Με αλυσίδες και ξύλα συνέτριψαν ολόκληρο το σώμα του νεαρού μάρτυρος Πέτρου, ο οποίος καταγόταν από την παραθαλάσσια πόλη της Λαμψάκου. Ένα ολόκληρο σύνολο οκτώ μαρτύρων, με διαφορετικές καταγωγές και κοινή πίστη στον Χριστό, στεφανώθηκαν την ίδια ημέρα στους ουρανούς. Όλοι αυτοί οι άγιοι μάρτυρες έζησαν και μαρτύρησαν στα ταραγμένα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δεκίου του διώκτη. Ο Δέκιος βασίλευσε στη Ρώμη μεταξύ του διακοσίων σαράντα εννέα και του διακοσίων πενήντα ενός μετά Χριστόν.
Οι σκληροί διωγμοί του εναντίον των χριστιανών της εποχής εκείνης παρήγαγαν πλήθος αγίων μαρτύρων στην ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτος από τους οκτώ μάρτυρες αναφέρεται ο Άγιος Πέτρος, ο οποίος καταγόταν από την παραθαλάσσια πόλη Λάμψακο. Η Λάμψακος βρισκόταν στην Προποντίδα και ήταν αρχαία ελληνική πόλη με σπουδαία ιστορική και εμπορική παράδοση. Ο νεαρός Πέτρος ήταν χριστιανός από νεαρή ηλικία και ομολογούσε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό. Όταν ο τοπικός άρχοντας πληροφορήθηκε τη χριστιανική του πίστη, τον συνέλαβε και τον οδήγησε ενώπιόν του.
Ο Πέτρος έφερε τον τίτλο του ορθοδόξου χριστιανού με μεγάλη χαρά, παρά τις απειλές και τους κινδύνους. Όταν τον έφεραν μπροστά στον άρχοντα της πόλεως, διέταξε ο άρχοντας να θυσιάσει στην ψευδοθεά Αφροδίτη. Ο νεαρός Πέτρος όμως ομολόγησε με παρρησία και μεγάλο σθένος την πίστη του στον αληθινό Χριστό. Ο άρχοντας οργίστηκε με την ομολογία του Πέτρου και διέταξε αμέσως να ξεκινήσουν τα φοβερά βασανιστήρια. Συνέτριψαν τότε ολόκληρο το σώμα του νεαρού μάρτυρος με βαριές αλυσίδες και σκληρά ξύλινα όργανα τιμωρίας.
Ο Άγιος υπέμεινε με υπομονή και με χριστιανική ανδρεία τα φοβερά αυτά κολαστήρια, χωρίς να αρνηθεί την πίστη του. Παρά τους πόνους και τα μαρτύρια, η ψυχή του ήταν ενωμένη με τον Χριστό και δεν λύγιζε. Τελικά, μετά από πολλά βασανιστήρια, ο Πέτρος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στα χέρια του φιλανθρώπου Θεού. Στο ορθόδοξο Συναξάρι αναφέρεται σε στίχους «βληθείς ο Πέτρος των τροχαντήρων μέσον, ζωής παρήκε τους τροχούς της αστάτου». Δηλαδή «ριχθείς ο Πέτρος ανάμεσα στους τροχούς, εγκατέλειψε τους τροχούς της άστατης ζωής αυτού του κόσμου».
Έτσι ο νεαρός Πέτρος έγινε φωτεινός μάρτυρας του Χριστού και έλαβε τον αμάραντο στέφανο της ομολογίας. Ο Παύλος και ο Ανδρέας, οι επόμενοι από τους μάρτυρες, ήταν αδέλφια καταγόμενα από τη μακρινή Μεσοποταμία. Ήταν στρατιώτες στον στρατό του ρωμαίου αυτοκράτορος Δεκίου και ζούσαν στους ρωμαϊκούς στρατώνες της εποχής εκείνης. Ως στρατιώτες του βασιλέα είχαν πάρει μέρος σε διάφορες στρατιωτικές εκστρατείες της αυτοκρατορίας στις διάφορες επαρχίες. Με την πάροδο του χρόνου εστάλησαν και οι δύο στην ξακουστή πόλη της Αθήνας για ειδική στρατιωτική αποστολή.
Όταν ο Παύλος και ο Ανδρέας πήγαν στην Αθήνα, η ζωή τους έλαβε ξεχωριστή τροπή και σπουδαία αλλαγή. Συνάντησαν εκεί την ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα της πόλεως των Αθηνών και κατηχήθηκαν στις βασικές αλήθειες της ορθοδόξου πίστεως. Με τη χάρη του φιλανθρώπου Θεού πίστεψαν αμέσως στον Χριστό και έγιναν πλέον πνευματικοί στρατιώτες του Σωτήρος Ιησού. Ασπάσθηκαν με ζήλο τη χριστιανική πίστη και ομολογούσαν δημόσια τον Χριστό μέσα στη ρωμαϊκή πρωτεύουσα της φιλοσοφίας.
