Ένας ευσεβής μοναχός από τη Λιβονία έζησε πενήντα πέντε χρόνια κοντά στον γέροντά του σε αυστηρή σιωπή για τον Χριστό. Ο Άγιος Σεραπίων του Πσκωφ γεννήθηκε στην πόλη Γιούριεφ, η οποία ονομάζεται σήμερα Τάρτου της σύγχρονης Εσθονίας. Η πόλη βρισκόταν τότε υπό την κατοχή των Γερμανών κατακτητών, οι οποίοι προσπαθούσαν με πίεση να εξαλείψουν την Ορθοδοξία. Οι ευσεβείς γονείς του ήταν πιστοί ενορίτες ενός ρωσικού ναού, αφιερωμένου στον Άγιο Νικόλαο τον θαυματουργό.
Ο Σεραπίων από νεαρή ηλικία γνώριζε καλά την Αγία Γραφή και τα ιερά κείμενα της παραδόσεως. Παραπάνω από μία φορά παρενέβη γενναία στην ένθερμη υπεράσπιση της Ορθοδοξίας έναντι των δυτικών κατακτητών της εποχής. Φάνηκε στους συμπολίτες του πύργος ακλόνητος της ορθόδοξης πίστεως μέσα σε δύσκολους καιρούς διωγμού της Εκκλησίας. Όταν προσπάθησαν να τον εξαναγκάσουν με βία να μεταστραφεί στην ξένη ρωμαιοκαθολική πίστη, αναχώρησε αμέσως. Έφυγε κρυφά για την έρημο του Τόλβσκ, που βρισκόταν όχι μακριά από την πόλη του Πσκωφ.
Εκεί ξεκινούσε ήδη το προσευχητικό ασκητικό έργο του οσίου ασκητού του Πσκωφ Ευφροσύνου, του φωτεινού γέροντος. Με την πατρική φροντίδα του Ευφροσύνου, ο Σεραπίων ξεκίνησε να αποκτά τη σοφία της ασκητικής ερημικής ζωής. Όμως πολύ σύντομα συνέβη να υποστεί κάποιους πικρούς και σκληρούς πειρασμούς από τον δαίμονα της παρακοής. Χωρίς τη δέουσα ευλογία, ο Σεραπίων ήθελε να εγκαταλείψει τον σοφό οδηγό του και να ζήσει σε πλήρη μοναξιά. Όμως ο φιλάνθρωπος Κύριος επανέφερε στα συγκαλά τον άπειρο και νεαρό αυτόν δόκιμο μοναχό της ερήμου.
Αφού πλήγωσε σοβαρά το πόδι του, μετανόησε βαθιά για την παρακοή και την αυτοβουλία του. Επέστρεψε αμέσως ταπεινός κοντά στον γέροντα Ευφρόσυνο και ζήτησε συγχώρεση και νέα πνευματική καθοδήγηση από αυτόν. Αφού έλαβε με σεβασμό το Μέγα Αγγελικό Σχήμα, παρέμεινε στη συνέχεια διαρκώς κοντά στον Άγιο Ευφρόσυνο. Έζησε μαζί του πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια και τήρησε αυστηρά τον ιερό όρκο της σιωπής της ψυχής. Σταδιακά αδελφοί άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω από τον Άγιο Ευφρόσυνο, που είχε γίνει πνευματικός φάρος.
Για χάρη τους ο Γέροντας ίδρυσε επίσημο ναό στο όνομα των Τριών Ιεραρχών της Καθολικής Εκκλησίας. Έδωσε επίσης σε όλους τους αδελφούς έναν αυστηρό σκητιωτικό τυπικό κανόνα, πιστό στην ερημική παράδοση. Ο Άγιος Σεραπίων εκπλήρωνε με ζήλο όσα του διέτασσαν οι πατέρες και έγινε ζωντανό παράδειγμα. Στάθηκε φωτεινό υπόδειγμα μιμήσεως για όλους τους νέους και πεπειραμένους μοναχούς της κοινότητας του Πσκωφ. Ο μοναχός εκπλήρωνε τόσο αυστηρά τον μοναστικό όρκο της ακτημοσύνης, ώστε ο αντιγραφέας του βίου του τον αποκαλούσε «άταφο νεκρό».
Υπέφερε κάθε προσβολή με ασύλληπτη ταπείνωση και κατηγορούσε πάντοτε μόνο τον εαυτό του χωρίς δικαιολογίες. Μάλιστα ο ίδιος πρώτος ζητούσε ταπεινά συγχώρεση από εκείνον, που τον είχε βαριά προσβάλει χωρίς δικαίωμα. Ο μοναχός αισθανόταν βαθιά τη δύναμη της κοινής λατρείας και των ομαδικών προσευχών της αδελφότητας. Έλεγε μάλιστα ότι «η τάξη των δώδεκα Ψαλμών», όταν ψάλλεται μόνη στο κελί, δεν εξισώνεται με ένα «Κύριε ελέησον» στον ναό. Ο Άγιος Σεραπίων εκοιμήθη ειρηνικά στις οκτώ Σεπτεμβρίου του έτους χίλια τετρακόσια ογδόντα μετά Χριστόν.
Η ημέρα της κοιμήσεώς του συνέπεσε με τη μεγάλη Δεσποτική εορτή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι η μνήμη του μετατέθηκε στις επτά Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, ώστε να μην επικαλύπτεται από τον Δεσποτικό εορτασμό. Συνετάχθηκαν επίσης ιερό Τροπάριο και θείο Κοντάκιο προς τιμήν του ασκητικού Αγίου του Πσκωφ της Ρωσίας. Ο ίδιος ο Άγιος Ευφρόσυνος ενταφίασε με τα χέρια του το ιερό σώμα του πνευματικού του μαθητού. Με τους έντονους πνευματικούς αγώνες, το σώμα του Σεραπίωνος είχε γίνει «οστά με δέρμα μόνο επάνω».
Δεν χωρίσθηκε ποτέ από τον πνευματικό του πατέρα Ευφρόσυνο ούτε μετά τον θάνατο, αφού τα ιερά λείψανά τους τοποθετήθηκαν δίπλα δίπλα. Συνετάχθηκε επίσης κοινή Ακολουθία προς τιμήν των δύο αγίων ασκητών, στην οποία εξυμνείται ως πρώτος συνασκητής και πιστός φίλος του Ευφροσύνου. Είθε με τις πρεσβείες του Αγίου Σεραπίωνος ο Κύριος να ελεεί και να σώζει τις ψυχές μας, αμήν.