνα, κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια μαζί με τους αδελφούς και άκουγε τη θεία λειτουργία.

Από εκεί ψηλά παρακολουθούσε τη μονή με τις προσευχές του, και πολλές φορές απομάκρυνε ληστές με θαυματουργικό τρόπο. Όταν συμπλήρωσε τα εβδομήντα του χρόνια, η υγεία του άρχισε να εγκαταλείπει το ασκητικό του σώμα. Συγκάλεσε όλη την αδελφότητα και τους έδωσε τελευταίες πατρικές νουθεσίες για την ορθόδοξη πίστη και την ταπείνωση. Παρέδωσε τη διοίκηση της μονής στους πιο πιστούς και αφοσιωμένους μαθητές του, τον Εφραίμ και τον Ανδρέα. Κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο την πρώτη Οκτωβρίου του έτους χίλια τετρακόσια εξήντα ένα. Ταις πρεσβείαις του οσίου πατρός ημών Σάββα του εν Βησερία, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν8μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Όσιοι