Στην Αθήνα γνώρισαν επίσης τον Διονύσιο και τη Χριστίνα, οι οποίοι ήταν επίσης ορθόδοξοι χριστιανοί της τοπικής κοινότητας. Ο Διονύσιος είχε μεγάλη φιλοσοφική μόρφωση και η Χριστίνα ήταν παρθένος ευσεβής χριστιανή της εποχής εκείνης. Όλοι μαζί συνεργάζονταν στο ιεραποστολικό έργο μέσα στην παγανιστική πρωτεύουσα της φιλοσοφίας και του ελληνικού αρχαίου πολιτισμού. Όταν οι αρχές της Αθήνας πληροφορήθηκαν για τη χριστιανική τους δράση, τους συνέλαβαν και τους ανέκριναν αυστηρά.
Στις ανακρίσεις τους και οι τέσσερις ομολόγησαν με μεγάλη παρρησία την πίστη τους στον αληθινό Χριστό. Δεν λύγισαν στις σκληρές απειλές και στις υποσχέσεις των ρωμαϊκών αρχών για ειδωλολατρική θυσία στους ψευδοθεούς. Τότε ο τοπικός άρχοντας της Αθήνας διέταξε να λιθοβοληθούν και οι τέσσερις δημόσια στην πόλη ως αυστηρό παράδειγμα. Έτσι ο Παύλος, ο Ανδρέας, ο Διονύσιος και η Χριστίνα έλαβαν μαζί τον στέφανο του μαρτυρίου διά λίθων. Η μαρτυρική τους θυσία στην Αθήνα έγινε φωτεινή ομολογία της πίστεως μέσα στην ειδωλολατρική πόλη της φιλοσοφίας.
Πολλοί παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες κατανυκτικά εμπνεύστηκαν από την ανδρεία τους και αναθεωρούσαν με σοβαρότητα την παγανιστική πίστη τους. Πολλοί από αυτούς αργότερα ασπάσθηκαν τη χριστιανική πίστη και βαπτίστηκαν στο Άγιο Βάπτισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στο Συναξάρι αναφέρεται για αυτούς τους τέσσερις «τρεις συντρίβουσι πίστεως στερρούς λίθους, Παύλον Διονύσιον Ανδρέαν λίθοις». Δηλαδή «οι ασεβείς συντρίβουν με λίθους τις τρεις στερεές πέτρες της πίστεως, τον Παύλο, τον Διονύσιο και τον Ανδρέα».
Για τη Χριστίνα προστίθεται στο Συναξάρι «Χριστώ παρέστης ηγλαϊσμένη όλη, αίμασι τοις σοις παρθενική Χριστίνα» αληθώς. Δηλαδή «παρουσιάστηκες στον Χριστό ολόκληρη λαμπρά, στολισμένη με τα δικά σου αγνά αίματα παρθένος Χριστίνα» στους ουρανούς. Έτσι οι τέσσερις αυτοί μάρτυρες έγιναν φωτεινά αστέρια στη χορεία των αγίων μαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού. Οι Ηράκλειος, Παυλίνος και Βενέδιμος ήταν από την ίδια πόλη της Αθήνας, ντόπιοι κάτοικοι της επαρχίας.
Ζούσαν εκεί και έδιναν σκληρό αγώνα κατά της πλάνης των ειδώλων και των ψευδοθεών της εποχής. Ο αγώνας τους κατευθυνόταν επίσης κατά των φιλοσόφων, οι οποίοι πολεμούσαν τη χριστιανική θρησκεία της Εκκλησίας. Με τους λόγους και τα έργα τους ξεσκέπαζαν τις πλάνες της παγανιστικής φιλοσοφίας και κήρυτταν τον αληθινό Χριστό. Έγιναν τότε φωτεινοί ομολογητές της ορθοδόξου πίστεως στην ίδια την παγανιστική κοιτίδα της αρχαίας φιλοσοφίας του κόσμου. Πολλούς ειδωλολάτρες έφεραν με τη μαρτυρία τους στην ορθόδοξη πίστη και στο Άγιο Βάπτισμα της Εκκλησίας.
Στις δημόσιες πλατείες και αγορές της Αθήνας κήρυτταν με παρρησία τον Χριστό ως αληθινό Θεό και Σωτήρα του κόσμου. Συμμετείχαν επίσης στις φιλοσοφικές συζητήσεις, αποκαλύπτοντας τις πλάνες των αρχαίων φιλοσόφων με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Έτσι αναδείχθηκαν τρεις ξεχωριστοί φωτεινοί μάρτυρες της αληθινής ορθοδόξου πίστεως στην ίδια την κοιτίδα της αρχαίας φιλοσοφίας. Όταν οι ρωμαϊκές αρχές της Αθήνας πληροφορήθηκαν τη δράση των τριών αυτών χριστιανών, τους συνέλαβαν αμέσως.
