Οσία Μάρθα η Σχημονομόνη του Ντιβέεβο

Εικόνα: Οσία Μάρθα η Σχημονομόνη του Ντιβέεβο

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Οσία Μάρθα η Σχημονομόνη του Ντιβέεβο

Στις απέραντες εκτάσεις της Ρωσίας του δέκατου ένατου αιώνα, μία αγροτοπούλα δεκατριών ετών αφήνει το χωριό και πορεύεται προς τον γέροντα Σεραφείμ του Σάρωφ. Η Μαρία Σεμιόνοβνα Μιλιουκόβα θα γίνει η οσία Μάρθα, η νεαρότερη οσία της αδελφότητας του Ντιβέεβο και πρώτη μεταξύ των δώδεκα παρθένων του οσίου. Γεννήθηκε στις δέκα Φεβρουαρίου του χίλια οκτακόσια δέκα σε χωριό της επαρχίας του Νίζνι Νόβγκοροντ, σε φτωχή αλλά ευσεβή αγροτική οικογένεια. Η οικογένεια Μιλιούκοβα ζούσε δίκαιη και ευάρεστη στον Θεό ζωή, και είχε στενή πνευματική σχέση με τον γέροντα Σεραφείμ του Σάρωφ.

Εκτός από τη Μαρία, υπήρχαν δύο μεγαλύτερα αδέλφια, η αδελφή Πρασκόβια Σεμιόνοβνα και ο αδελφός Ιβάν Σεμιόνοβιτς, μέσα στην ίδια αυτή ευλογημένη οικογένεια. Το χωριό τους και τα γειτονικά ανήκαν στο δημόσιο και όχι σε γαιοκτήμονα, αλλά η γη ήταν άγονη και η ζωή πολύ φτωχική. Από μικρή ηλικία τα παιδιά εργάζονταν σκληρά στα χωράφια και φρόντιζαν τα ζώα, γνωρίζοντας τον κόπο και την ταπεινή ζωή της υπαίθρου. Με την ευλογία του οσίου Σεραφείμ, η Πρασκόβια εισήλθε ενωρίς στην αδελφότητα της μητέρας Αλεξάνδρας, της πρώτης ιδρύτριας της Μονής του Ντιβέεβο.

Η Αλεξάνδρα, κατά κόσμον Αγαθία Σεμιόνοβνα Μπελοκοπίτοβα, ήταν μοναχή υψηλής πνευματικής ζωής και είχε ιδρύσει την ευλογημένη αυτή αδελφότητα του τόπου. Όταν η Μαρία ήταν δεκατριών ετών, ήρθε με την αδελφή της Πρασκόβια στον γέροντα Σεραφείμ για πρώτη φορά. Η ευλογημένη αυτή συνάντηση έγινε στις είκοσι μία Νοεμβρίου του χίλια οκτακόσια είκοσι τρία, την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου στον ναό. Ο μεγάλος γέροντας Σεραφείμ διέκρινε αμέσως ότι η κόρη Μαρία ήταν εκλεκτό σκεύος της θείας χάριτος και την κράτησε κοντά του.

Δεν την άφησε να επιστρέψει στο χωριό, αλλά την έταξε να μείνει στην αδελφότητα μαζί με τις άλλες ορφανές ψυχές που είχε αναθρέψει εκείνος. Έτσι η δεκατριάχρονη Μαρία προσμετρήθηκε στις εκλεκτές ορφανές του γέροντα Σεραφείμ, μέσα στην ενοριακή κοινότητα της οσίας Αλεξάνδρας. Ηγουμένη της αδελφότητας ήταν η γερόντισσα Ξενία Μιχαήλοβνα Κοτσεούλοβα, την οποία ο γέροντας Σεραφείμ ονόμαζε στύλο πυρός από τη γη στον ουρανό. Η νεαρή Μαρία, αν και φαινόταν συνηθισμένη, ήταν αγγελική και υπερέβαλλε στην άσκηση τις άλλες αδελφές της κοινότητας.

Ακόμη και την αυστηρή ηγουμένη Ξενία ξεπερνούσε στην ασκητική σκληραγωγία, στην προσευχή και στη βαθιά εσωτερική σιωπή της καρδιάς. Τρεφόταν με την αδιάλειπτη προσευχή και απαντούσε μόνο όταν ήταν αναγκαίο, με ουράνια πραότητα και ταπεινή απλότητα. Παρέμενε σχεδόν εντελώς σιωπηλή, ενώ ο όσιος Σεραφείμ την αγαπούσε με ξεχωριστή πατρική τρυφερότητα και προστασία. Της αποκάλυπτε όλα τα ουράνια οράματά του για τη μελλοντική δόξα της Μονής και πολλά άλλα θεία μυστήρια της Βασιλείας.

