Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Παναγία η Προυσιώτισσα της Ευρυτανίας
Ψηλά πάνω στις απόκρημνες ελατοσκεπείς κορυφές της νοτιοδυτικής Ευρυτανίας, σφηνωμένη μέσα σε κατακόρυφους γκριζωπούς βράχους απαράμιλλης μεγαλοπρέπειας, στέκεται η Ιερά Μονή του Προυσού. Είναι ένα ιστορικό σταυροπηγιακό μοναστήρι, με τρισώροφα μεγαλοπρεπή κτίρια που χτίστηκαν στις πλαγιές της απότομης βραχώδους χαράδρας. Ανάμεσα στα κτίσματά της έχει ανοιχθεί στη φύση ένα φυσικό σπήλαιο, μέσα στο οποίο βρίσκεται ο αρχικός παλαιότατος ναός της μονής. Στον ναό αυτόν φυλάσσεται με ευλάβεια η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που είναι γνωστή με την προσωνυμία Προυσιώτισσα.
Η πανήγυρή της εορτάζεται κάθε χρόνο με ιερή λαμπρότητα και βαθιά κατάνυξη την εικοστή τρίτη ημέρα του Αυγούστου. Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, η θαυματουργή αυτή εικόνα της Θεοτόκου φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον ευαγγελιστή Λουκά. Προερχόταν από την πόλη Προύσα της Μικράς Ασίας, όπως μας πληροφορεί το παλαιό χειρόγραφο τρία του κώδικα της Ιεράς Μονής. Μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από έναν νεαρό ευγενή της αυτοκρατορικής αυλής κατά τη διάρκεια του τελευταίου εικονομαχικού διωγμού.
Βασίλευε τότε ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος, ο οποίος είχε διατάξει την αφαίρεση και την παντελή καταστροφή των ιερών εικόνων. Η μεταφορά της εικόνας έγινε με κίνδυνο μέγα για όσους τολμούσαν να αψηφούν τα αυτοκρατορικά διατάγματα της εποχής. Ο νεαρός ευγενής φύλασσε την εικόνα με βαθιά ευλάβεια, σκεπτόμενος πάντοτε την προστασία της Παναγίας στους κινδύνους της οδοιπορίας. Η ίδια η Θεοτόκος προοριζόταν να καθοδηγήσει τα βήματα του νέου άρχοντα προς τα ιερά βουνά της Ευρυτανίας.
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί προστάτευαν με κάθε δυνατό τρόπο και απέκρυβαν με μεγάλη επιμέλεια τις ιερές εικόνες της Εκκλησίας τους. Η ποινή για την παράβαση αυτή ήταν είτε η εξορία είτε αυτός ακόμη και ο μαρτυρικός θάνατος. Όταν διαβάστηκε το αυτοκρατορικό διάταγμα στην πόλη της Προύσας, ο γιος ενός μέλους της αυλής αποφάσισε να το αγνοήσει. Πήρε λοιπόν την ιερή εικόνα της Θεοτόκου και αναζήτησε καταφύγιο πολύ μακριά, στα μέρη της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας.
Εκεί ο διωγμός δεν ήταν τόσο σφοδρός όσο στις παράκτιες περιοχές της Μικράς Ασίας και στα γύρω νησιά. Στον δύσκολο δρόμο όμως προς την Ελλάδα ο νεαρός έχασε την εικόνα κοντά στην Καλλίπολη της Θράκης. Η απώλεια αυτή τον γέμισε με βαθιά λύπη και πικρά δάκρυα μετάνοιας ενώπιον του παντοδυνάμου Θεού. Φώναξε με σπαραγμό ότι αυτός ο άθλιος εγκαταλείφθηκε από τη Μητέρα του Θεού εξαιτίας των αμαρτιών του. Η εικόνα όμως είχε επιστρέψει θαυματουργικά σε ένα άγριο σπήλαιο, σε μια απομονωμένη περιοχή της Ευρυτανίας.
Βρισκόταν κοντά στη Λίτζα και στα Άγραφα, εκεί όπου σήμερα στέκεται η ιερά μονή και το προσκύνημα. Φανερώθηκε σε μερικούς ντόπιους βοσκούς κατά τη μυστική νύχτα της εικοστής δεύτερης προς εικοστή τρίτη Αυγούστου. Ο νεαρός ευγενής δεν θέλησε να επιστρέψει στην πατρίδα του, καθώς δεν άντεχε τη ζωή ανάμεσα στους εικονομάχους διώκτες. Συνέχισε λοιπόν το ταξίδι του και εγκαταστάθηκε στην πόλη της Νέας Πάτρας, κοντά στη βορειοδυτική Πελοποννήσου.
Πέρασαν αρκετά χρόνια και μια μέρα άκουσε φήμες για κάποια θαυμαστά γεγονότα στην περιοχή των Αγράφων. Ένα παιδί είχε δει ένα στύλο φωτός να κατεβαίνει από τον ουρανό προς ένα σπήλαιο σε ερημικό μέρος. Την επόμενη νύχτα το παιδί έφερε τον πατέρα του στο ίδιο σημείο για να αντικρίσει με τα μάτια του το φαινόμενο. Ο άνδρας είδε ακριβώς αυτό που του είχε περιγράψει ο γιος του, αλλά δεν τόλμησε να εισέλθει μέσα στο σπήλαιο.
