Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Ρωμανός ο Μελωδός
Ο όσιος Ρωμανός ο Μελωδός είναι μία από τις πιο φωτεινές μορφές της εκκλησιαστικής ποίησης και υμνογραφίας. Καταγόταν από την Έμεσα της Συρίας και έζησε τον έκτο μεταχριστιανικό αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Αναστασίου του Πρώτου. Σύμφωνα με αρχαίο ανώνυμο βυζαντινό ύμνο, ο Ρωμανός γεννήθηκε από γονείς εβραϊκής καταγωγής που τον ανέθρεψαν με μεγάλη ευλάβεια προς τον αληθινό Θεό. Από πολύ νεαρή ηλικία έζησε παρθενικό και σώφρονα βίο, και αφιερώθηκε ολόκληρος στην ταπεινή υπηρεσία της αγίας Εκκλησίας.
Διακόνησε αρχικά ως διάκονος στην εκκλησία της Βηρυτού, όπου ξεκίνησε να γεύεται την ομορφιά και τη χάρη της θείας λατρείας. Έπειτα από κάποια χρόνια μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε στα κελιά του ναού της Παναγίας των Βλαχερνών. Εκεί περνούσε όλη τη νύχτα όρθιος σε προσευχή και αγρυπνία, και επέστρεφε τη μέρα για να διακονήσει τη θεία λειτουργία. Λίγο αργότερα τοποθετήθηκε ως νεωκόρος και στον περίφημο και υπέροχο ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Πόλη.
Ο Ρωμανός δεν είχε σπουδαία μόρφωση και αγνοούσε τη γραφική παιδεία, αλλά είχε καρδιά φλεγόμενη από αγάπη προς τη Θεοτόκο. Ο πατριάρχης Ευφύμιος εκτίμησε την αγνότητα και την ευσέβειά του, και του έδινε ίσο μερίδιο με τους άλλους κληρικούς. Αυτή η εύνοια προκάλεσε όμως τη ζήλεια των μορφωμένων κληρικών, οι οποίοι άρχισαν να τον κοιτάζουν με περιφρόνηση. Ένα ξακουστό και θαυμαστό περιστατικό άλλαξε όμως για πάντα τη ζωή του αγνού και ταπεινού νεωκόρου της Μεγάλης Εκκλησίας.
Στην παραμονή των Χριστουγέννων ο βασιλιάς ήρθε στον ναό για την επίσημη αγρυπνία και ο Ρωμανός φρόντιζε τα καντήλια. Οι κληρικοί που τον ζήλευαν τον άρπαξαν τότε με δόλο και τον έσπρωξαν πάνω στον άμβωνα. «Παίρνεις ίσο μερίδιο με εμάς, λοιπόν ψάλε όπως εμείς ύμνο δοξολογίας για τον Κύριο», του είπαν περιπαικτικά. Γνώριζαν καλά ότι ήταν αγράμματος και δεν μπορούσε να εκτελέσει το λειτούργημα του ψάλτη μπροστά στο πλήθος. Ο Ρωμανός κατέβηκε ντροπιασμένος, και μετά τη λειτουργία έπεσε με δάκρυα μπροστά στην ιερή εικόνα της Παναγίας.
Παρακάλεσε εκεί με σπαραγμό την Υπεραγία Θεοτόκο να τον παρηγορήσει στη μεγάλη του πικρία και τη δημόσια ταπείνωσή του. Όταν επέστρεψε σπίτι του, δεν μπόρεσε να φάει από την λύπη του και αποκοιμήθηκε με δάκρυα στα μάτια. Εκείνη τη νύχτα παρουσιάστηκε στον ύπνο του η ίδια η Υπεραγία Δέσποινα Θεοτόκος, παρηγορήτρια όλων των θλιβομένων. Κρατούσε στο χέρι της ένα μικρό βιβλιαράκι σαν ειλητάριο και του έδωσε με γλυκύτητα μια ασυνήθιστη εντολή. «Ανοιξε το στόμα σου», του είπε με μητρική φωνή, και του έβαλε αμέσως το ιερό χαρτί μέσα.
Ο Ρωμανός κατάπιε το ιερό κοντάκιο, και ξύπνησε αμέσως γεμάτος ανέκφραστη γλυκύτητα και βαθιά πνευματική χαρά. Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή η ψυχή του γέμισε ολόκληρη με βαθιά σοφία και πλούσια ποιητική έμπνευση. Η Παναγία τού άνοιξε τον νου για να κατανοεί τις γραφές και να συνθέτει ύμνους θεόπνευστους. Όταν ήρθε η ώρα της εορτής των Χριστουγέννων, ο Ρωμανός ανέβηκε στον άμβωνα γεμάτος αυτοπεποίθηση και πνευματική χαρά. Με μελωδική φωνή έψαλε για πρώτη φορά το αθάνατο κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει».
Όλοι όσοι ήταν στον ναό έμειναν έκπληκτοι από το μεγαλείο της σύνθεσης και την υπέροχη μελωδία της. Ο πατριάρχης μένοντας έκπληκτος τον ρώτησε αμέσως πώς απέκτησε ξαφνικά αυτή την πνευματική σοφία και την ποιητική δεξιότητα. Ο Ρωμανός δεν έκρυψε το θαύμα, αλλά αποκάλυψε ταπεινά τη χάρη και την επίσκεψη της Θεοτόκου. Οι κληρικοί που τον είχαν προσβάλει έπεσαν αμέσως στα πόδια του ζητώντας με δάκρυα τη συγχώρεση. Ο πατριάρχης τον χειροτόνησε επιτόπου διάκονο, και τον κατέστησε επίσημα δάσκαλο στην εκκλησιαστική ψαλμωδία της Πόλεως.
Από τα χείλη του άρχισε να ρέει η σοφία σαν ποτάμι, και συνέθεσε περισσότερα από χίλια κοντάκια. Έγραψε με χάρη ύμνους για όλες τις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές και για τις μνήμες πολλών αγίων της Εκκλησίας. Δυστυχώς από το έργο του διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο, αλλά κι αυτό αρκεί για να μας αφήσει άναυδους. Η εκλεκτή ποίησή του εκφράζει βαθιά τους πόθους, τις ελπίδες και τα οράματα ολόκληρου του βυζαντινού λαού. Ταις πρεσβείαις του οσίου Ρωμανού του Μελωδού, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.