Της παράγγειλε να μην μιλά για αυτά μέχρι την κατάλληλη ώρα και εκείνη υπάκουε με απόλυτη πιστότητα. Κάθε φορά που γύριζε από τη συνάντηση με τον γέροντα, ακτινοβολούσε ουράνια χαρά και ανέκφραστη πνευματική γλυκύτητα. Σύντομα η Μαρία εισήλθε στην κοινότητα του ναού της Παναγίας του Καζάν, όπου ξεκινούσε η οικοδόμηση νέας αδελφότητας. Η Βασίλισσα του Ουρανού είχε ευλογήσει τη δημιουργία της κοινότητας αυτής, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δώσει στην οσία Αλεξάνδρα.

Τον Νοέμβριο του χίλια οκτακόσια είκοσι πέντε ο γέροντας Σεραφείμ είχε υπέροχη οπτασία της Θεοτόκου κοντά στον ποταμό Σαρώβκα. Η Παναγία χτύπησε με τη ράβδο της τη γη και ανέβλυσε αμέσως πηγή καθαρού νερού, σημείο της θεϊκής της παρουσίας. Του παρήγγειλε να μην εγκαταλείψει την κοινότητα της Ξενίας και να πάρει οκτώ αδελφές για τη νέα μονή. Ανάμεσα στις εκλεκτές παρθένες η Παναγία ανέφερε ονομαστικά και τη Μαρία, σφραγίζοντας έτσι την κλήση της προς ξεχωριστή διακονία.

Δύο εβδομάδες μετά το όραμα, ο γέροντας κάλεσε τη Μαρία και μία άλλη αδελφή στην Πόρρω Ερημιά του. Τους έδωσε αναμμένα κεριά, λάδι και άρτο και τους είπε να σταθούν δεξιά και αριστερά του εσταυρωμένου. Μαζί προσευχήθηκαν μυστικά για περισσότερο από μία ώρα, ενώ ο όσιος βρισκόταν στη μέση μεταξύ των δύο νεαρών παρθένων. Με την προσευχή αυτή θεμελίωσε μυστικά τη νέα κοινότητα και τις παρέδωσε στην ξεχωριστή υπηρεσία της Θεοτόκου και της Μονής της.

Για τέσσερα ολόκληρα χρόνια η Μαρία αγωνίστηκε με σκληρή εργασία στην ανέγερση της νέας αυτής αδελφότητας του Ντιβέεβο. Αποθήκευε δοκάρια και ξυλεία για τον μύλο που η Παναγία είχε ευλογήσει να κτιστεί στον τόπο της νέας κοινότητας. Μετέφερε τούβλα για την ανέγερση του ναού του Γενεθλίου της Παναγίας, σήκωνε αλεύρι και εκτελούσε όλες τις βαρύτατες υπακοές. Σε κάθε εργασία της δεν παραμελούσε ποτέ την εγκάρδια προσευχή, ανυψώνοντας σιωπηλά τη φλογερή ψυχή της προς τον Κύριο.

Ο Κύριος την είχε προικίσει με σπάνιο χάρισμα της καθαρής και αδιάλειπτης νοεράς προσευχής της καρδιάς. Σε όλα τα ζητήματα της ζωής της οδηγούταν αποκλειστικά από τον ίδιο τον όσιο Σεραφείμ του Σάρωφ. Ως παράδειγμα της απόλυτης υπακοής της, αναφέρεται μία ιστορία με την αδελφή της Πρασκόβια για κάποιον μοναχό του Σάρωφ. Η Μαρία απάντησε με παιδική αθωότητα ότι δεν γνώριζε καθόλου πώς είναι οι μοναχοί του ανδρικού μοναστηριού.

Της είχε παραγγείλει ο γέροντας Σεραφείμ να μην κοιτάζει ποτέ τους ανδρες, και έδενε ένα μαντήλι μπροστά από το πρόσωπό της. Έτσι έβλεπε μόνο τον δρόμο κάτω από τα πόδια της, και διατηρούσε τέλεια καθαρότητα ψυχής και σώματος. Αυτή ήταν η μικρή αυτή ασκήτρια του Θεού, που μέσα στην απλότητα έκρυβε ασύλληπτο ύψος αγιότητας και θεωρίας. Έζησε στη Μονή μόνο έξι χρόνια και αναχώρησε ειρηνικά για τον Κύριο σε ηλικία μόλις δεκαεννέα ετών.

Ο όσιος Σεραφείμ, βλέποντας προφητικά την κοίμησή της, ξέσπασε σε δάκρυα και ανήγγειλε στον γείτονα ιερομόναχο πατέρα Παύλο το θλιβερό γεγονός. Στις είκοσι μία Αυγούστου του χίλια οκτακόσια είκοσι εννέα, η Μονή του Ντιβέεβο έχασε τη θαυμαστή νεαρή της παρθένο. Ο όσιος Σεραφείμ θέλησε να της φτιάξει ξύλινο φέρετρο από δρυ, στρογγυλεμένο και σκαμμένο μέσα στο ίδιο το ξύλο. Η αδελφή της Πρασκόβια και η αδελφή Ακυλίνα Βασίλιεβνα πήγαν στον γέροντα και εκείνος τις παρηγόρησε με πατρική φροντίδα.

