Σε ένα πανηγύρι οι Τούρκοι του πρόσφεραν κρασί ώστε να τον μεθύσουν και τον περιέτεμαν με την προδοτική ελπίδα να αλλαξοπιστήσει. Ο νεαρός σαπατζής δεν λύγισε ούτε για μια στιγμή και προτίμησε τον λιθοβολισμό για να ομολογήσει ως χριστιανός το όνομα του Χριστού. Ο άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στο έτος χίλια πεντακόσια δέκα μετά Χριστόν στη Θεσσαλία, στην ιστορική πόλη των Ιωαννίνων. Οι γονείς του ήταν αλβανικής καταγωγής και έφεραν αντίστοιχα τα ευσεβή χριστιανικά ονόματα Μαρτίνος και Ευφροσύνη.
Αυτό φανερώνει ότι ζούσαν με την ορθόδοξη πίστη και ανέθρεψαν τον γιο τους με χριστιανική ευσέβεια. Έλαβε καλή ανατροφή και επιμελή μόρφωση, και ήταν ωραίος, έξυπνος και χαρισματικός νεαρός της εποχής του. Μετά τον θάνατο των γονέων του ξεκίνησε να εργάζεται ως υποδηματοποιός στην πόλη της παιδικής του ηλικίας. Ύστερα από κάποιο διάστημα επιθύμησε να γίνει προσκυνητής για χάρη του Σωτήρος Χριστού και άρχισε να περιπλανιέται. Έφτασε στη Σερδική, τη σημερινή πόλη της Σοφίας της Βουλγαρίας, και εγκαταστάθηκε εκεί με αγία ζωή προσευχής.
Παντρεύτηκε ύστερα από έντονη επιμονή των φίλων του, αλλά μια νύχτα έφυγε κρυφά για νέες περιπλανήσεις. Άφησε ακόμη και τη νεαρή σύζυγό του και ξεκίνησε για την αναζήτηση νέου τόπου ασκητικής ζωής. Διέσχισε τον Δούναβη και εγκαταστάθηκε στην Ουγγρο-Βλαχία, όπου ξανάρχισε από την αρχή το γνώριμο επάγγελμα του υποδηματοποιού. Ως επιδέξιος τεχνίτης έγινε σύντομα γνωστός ακόμη και στο παλάτι του ηγεμόνα Μιρτσέα Τσιομπάν της Βλαχίας.
Ο ηγεμόνας τον προσκάλεσε να εργαστεί στην αυλή και να εξυπηρετεί τις βασιλικές ανάγκες της εποχής. Η ζωή στο παλάτι όμως ήταν βαριά για τον γαλήνιο Νικόλαο, καθώς ο ηγεμόνας ήταν άγριος και σκληρός. Δεν μπορούσε να ανέχεται τις παρανομίες και τα εγκλήματα του ηγεμόνα και αναζήτησε τρόπο να φύγει. Στο έτος χίλια πεντακόσια πενήντα τέσσερα επέστρεψε στη Σερδική και ενώθηκε ξανά με την οικογένειά του. Έπειτα όμως από καιρό έχασε τους δύο γιους του και βυθίστηκε σε μεγάλη οικογενειακή θλίψη.
Στους πιο σκληρούς αυτούς χρόνους η ζωή του γέμισε λύπη και η καρδιά του στράφηκε ολόκληρη στον Σωτήρα Χριστό. Έζησε με ταπείνωση τη δοκιμασία και βρήκε στην προσευχή την αληθινή πηγή της ψυχικής παραμυθίας. Μια ημέρα οι Μουσουλμάνοι τον προσκάλεσαν, του πρόσφεραν άφθονο κρασί και τον περιέτεμαν με δόλιο τρόπο. Σκοπός τους ήταν να τον προσηλυτίσουν στο ισλάμ με αυτή την προδοτική παγίδα του τόπου εξευτελισμού. Ο άγιος αγανάκτησε με την προδοσία και πέρασε ολόκληρο έτος σε μοναχική προσευχή για εξιλέωση.
Την ημέρα μετά την εορτή της Αναλήψεως ένας Τούρκος τον ρώτησε γιατί δεν τηρεί τα παραγγέλματα του Ισλάμ. Ο Νικόλαος απάντησε σταθερά ότι ποτέ δεν πρόδωσε την Ορθόδοξη πίστη και παρέμεινε γνήσιος χριστιανός. Η απάντηση αυτή προκάλεσε μεγάλη οργή στους Τούρκους της πόλεως και στράφηκαν εναντίον του με αγριότητα. Τον χτύπησαν δυνατά, τον βασάνισαν φοβερά και τον οδήγησαν σε δίκη ενώπιον των μουσουλμανικών αρχών.
Επειδή δεν υπήρχε καμιά απόδειξη ελεύθερης προσχωρήσεώς του στο ισλάμ, ο καδής δικαστής προσπάθησε να τον αθωώσει. Το πλήθος όμως απαίτησε με μανία το αίμα του υποτιθεμένου αποστάτη της μουσουλμανικής τους θρησκείας. Στις δεκαεπτά Μαΐου του έτους χίλια πεντακόσια πενήντα πέντε τον λιθοβόλησαν εκτός της πόλεως, στον τόπο των Τριών Πηγαδιών. Ένας ευσεβής χριστιανός παρακολουθούσε την εκτέλεση και κατόρθωσε να διασώσει τμήμα των ιερών λειψάνων του.
Έπειτα οι Τούρκοι έκαψαν το σώμα του στο μέρος Ταρνίτσατα και διασκόρπισαν τις στάχτες του στον αέρα. Νόμισαν ότι θα έσβηναν τη μνήμη του, όμως η ορθόδοξη Εκκλησία δεν ξέχασε ποτέ το μαρτυρικό του τέλος. Ο τοπικός μητροπολίτης Ιάκωβος συγκάλεσε σύνοδο και προχώρησε επίσημα στην αγιοκατάταξη του γενναίου νεομάρτυρος της Εκκλησίας. Με τις πρεσβείες του αγίου νεομάρτυρος Νικολάου, Κύριε, αξίωσε κι εμάς της επουράνιας σου βασιλείας.