Την επόμενη ημέρα οδήγησε εκεί και άλλους κατοίκους της περιοχής, και όλοι μαζί είδαν επίσης το θαύμα του φωτεινού στύλου. Ο νεαρός ευγενής, που είχε χάσει την εικόνα στη Θράκη, άκουσε τη φήμη για την εικόνα της Θεοτόκου. Έφυγε αμέσως μαζί με τους υπηρέτες του και έπειτα από δύο ημέρες έφτασε στο σπήλαιο όπου φυλασσόταν. Μόλις την αντίκρισε αναγνώρισε αμέσως ότι ήταν η ίδια ιερή εικόνα την οποία είχε χάσει στην Καλλίπολη της Θράκης.
Σκέφτηκε αρχικά να την επιστρέψει μαζί του πίσω στη Νέα Πάτρα, και ξεκίνησε με συντροφιά τον δρόμο της επιστροφής. Όταν όμως έφτασε σε μία στενή τοποθεσία κοντά στο ποτάμι, τους κατέλαβε μεγάλη κούραση και αποφάσισαν να ξεκουραστούν λίγο. Αποκοιμήθηκαν για λίγο στον δρόμο και όταν ξύπνησαν διαπίστωσαν με μεγάλη έκπληξη ότι η εικόνα είχε εξαφανιστεί. Υπέθεσαν αμέσως ότι κάποιοι βοσκοί τους είχαν κλέψει την εικόνα ενώ εκείνοι κοιμόνταν στο πλάι του δρόμου.
Επέστρεψαν λοιπόν με βιάση πίσω στο ίδιο σπήλαιο για να ελέγξουν αν υπήρχαν εκεί ίχνη της εικόνας. Στη στενή τοποθεσία ακούστηκε τότε από τον ουρανό η μυστική φωνή της ίδιας της παναγίας Θεοτόκου. Μόνον ο νεαρός ευγενής αξιώθηκε να ακούσει την ουράνια αυτή φωνή ανάμεσα σε όλους τους υπηρέτες του. Σε υπακοή προς τη Μητέρα του Θεού ελευθέρωσε όλους τους υπηρέτες του και μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς. Επέστρεψε αμέσως στο ιερό σπήλαιο όπου είχε βρει την εικόνα, συνοδευόμενος από έναν μόνον πιστό υπηρέτη του.
Ο υπηρέτης αυτός αποφάσισε με τη θέλησή του να μείνει για πάντα στο πλευρό του ευσεβούς ευγενούς. Ο νεαρός ευγενής ήταν πια απόλυτα βέβαιος ότι το θέλημα της Παναγίας ήταν να μείνει ο ίδιος εκεί. Με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο τέθηκε η ταπεινή αρχή της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Προυσιωτίσσης. Η ίδια η ιερή εικόνα της Παναγίας ανήκει στον αρχαίο και πανσέβαστο εικονογραφικό τύπο της Οδηγήτριας Θεοτόκου. Είναι καλυμμένη με ένα επιχρυσωμένο μεταλλικό κάλυμμα από ασήμι, που αποτελεί δωρεά του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη.
Ο ένδοξος στρατηγός φιλοξενήθηκε στη μονή κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Τα αρχεία της μονής αναφέρουν ότι το μοναστήρι λεηλατήθηκε και καταστράφηκε πολλές φορές κατά τη μακρά τουρκική κατοχή. Η τελευταία πράξη βανδαλισμού πραγματοποιήθηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, οι οποίοι μετέτρεψαν τα κτίρια σε σωρούς ερειπίων. Μετά την κατεδάφιση των κτιρίων, ένας Γερμανός αξιωματικός θέλησε να κάψει και τον κεντρικό ναό της μονής.
Προσπάθησε επανειλημμένα να βάλει φωτιά μέσα στον ναό, όμως οι θαυματουργές δυνάμεις της Παναγίας τον εμπόδιζαν κάθε φορά. Πέρασαν τέσσερα ακόμη χρόνια και ο εμφύλιος πόλεμος μάστιζε σκληρά την ελληνική ύπαιθρο και τις κοινότητες των ορεινών χωριών. Οι κάτοικοι της Ευρυτανίας και της Ναυπακτίας εγκατέλειψαν τα χωριά τους, αναζητώντας ασφάλεια σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Πήραν μαζί τους τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, η οποία μοιράστηκε την τύχη των πιστών παιδιών της.
Οι ταπεινοί μοναχοί την μετέφεραν με ευλάβεια από τόπο σε τόπο μέσα στις μαύρες εκείνες ημέρες της δοκιμασίας. Όταν λίγο αργότερα ξεκίνησαν οι μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις, η Ένατη Μεραρχία ανέλαβε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Ευρυτανία. Κάποια τμήματα του στρατού πέρασαν μέσα από τον Προυσό και αξιωματικοί μπήκαν στον σκοτεινό ναό του σπηλαίου για προσευχή. Εκεί αντίκρισαν μια θαυμαστή θέα μπροστά στο εικονοστάσιο και είδαν μια μοναχή να στέκεται όρθια ενώπιόν τους.
Λίγες ημέρες αργότερα στη Ναύπακτο, ο επίσκοπος τους αποκάλυψε ότι ο ναός ανήκε στην εγκαταλελειμμένη μονή της Προυσιωτίσσης. Όταν πήγαν να προσκυνήσουν την εικόνα στο παρεκκλήσι του Αγίου Διονυσίου, αναγνώρισαν στο πρόσωπό της τη μοναχή του σπηλαίου. Ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Προυσιωτίσσης, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.