Τους είπε ότι η Μαρία ήταν πλέον η Σχημονομόνη Μάρθα, διότι ο ίδιος την είχε κουρέψει μυστικά στο μεγάλο σχήμα. Τόνισε ότι η ψυχή της βρισκόταν ήδη στη Βασιλεία των ουρανών, κοντά στην Αγία Τριάδα και τον θρόνο του Θεού. Πρόσθεσε επίσης ότι μέσω της οσίας ολόκληρη η συγγένειά της θα έσωζε την ψυχή της και θα κέρδιζε την αιωνιότητα. Ο γέροντας Σεραφείμ προσέφερε γενναιόδωρα είκοσι πέντε ρούβλια για τα έξοδα της κηδείας και άλλα είκοσι πέντε για τους παρόντες.

Δώρισε δύο πετσέτες για το άγιο θυσιαστήριο και κίτρινα κεριά για να καίνε σαράντα ημέρες δίπλα στο φέρετρό της. Παρακάλεσε όλους όσοι έφταναν στον ίδιο εκείνες τις ημέρες να μεταβούν αμέσως στο Ντιβέεβο για την κηδεία της. Έλεγε με κατάνυξη ότι έφυγε από αυτόν τον κόσμο η μεγάλη δούλη του Θεού, η Σχημονομόνη Μάρθα του Σάρωφ. Σύστησε σε όσους θα περνούσαν από τον τάφο της να γονατίζουν και να ζητούν τις πρεσβείες της προς τον Κύριο.

Η οσία αναγνωρίστηκε ότι αναδείχθηκε ηγουμένη των ορφανών του Ντιβέεβο μέσα στις ουράνιες σκηνές της Βασιλείας. Ο αδελφός της Ιβάν Σεμιόνοβιτς τελείωσε επίσης τη ζωή του ως μοναχός στην Ερημιά του Σάρωφ, υπηρετώντας ως θυρωρός. Είχε εργαστεί προσωπικά για τον όσιο Σεραφείμ και είχε λάβει από εκείνον πολλές θαυμαστές προφητείες για το μέλλον. Τρεις από τις θυγατέρες του αργότερα εισήλθαν στη Μονή του Ντιβέεβο και αφιερώθηκαν στη μοναχική ζωή.

Η μία από αυτές, η Έλενα Ιβάνοβνα, παντρεύτηκε τον πνευματικό φίλο του οσίου Σεραφείμ, τον ευεργέτη Νικόλαο Αλεξάνδροβιτς Μοτοβίλοβ. Η Σχημονομόνη Μάρθα αναπαύεται αριστερά από την οσία Αλεξάνδρα, την πρώτη ιδρύτρια της αδελφότητας της Παναγίας του Καζάν. Σύμφωνα με τα παλαιά αρχεία, ζωγραφήθηκε αμέσως μετά τον θάνατό της προσωπογραφία της από τις αδελφές του μοναστηριού. Πριν από το κλείσιμο της Μονής το χίλια εννιακόσια είκοσι επτά υπήρχε εκεί και αγιογραφική εικόνα της με σκηνές του βίου της.

Μετά την αποκατάσταση του μοναστηριού, ο Κύριος δόξασε θαυμαστά τη μνήμη της οσίας με τον εγκαινιασμό του καθεδρικού ναού της Μεταμορφώσεως. Ο ναός είχε κτιστεί το χίλια εννιακόσια δεκαεπτά, αλλά είχε παραμείνει αγιαστεύτος στα χρόνια της σοβιετικής εποχής. Παραδόθηκε εκ νέου στη Μονή το χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα και αποκαταστάθηκε με προσοχή μέχρι το χίλια εννιακόσια ενενήντα οκτώ. Τα εγκαίνια συνέπεσαν θαυμαστά με την ημέρα της μακαρίας κοιμήσεως της οσίας Μάρθας, ως ουράνια επιβεβαίωση της αγιότητάς της.

Ταις πρεσβείαις της οσίας μητρός ημών Μάρθας του Ντιβέεβο, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν3μοναδικοί αναγνώστες

Στοιχεία βίου

ΤόποςΝόβγκοροντ, Ντιβέεβο
Λέξεις-κλειδιάΑγίες Γυναίκες, Όσιοι, Μάρθα, Σχημονομόνη, Ντιβέεβο, Θεοτόκος, Νόβγκοροντ, 21 Αυγούστου, Αύγουστος

Θέματα

Αγίες ΓυναίκεςΌσιοιΝόβγκοροντΝτιβέεβο

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.