Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Αριστοκλής ο Αθωνίτης
Στις απέραντες πεδιάδες των Ουραλίων, εκεί όπου ο άνεμος σαρώνει αλύπητα τις στέπες, ένα παιδί μεγάλωνε με την καρδιά γυρισμένη ολόκληρη προς τον ουρανό και την ησυχία του Άθω. Ο κατά κόσμον Αλέξιος Αμβρόσιφ γεννήθηκε στο Ορενμπούργκ το χίλια οκτακόσια σαράντα έξι, βλαστός μιας ευσεβούς ρωσικής οικογένειας με βαθιά αγάπη για τη μοναχική παράδοση. Όταν η σύζυγός του εκοιμήθη το χίλια οκτακόσια εβδομήντα έξι, ο νεαρός Αλέξιος δεν λύγισε από τη θλίψη και την οδύνη του χηρευμένου ανθρώπου. Αντίθετα, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι προς το Άγιο Όρος, όπου βρήκε καταφύγιο στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος.
Εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα τον Μάρτιο του χίλια οκτακόσια ογδόντα και πήρε το όνομα Αριστοκλής, σαν να ορίστηκε από νωρίς να γίνει άριστος κλήρος του Κυρίου. Λίγα χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος, ενώ το χίλια οκτακόσια ογδόντα έξι έλαβε το μεγαλόσχημο σε ώρα κατάνυξης. Η ζωή του στο Όρος ήταν μια ακατάπαυστη προσευχή, ζυμωμένη με τη σιωπή των κελλιών και τη γλυκύτητα της παρουσίας της Παναγίας. Σύντομα όμως οι ανώτεροί του τον έστειλαν στο μετόχι της μονής στη Μόσχα, για να γίνει εκεί νέος ξενιστής και πνευματικός πατέρας πολλών ψυχών.
Έτσι άνοιξε στη ζωή του μια εντελώς διαφορετική σελίδα ιεραποστολικής διακονίας, μέσα στην καρδιά της ρωσικής πρωτεύουσας. Στη Μόσχα ο Αριστοκλής φάνηκε αληθινός κτήτορας πνευματικού έργου και η παρουσία του φώτισε τους ταραγμένους εκείνους χρόνους με ασύλληπτη χάρη. Από το χίλια οκτακόσια ενενήντα ένα έως το χίλια οκτακόσια ενενήντα τέσσερα δημιούργησε γύρω του μια ολόκληρη πνευματική κοινότητα μετανοούντων και αγωνιζομένων ψυχών. Επέστρεψε για ένα διάστημα στη μονή του και κατόπιν, από το χίλια εννιακόσια εννέα, εγκαταστάθηκε ξανά μόνιμα στο μετόχι.
Τον στόλιζαν τα χαρίσματα της προοράσεως και της θαυματουργίας, ενώ η θυσιαστική του αγάπη μαλάκωνε ακόμη και τις πιο πέτρινες ανθρώπινες καρδιές. Πλήθος αναγκεμένων κατέφθαναν καθημερινά στο κελί του και έφευγαν παρηγορημένοι, βρίσκοντας πλάι του την οδό της σωτηρίας τους. Δίκαια ονομάστηκε από τον ορθόδοξο λαό της Μόσχας ως ο γέροντας που γνώριζε κάθε πόνο και κάθε ανθρώπινο τραύμα. Εκοιμήθη οσιακά στις είκοσι τέσσερις Αυγούστου του χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ, αφού πρώτα έκανε τρεις φορές τον σταυρό του μπροστά στην εικόνα της Γοργοϋπηκόου.
Το σώμα του ετάφη κάτω από τον ναό της θαυματουργής εικόνας, και αργότερα μεταφέρθηκε στη μονή του Οσίου Δανιήλ, όπως ο ίδιος είχε προείπει. Το Πατριαρχείο Μόσχας τον κατέταξε επίσημα στους αγίους το δύο χιλιάδες ένα, αναγνωρίζοντας το πλούσιο πνευματικό του έργο. Τα λείψανά του ανακομίστηκαν το δύο χιλιάδες τέσσερα και συνεχίζουν να ευωδιάζουν και να θαυματουργούν στον ναό του μετοχίου μέχρι σήμερα. Ταις πρεσβείαις του οσίου πατρός ημών Αριστοκλέους, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς τους αμαρτωλούς, αμήν.