Τους έπιασαν τους τρεις και τους υπέβαλαν σε διάφορα φοβερά βασανιστήρια εξαιτίας της ομολογίας της ορθοδόξου πίστεώς τους. Σκοπός των ανακριτών ήταν να τους κάμψουν με τα κολαστήρια και να τους αναγκάσουν να αρνηθούν τον Χριστό. Οι Άγιοι όμως παρέμειναν εντελώς σταθεροί στην ομολογία τους και ομολογούσαν με παρρησία τον αληθινό Θεό του ουρανού. Τελικά οι ασεβείς αρχές διέταξαν τον αποκεφαλισμό τους και των τριών δια ξίφους ως παραδειγματική τιμωρία.
Στο Συναξάρι αναφέρεται για τον Ηράκλειο «εις άθλος Ηράκλειε σος προς το ξίφος, άθλους καλύπτει τους όλους Ηρακλέους». Δηλαδή «ένας μόνο άθλος σου, ω Ηράκλειε, με το ξίφος υπερκαλύπτει όλους τους άθλους του ειδωλολατρικού Ηρακλέους». Για τον Παυλίνο και τον Βενέδιμο προστίθεται «ορών με Βενέδιμε τον σον Παυλίνον, τμηθέντα συντμήθητι φησί Παυλίνος». Δηλαδή «βλέποντας ο Βενέδιμος τον Παυλίνο σου να τμηθεί, λέει ο Παυλίνος στον Βενέδιμο, σύντμηση και εσύ μαζί».
Έτσι οι τρεις αυτοί άγιοι μάρτυρες της Αθήνας έλαβαν τον στέφανο της ομολογίας στη φιλοσοφική πόλη της Αθήνας. Συνολικά οκτώ άγιοι μάρτυρες αναδείχθηκαν εκείνη την ημέρα στη χορεία των ομολογητών του Χριστού στη γη και στους ουρανούς. Η ομολογία τους και η μαρτυρική τους θυσία υπήρξαν φωτεινή σφραγίδα στην ιστορία της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας του Χριστού. Δίδαξαν με τη ζωή και το θάνατό τους ότι η αληθινή ορθόδοξη πίστη δεν φοβάται κανένα βασανιστήριο των διωκτών.
Η οκτάδα αυτή των μαρτύρων του Χριστού στεφανώθηκε με τον αμάραντο στέφανο των αθλοφόρων στους ουρανούς. Στο Συναξάρι σε στίχους αναφέρεται για όλους μαζί «ογδοάς αθλοφόρων εκ γαίης εις πόλον ήρθη» θριαμβευτικά. Δηλαδή «μία οκτάδα από αθλοφόρους ανυψώθηκε από τη γη προς τον ουράνιο πόλο της Βασιλείας του Χριστού». Έτσι οι οκτώ μάρτυρες ενώθηκαν στους ουρανούς, παρόλο που είχαν διαφορετικές καταγωγές και ζωές στη γη. Τα ιερά λείψανά τους τιμήθηκαν από τους πιστούς της εποχής εκείνης και έγιναν αντικείμενο τακτικού ευλαβικού προσκυνήματος.
Πολλά θαύματα και ιάσεις συνέβαιναν δια των πρεσβειών των αγίων αυτών μαρτύρων προς τον φιλάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό. Πιστοί έρχονταν τακτικά στους τάφους τους ζητώντας ιάσεις, παρηγοριά και πνευματική βοήθεια στις δοκιμασίες της ζωής τους. Η μνήμη τους τιμάται κάθε χρόνο στις δεκαοκτώ Μαΐου από την Ορθόδοξη Εκκλησία με ιερές ακολουθίες. Οι ομολογητές αυτοί άγιοι έγιναν παράδειγμα πιστότητος για όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς στους έσχατους και ταραγμένους χρόνους.
Διδάσκουν με τη μαρτυρία τους ότι η ορθόδοξη πίστη ξεπερνά τα σύνορα των εθνών και των κοινωνικών στρωμάτων. Οι μάρτυρες αυτοί ήρθαν από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας, αλλά ενώθηκαν στον ίδιο Χριστό και στον ίδιο στέφανο. Πέτρος ο Λαμψακηνός, οι Μεσοποταμίτες αδελφοί, οι Αθηναίοι ντόπιοι, όλοι μαζί συναγωνίσθηκαν για τον Σωτήρα Χριστό αληθώς. Με τις πρεσβείες των οκτώ Αγίων Μαρτύρων Πέτρου, Διονυσίου, Ανδρέου, Παύλου, Χριστίνας, Ηρακλείου, Παυλίνου και Βενεδίμου, Κύριε, αξίωσε κι εμάς της επουράνιας σου βασιλείας.